Αναρτήθηκε από: discolata | Οκτωβρίου 14, 2009

je suis fou

eiffel-tower-from-below

1988.

Έναν χειμώνα σερί άκουγα στο ραδιόφωνο τη Βανέσα Παραντί να τραγουδάει το “Joe le taxi” και προσπαθούσα να μάθω γαλλικά από μόνη μου βλέποντας συνέχεια ταινίες του Λουί ντε Φινές και μιμούμενη τις γκριμάτσες και τα επιφωνήματά του. Γιατί στα αφτιά μου ήταν τόσο κουλ. Το Παρίσι μου φαινόταν τόσο κουλ, τα καφέ όπως τα έδειχνε καμιά φορά η κρατική σε ρεπορτάζ κι αυτά τόσο κουλ. Η αδερφή μου άκουγε Γκρέις Τζόουνς, τη βλέπαμε στα κλιπ της, να φτύνει από το στόμα πότε έναν σιτροέν βάτραχο και πότε τον πύργο του Άιφελ, μου φαινόταν και αυτό ακόμα τόσο κουλ.

Και ήρθε το καλοκαίρι και όπως πάντα τον Αύγουστο θα γυρίζαμε και ένα διαφορετικό μέρος της Ευρώπης με το τροχόσπιτο. Αυτή τη φορά μαζί με τον κολλητό του μπαμπά, το δικό του τροχόσπιτο, τη σύζυγο και τις τρεις του κόρες. Προς Γαλλία. Μόντε Κάρλο, Νίκαια, Μονπελιέ, Αρλ, Μασσαλία και μετά καρφί πάνω, προς Βορρά, προς Παρίσι.Έκπληξη.

Κόντευα να πεθάνω από τη χαρά μου. Μετρούσα τις μέρες, στην αρχή μέχρι να ξεκινήσουμε και μετά μέχρι να φτάσουμε.

Και τα δυο ίδια Φολκσβάγκεν του ‘66,  πορτοκαλί και μπλε, ξεκίνησαν να γράφουν χιλιόμετρα.

Και κάθε μέρα του ταξιδιού ήταν πιο όμορφη από την προηγούμενη. Λάτρεψα την Αρλ και το Μονπελιέ, τα ψαροχώρια εκεί γύρω με τους ανθρώπους που μοιάζαν με μας, το ρατατούιγ, αλλά και την αλγερινή ψαρόσουπα, τα παιδάκια με τα σορτσάκια που παίζαν μαζί μας όταν τα φωνάζαμε “αβέκ μουά” χωρίς να καταλαβαίνουμε λέξη από οτι απαντούσαν και μίσησα τη Νίκαια και το Μόντε Κάρλο που η τοπική αστυνομία δεν άφηνε να διασχίσουμε με τα κάμπερ. Γελάσαμε όλοι με τις σαχλές παραλίες τους και τσεκάραμε τα υπέροχα Ντανιέλ Εστέ μαγιό τους. Και γρήγορα (αν και δυο εβδομάδες και κάτι αργότερα) ήρθε η μέρα που θα μπαίναμε στο Παρίσι μετά το πολύ γκρι του αυτοκινητοδρόμου.

Εγώ κολλημένη στα παράθυρα της κουκέτας να μη χάσω χιλιοστό της γκράντε εισόδου και του γκράντε σπετάκολου.

Έβρεχε ασταμάτητα κουβάδες, όπως στις ταινίες με την Ντενέβ, είχε κρύο για Αύγουστο μήνα κι εγώ έλιωνα. Τέτοια χαρά. Και κανονίστηκε την επομένη, και αφού παρκάραμε σε ειδικό πάρκιν τα τροχόσπιτα, να πάμε με το μετρό να δούμε το κέντρο, την πόλη, τη Μονμάρτη, αλλά και τον πύργο του Άιφελ.

Όταν όμως 24 ώρες αργότερα φτάσαμε και προχωρήσαμε προς την είσοδό του, μας έκλεισε το δρόμο μια αλυσίδα και μια πινακίδα, φυσικά στα Γαλλικά, όπου κανείς μας δεν καταλάβαινε τι έλεγε παρά μόνο ότι οκέι, ο πύργος ήταν κλειστός στο κοινό. Ένας περαστικός λίγο αργότερα θα μας εξηγούσε πώς δεν ήταν η αιτία επειδή ήταν απόγευμα, αλλά επειδή γίνονταν έργα συντήρησης. Που θα κρατούσαν -αλίμονο- τρεις μέρες ακόμα. Εμείς όμως, έπρεπε να φύγουμε για να μείνουμε on schedule την επομένη.

Κλάμα εγώ, ποιος ξέρει πώς το πήρα, παιδί ήμουν. Απίστευτο κλάμα.

Και γυρίζει ο μπαμπάς και μου λέει “Εντάξει, δε μπορούμε να ανεβούμε επάνω στην κορυφή του, αλλά πώς θα σου φαινόταν αν μπορούσες να κοιμηθείς στα πόδια του“;

Δεν κατάλαβα τίποτε. Αλλά ο μπαμπάς και ο κολλητός του είπαν ότι σύντομα θα επέστρεφαν. Και έφυγαν.

Πράγματι, καμιά ώρα αργότερα γύρισαν. Με τα Φολκσβάγκεν. Καβάλησαν το κράσπεδο του πεζοδρομίου σαν να οδηγούσαν τζιπ και τα πάρκαραν σχεδόν ακριβώς στο κέντρο του πύργου, κάτω από τα πόδια του, χασκογελώντας. Και εντελώς μα εντελώς κωλοπαιδαρίσια.

Δεν έχω γελάσει ποτέ περισσότερο νομίζω από όσο εκείνο το βράδυ. Κανείς μας, δηλαδή. Τα παιδιά συγκεντρωμένα στο μπλε κάμπερ, οι μεγάλοι στο πορτοκαλί και να τρώμε με ανοιχτές οροφές και παράθυρα, μακαρονάδα ναπολιτέν και να ακούμε γαλλικά τραγούδια στο ράδιο. Και να μη πιστεύουμε που βρισκόμαστε. Να κοιτάμε ξανά και ξανά κάθε λίγο προς τα επάνω, μέσα από τις ανοιχτές οροφές και να τον βλέπουμε, πελώριο ακριβώς από πάνω μας με τα χοντρά μεταλλικά του πόδια. Και μετά πέρασε η ώρα, μεσάνυχτα, και πέσαμε για ύπνο. Οι μεγάλοι όλοι μεθυσμένοι από τα κρασιά. Κι εγώ με ανοιχτό παράθυρο στην κουκέτα να τον κοιτάω μέχρι να με πάρει ο ύπνος και να ακούω τους δυο τους να γελάνε και να σκουντιούνται μη με ξυπνήσουν. Δεν είχε αναμμένα τα φωτάκια του, ήταν πίσσα σκοτάδι έξω, αλλά μπορούσα να τον διακρίνω.

Το επόμενο πρωί, πολύ πολύ νωρίς, εγερτήριο και κλήση στα παρμπρίζ, ραβασάκι της γαλλικής αστυνομίας και οι μπαμπάδες να το σκίζουν γελώντας. Και επιστροφή.

_______

1990

Και τρώω την πρώτη αποβολή στο γυμνάσιο. “Γιατί αυθαδίασα και πιάστηκα να λέω θηριώδη ψέματα“.

Το άλλο πρωί  θα άκουγε από την διευθύντρια ότι στην ερώτηση της φιλολόγου μας, αν κανείς μας ποτέ επισκέφτηκε τον Πύργο του Άιφελ, εγώ απάντησα “Δεν τον επισκέφτηκα ακριβώς, αλλά κοιμήθηκα στα πόδια του“.

Η μαμά Μαρία δε θα της απαντούσε καν, απλώς  θα της έστελνε λίγο αργότερα με μένα, χαρούμενο αγγελιοφόρο, μέσα σε έναν φάκελο ένα αντίγραφο φωτογραφίας. Δυο φολκσβάγκεν κάμπερ με ανοιχτές οροφές και τέσσερα κορίτσια με πιτζάμες καρό και σπορτέξ (έτσι τα λέγαμε τότε), σκασμένα στο γέλιο. Νύχτα. Με ένα πιάτο μακαρονάδα να δείχνουν προς τα επάνω. Τον Πύργο.

Και μια σημείωση: “η κόρη μου δε χρειάστηκε ποτέ να πει ψέματα“.

_______

Το θυμήθηκα σήμερα. Επειδή μια κοπέλα δίπλα μου στο ταμείο του σούπερ μάρκετ  έπαιζε με το μπρελόκ της, έναν μικρό ασημένιο Πύργο του Άιφελ. Και λίγο μετά, όταν με ρώτησε ένας φίλος αν είμαι καλά και του απάντησα “pas trop mal”. Συνειδητοποιώντας ότι αυτή είναι μια από τις ελάχιστες απαντήσεις που μπορώ να δώσω στα Γαλλικά (αλλά και “je suis fou”). Ακόμα.

Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουλίου 22, 2009

ευχάριστη διακοπή προγράμματος. παρτ 2.

Μερικά από τα ωραιότερα εξώφυλλα δίσκων είναι δικά του (με μια εμμονή στην Missy Elliott, αλλά ακόμη και στην υπερεκτιμημένη μουσικά Lady Gaga).

Μερικά από τα ωραιότερα κλικ είναι δικά του (για αφίσες της Puma, και εξώφυλλα για Vogue, Arena, Flaunt, Inked, e.t.c.).

Μερικά από τα ωραιότερα διαφημιστικά κλιπάκια είναι επίσης δικά του (όπως της Nike με τον Roberto Carlos).

Θέλω κι εγώ να είμαι δικιά του.

Γουάου, ο Warwick Saint είναι ο δεύτερος άντρας φωτογράφος που με γονατίζει στον ίδιο μήνα.

Τον ξαναθυμήθηκα κυνηγώντας απεγνωσμένα να βρω την φωτό του Tony Ward με το υπέροχο ροζ κοστούμι εντός πισίνας, που έχει ως εξώφυλλο αυτόν τον μήνα το “ΕΥΖΗΝ”.  Δεν βρήκα τη φωτό πουθενά (αυτοί δίπλα στο ΕΥ ΖΗΝ είναι το τρίγωνο των βερμούδων του ιλουστρασιόν κόσμου, παίζει να καταπίνουν τα πάντα), ωστόσο τσίμπησα το σετάκι κλικ του εν λόγω φωτογράφου με ζευγάρι τον Ιταλιάνο με τη σιγά τα αυγά, άντε πια με αυτές τις ανατολικές που νομίζουν ότι είναι ίδιες η Edie Sedgwick Sveta Utkina.

Soooooo ninetees (αν και για τεύχος Γενάρη του 2008, Inked).

Και, ωραίοι μαζί. Απλά.

007_warwicksaint

008_warwicksaint

009_warwicksaint

010_warwicksaint

013_warwicksaint

011_warwicksaint

006_warwicksaint

Όμως η Miller με τον Christensen για την προώθηση του Factory Girl ήταν πολύ πιο κουλ.

Νομίζω;

sienna as edie sedgwick with hayden christensen as  bob dylan

Συμπέρασμα:  O Warwick πηδάει.

Αλλά οράιτ, είχα και καιρό να δω τον Ward και λύγισα. Love justified.

Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουλίου 17, 2009

ευχάριστη διακοπή προγράμματος

Αυτόν τον μήνα έχω λυσσάξει με τις φωτογραφίες του Miles Aldridge για την Ιταλική Vogue.

Φάτε μάτια χρώμα.

Λεπτές καραβαμμένες Αλίκες, πρώην Γκρέτελ χωρίς την ανάγκη του Χάνσελ, βουτηγμένες στην αμαρτία όσων η κακιά μάγισσα απαγόρευε και φυλούσε καραούλι σα ντόμπερμαν για χρόνια, μη τυχόν και πέσει η σοκολατένια οροφή του σπιτιού. Βουτάνε πια δάχτυλα στη σοκολάτα και χτίζουν με χαβιάρι. Όταν η σινιέ βαρεμάρα τους δε χτυπάει κόκκινο αστακί. Νοτ μπαντ για ψυχωτικό μεταμοντέρνο παραμύθι σύγχρονων πριγκιπισσών με μπόλικες τύψεις και άσπρη σκόνη στη γαλλική μυτούλα τους -α λα μανιέρε ντε Τέρι Ρίτσαρντσον σε νηστεία σεξ, χωρίς όμως έστω ένα μιλιγραμμάριο αρσενικού στοιχείου να ακουμπά στο βικτωριανό τραπεζάκι ή στη γάμπα τους.

______

www.milesaldridge.com

και τσιμπάμε και τον τόμο Pictures for Photographs, by Miles Aldridge, Ed. 7L Steidl.

vogue-beauty-march-2008-06

siritollerod-vogue-it-miles-07

siri-tollerod-by-miles-aldridge-vogue-italia-1

siri-tollerod-by-miles-aldridge-vogue-italia

r1wm5e

miles-aldridge-exhibit-1

a9vct5

67micg

21lssbb

15hly7c

2uer0qs

Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουλίου 16, 2009

στο 1 και 42

Στο 1 και 42. Το είπε. Χωρίς να το πει. Δε θες τίποτε άλλο.

Το λέει ο μπαμπάς κάθε φορά που το βλέπουμε. Δυο φορές το χρόνο.

\Από τότε που με θυμάμαι./

Αλλά δεν το είδα ποτέ σε σινεμά. Ποτέ. Πάντα κάτι συνέβαινε και το έχανα στο τσακ.

[Απόψε στην Αθηναία - Vitex. Στις έντεκα. Και μετά περατζάδα στα στενά του κέντρου με μπαλούν φούστα και εσπαντρίγες και μαντιλάκι δεμένο στο μπράτσο -έτσι το προτιμώ εγώ, στο λαιμό πνίγει. Ένα τουλάχιστον δροσερό κοκτέιλ. Και επιστροφή με τσίτα Ντιν Μάρτιν στο αμάξι, Οn an evening in Roma. Πέθανα και είμαι στον παράδεισο. Απόψε.]

Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουλίου 14, 2009

και μετά αυτοί πήγαν μόντε κάρλο. παρτ 2.

Nastas3

Εντάξει, δε ξέρω γιατί δεν το έγραψα πιο πριν.

Το γράφω τώρα. Τον Νάστα και τους Xaxakes τους πρωτοείδα στα δεκαπέντε μου. Πολύ πριν βγάλουν δίσκο. Καλοκαίρι, Ιούλιος, όπως τώρα, στη Σίβηρη. Σε ένα μισοάδειο μπιτς μπαρ που λεγόταν Χάρλει, πρώτο πόδι Χαλκιδικής. Ήμουν εκεί για μια εβδομάδα στο σπίτι του Σ.. Μας έκανε μπέιμπι σίτινγκ η μαμά του για να πάνε οι δικοί μου μόνοι τους σε κάποιο νησί, δε θυμάμαι πια που, ερωτευμένοι φριχτά πάντα.

Εκείνο το βράδυ βγήκαμε για πρώτη φορά έξω. Πρώτη φορά. Σε μπαρ. Οφίσιαλι πρώτη φορά, όχι κρυφά.Με λεφτά στην τσέπη. Και καλοσιδερωμένοι, όλοι. Αλλά “στις δώδεκα να είστε πίσω”. (Γυρίσαμε αργότερα, το θυμάμαι γιατί είχαν πει στις ειδήσεις για βροχή πεφταστεριών εκείνο το βράδυ και τη βγάλαμε αργότερα στην άμμο ξάπλα να κοιτάμε σαν ηλίθιοι προς τα επάνω για ώρες).

Και φτάσαμε εκεί και έπαιζε μουσική (κάτι μεταξύ φανκ και ποπ, περίεργη) μια πολύχρωμη και θεόμουρλη μπάντα. Περίεργη μουσική για παιδιά. Γιατί παιδιά ήμασταν.

Κάτσαμε σε ένα τραπεζάκι, τσακαλοπαρέα αγόρια – κορίτσια, ίδιας περίπου ηλικίας και ήρθε η σερβιτόρα με σηκωμένο φρύδι. Πήραν όλοι χυμούς και κόκα κόλες. Και ήρθε η σειρά μου. Δεν ξέρω πως το ξεστόμισα, τι θάρρος ήταν εκείνο εκείνη την ώρα (δεδομένου ότι είχαμε μαζί μας και το καρφί της παρέας, την Κ. που μέχρι να γυρίσουμε σπίτι, ήδη τα είχε καρφώσει όλα). Πάντως ζήτησα μια διπλή (!) μπατίντα. Αυτό ήξερα, αυτό είπα. Ίσως επειδή είχε μια πολύ σούπερ διαφήμιση τότε στην τιβί, ίσως λόγω της Αρλέττας που άκουγε συνέχεια η μαμά του Σ., η Ε.. Ποιος ξέρει.

Φυσικά ζαλίστηκα, φυσικά με κοιτούσε με δέος η παρέα. Έτσι νόμιζα.

Όπως και να ‘χει, ο  Νάστας έχει γεύση μπατίντα έκτοτε. Και Ιουλίου.

Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουλίου 14, 2009

και μετά αυτοί πήγαν μόντε κάρλο

17y22

Ένα απο τα πρώτα ποστ που έκανα, όταν πρωτοέμαθα τα μπλογκ ήταν για τον Νάστα.

Επειδή ακριβώς το προηγούμενο βράδυ είχα βρεθεί σε συναυλία του στη Θεσσαλονίκη. Μαζί με έναν άνθρωπο, φίλο, που δε λες φίλο, γιατί είναι πολλά παραπάνω.Βασικά, δεν τον λες τίποτα, γιατί θα είναι λίγο. Οπότε το βουλώνεις. Και ήταν και ο Α. εκεί. Ο τσιφ, τότε, μεγάλη λατρεία (ίσως και γι’ αυτό μετά μεγάλος θυμός, όλα μεγάλα μαζί του ήταν πάντα, όχι νερόβραστα). Με την Ε. με τα τότε υπέροχα κοντά μαλλιά, πρώτη φορά μαζί μας. Πίσω μας. Θυμάμαι άραγε καλά; Εϊμαι σχεδόν σίγουρη. Θυμάμαι τη ζέστα, ενώ έξω είχε ψόφο. Ζέστ-α όχι ζέστ-η.

Είχα τα χάλια μου. Δε μου καθόταν μια δουλειά. Είχα μαλώσει με το μισό Θερμαΐκό κόλπο. Επίσης έσταζε ακόμα μια φρέσκια χυλόπιτα στα μούτρα μου. Και ο Ν. ήταν μαζί. Χωρίς μη και γιατί.Πάντα χωρίς φρένο μαζί, οκτώ χρονών σερί.

Ε, από τα πρώτα λεπτά είχαμε χαθεί με τον Έλβις – λουκαλάΐκ μπροστά μας. Χαθεί. Κυριολεκτικά. Αυτό παθαίνεις με τον Νάστα σε λάιβ. Χάνεσαι. Λέγε όσα θες πριν, ρίξε ότι νομίζεις, αλλά μόλις αρχίσει, το ράβεις.

Θυμάμαι του γράφαμε και ραβασάκια που τα έπαιρνε απο τη σκηνή, με παραγγελιές, με “σ΄αγαπώ”. Με “θέλω τα γυαλιά σου τώρα”. Τα διάβαζε και γελούσε, ενώ τραγουδούσε με τη φωνή του Μπάουι. Μας έστελνε φιλιά, μας έδινε τα γυαλιά, μας χάριζε τραγούδια.Τα τσογλανάκια μπροστά του δεν έδειχναν να του τη δίνουν. Ίσα ίσα. Cool as the ocean.

Και μετά δεν πήγε Μόντε Κάρλο, αλλά υποσχέθηκε βότκες, πολλές βότκες. Κι αυτός και η Ντόμινι με τα τέλεια μαλλιά, δίπλα του.

Όταν μετά από πολλές μπίρες τέλειωσε και βγήκαμε μούσκεμα στον ιδρώτα, δε μπορούσαμε να σταματήσουμε να γελάμε, αυτό θυμάμαι. Πήγαμε και τον περιμέναμε στον Θερμαΐκό. Δεν ήρθε όμως ποτέ. Και μετά συνεχίσαμε μόνοι μας και τελείως μα τελείως μεθυσμένοι στο κρυσφύγετο του Αγγελάκα στην Στρατηγού Καλλάρη.

Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να μάθω ότι δεν ήταν επειδή το ξέχασε, όπως λογικά υποθέσαμε τότε, αλλά λόγω ενός μικρού ατυχήματος. Το θυμάται ακόμα.

Και γύρισε, όχι ο χρόνος, αλλά εκείνος με δισκογραφική δουλειά. Με “Το βαλς των ελαφιών”. Και είναι υπέροχος δίσκος.

“Είναι εσύ. Τελείως”, είπε σήμερα ο Π. χωρίς να έχει ιδέα για όλα αυτά και όλη μέρα το σκέφτομαι και γελάω, δεν έχω ακούσει τελευταία κάτι καλύτερο απο ακριβώς αυτό.

Απόψε γυρίζει το κλιπ για το “Πονάν τα χείλη μου (γεια!)” και είναι εδώ. “Σε πιο γκρούβι εκτέλεση”, λέει. Και ήρθε η ώρα για εκείνες τις βότκες. Επιτέλους.

Και δε μπορώ να σταματήσω να ακούω το “Μη. Μαζί. Γιατί”.Ώρες.

Και νιώθω τα πόδια να σηκώνονται λίγο απο το έδαφος, τα μάτια να κλείνουν και είναι τα κόκκινα παπούτσια του παραμυθιού, να μη μπορείς να σταματήσεις να χορεύεις.

Και εκείνος; Ο Ν.; Χαθήκαμε. Έκτοτε. Δε θυμάμαι πολλά ακόμη βράδια μετά απο εκείνο. Όχι τόσο ευτυχισμένα τουλάχιστον. Δουλειές, ξέρω γω, πώς γίνεται πάντα; Έτσι.Χωρίς να σημαίνει τίποτα.

Αν απόψε τον φέρεις, Έλβις λουκαλάΐκ μου, πάλι, για τα χρωστούμενα, από μένα ότι θέλεις. Ένα ακόμα βράδυ ένας που αγαπώ πολύ, χωρίς ταμπελάκι. Γιατί, μη τα ξαναλέμε, πολλά.

Δωράκι για τον κάπτεν Α.. Και τον Ν.. Φιλί όπου κι αν είστε απόψε.

[photo: by manitari.gr]

Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουλίου 4, 2009

supersonic slap / καινούριο φιν

Surf Board

Ξημερώματα Σαββάτου σπίτι. Στη βεράντα με μακαρονάδα πέστο και κρύα μπίρα. Και Beloved. Ωραία ησυχία.

Ύπνος στην ξαπλώστρα, κάμπινγκ σπίτι. Κρίμα να μην είναι απο άμμο το (αχώνευτο) μάρμαρο κάτω απο την πατούσα. Και μετά, το πρωί,  πιάνει η θεικότερη μπόρα, μούσκεμα όλα, ξυπνάω στάζοντας και τρέχω στην κουζίνα για καφέ, δε λειτουργεί το ρεύμα, με γκαζάκι. Κάποιος παίζει Μπάρι Άνταμσον κάπου, ακούγεται repeatedly ανάμεσα στους κεραυνούς το Somethin’ wicked this way comes.

_________

[Καιρό πριν]

Έρχομαι τώρα. Μεσάνυχτα. Εν ίντρεστινγκ γκάι.

Βότκα λάθος με λεμόνι. Βάλε άλλη, έχεις; Χωρίς λεμόνι. Σχολιάζει τα πάντα. Μάλλον δεν του αρέσει το σπίτι. Τον τσατίζει η φωτό στο ψυγείο της Φρειδερίκης. Έχει πιει. Δε πειράζει. Κι εγώ.

Θέλω να πηδηχτούμε, τι του παίρνει τόση ώρα. Την κάνω γαργάρα. Για όλα. Ακούω και δεν ακούω. Κάτι λέει για μουσική, για φεστιβάλ; Κάτι τέτοιο, κι εσύ Θεσσαλονικιά, ναι, συγχαρητήρια, το λέμε δέκατη πέμπτη φορά, μα δε βαρέθηκε, τα ίδια αστειάκια, είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Μπαρούφες σικέ, αλλά αν έτσι θέλει, σόου μπι ιτ. Αλήθεια; Τον τσιγκλάω στο καβάλο. Ανεβαίνω πάνω του, φιλί. Δεν έχει ωραία γεύση. Ούτε καν στη μέση το ποτήρι. Πάμε; Επιτέλους.

Mιλιά, χαιδολόγημα μουγκό. Βαριέμαι λίγο. Δεν τον βλέπω στο σκοτάδι. Που και που μόνο.

Θέλω να σε δω να χύνεις ασταμάτητα μωρό μου.

Αλλά ξαφνικά είναι αργά, δεν τον θέλω καν πάνω μου. Τώρα θέλω ένα ποτό, οτιδήποτε και να φύγει.

Ησυχία. Μέχρι να βάλω πάγο τον ακούω. Χι τζερκς οφ. Παθέτικ. Αλλά αδιάφορο. Κοιμάται με τη μία καπάκι.  Θέλω να φύγει. Τον σκουντάω. Να ξυπνήσει. Δεν καταλαβαίνει Χριστό. Μου τη σπάει η ανάσα του. Κουνιούνται ρυθμικά τα χέιλια του. Δεν ροχαλίζει, αλλά περίπου. Μου τη σπάει το δέρμα του απο τα γένια. Ημερών. Οτι είναι γυμνός στο κρεβάτι μου. Τα ρούχα του πεταμένα παντού. Μου τη σπάει.Μα μποτίνια, τιράντες και πουκάμισο με μακρύ μανίκι με τόση ζέστη; Μου τη σπάει και αυτό.

Σκουντάω ξανά. Δεν ξυπνάει, λέει μωρό μου και με αγκαλιάζει. Άσθμα. Δεν παίρνω ανάσα.

Πάω στο μπαλκόνι. Σκοτάδι ακόμα. Ξημέρωσε γαμώτο μου να πάει στο διάολο. Γαμώ τη μαλακία μου.

Ακόμα ένα ποτό. Και ξαφνικά νυστάζω γνήσια. Κλείνουν τα μάτια. Επιτέλους. Επιστρέφω στο κρεβάτι, δίπλα του.

Πάλι αγκαλιά. Αλλά τώρα τη θέλω. Εϊναι οκ. Κουταλάκι και ύπνος, θεέ είναι ψηλός τελικά.

Λίγο μετά ξυπνάω, ύπνο με αγκαλιά τέτοια δε θες πολύ, λίγο αρκεί να μη σκουριάσουν οι κλειδώσεις. Θέλω καφέ. Του φτιάχνω. Δε θέλει. Σκέφτομαι θα φύγει. Μιλάει ασταμάτητα στο τηλέφωνο.

Στην πόρτα φιλί. Έχω αμηχανία περιέργως. Λέω τα λέμε το βράδυ. Ευτυχώς το παίζει το παραμύθι, δε μου τη λέει, απαντάει απλά ναι. Ήταν ωραία. Πολύ. Μάλλον δε θυμάται. Ναι, λέω. Στο αφτί μουρμουρίζει, θέλω να χύνεις κάθε φορά όπως χτες. Τι λέει; Ναι, απαντάω. (σκέφτομαι, τέλεια, μπορεί να μπορούμε να είμαστε φίλοι που δίνουν όταν συναντιούνται μεθυσμένοι πεταχτά φιλιά, μα είναι τόσο κουλ και  ίντρεστινγκ γκάι, τι καλά δε θυμάται Χριστό).

_________

Η Λ. λέει ότι υπάρχουν άνθρωποι με λάισενς του κιλ, εγώ δεν το ‘χω, βγαίνει άτσαλα. Ξέρω τι εννοεί. Αλλά γελάω ένιγουει με την ατάκα. Και εκείνη έτσι ήταν. Μέχρι που ένιωσε την κάννη πάνω της. Όταν πήρε φίντμπακ. Και είδε ότι μπορεί τελικά και να έχανε και επέστρεψε έτσι την άδεια. Αλλά τότε λέει, δεν το καταλάβαινε. Έφευγε ευτυχισμένη. Ή μάλλον ικανοποιημένη. Μεγάλο δείπνο, γκράντε κινήσεις, πλουσιοπάροχα όλα, στιλάτα βράδια ρόλων,  μέχρι το σεξ και μετά φίου.

________

Ποτό αργά χτες βράδυ στην Καρύτση με Λ.. Πάλι. Σε τραπέζι έξω με τσιγάρα, μοχίτο και μπρουσκέτες. Κουρασμένη απο τον πανέξυπνο και ζόρικο εξάχρονο πιτσιρικά της (παρθένος, τι περιμένεις, λέει με αναστεναγμό), αλλά ευτυχισμένη. Με το ζόρι κρατάει τα μάτια της ανοιχτά, αλλά θέλει να ακούσει. Πες την εβδομάδα σου. Και μετά για διακοπές. Που θα πάμε. Θα πας και κάπου μόνη; Ίσως. Μπορεί για σερφ. Αλλά θα γίνω ρόμπα, έχω να κάνω χρόνια. Δεν ξέρω. Πονάνε και τα γόνατά μου, όποτε κάνω ποδήλατο, δεν είναι καλό σημάδι. Βασικά κωλώνω. Δε θυμάται να της μίλησα για σερφ ποτέ. Της λέω, αυτές τις μέρες το θυμήθηκα, το λαχτάρησα.  Φαίνεται. Με ρωτάει να της πω πότε ξεκίνησα. Της αρέσουν τα πανιά και οι σανίδες μες στη θάλασσα, αλλά βαριόταν λέει όταν πήγε στη Χρυσή Ακτή, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι πανιά. Σούπερ, χαζογελάω.

Πρώτη γυμνασίου, Λ… Παραλία Γριάβα. Ελεύθερο κάμπινγκ με μαμά και μπαμπά και το Φολκσβάγκεν. Τρεις μήνες. Δίπλα οικογένεια γερμανών σε μπάνγκαλοου. Και βγαίνει την τρίτη μέρα με σανίδα του σερφ και πανί. Ξανθός, θεός, μακριά μαλλιά. Και μένω με την ίδια στάση, χωρίς ανάσα, ένα καλοκαίρι, καραούλι πότε θα βγει στα ανοιχτά να χαζεύω με τα κυάλια. Να μπαίνει στη θάλασσα για βουτιά με κωλοτούμπα. Με τη μικρή σανίδα του από την ξηρά σφαίρα. Να ακούει στο αμάξι συνέχεια ένα τραγούδι με ουυυυυυ στους στίχους και να το φωνάζει.

Ξέρω γερμανικά αλλά ντρέπομαι να μιλήσω. Κάποια στιγμή με παίρνει χαμπάρι, κάνει χαβαλέ με το πιτσιρίκι, μου δείχνει πως να ανέβω στη μικρή σανίδα, την τελευταία εβδομάδα. Πέφτω συνέχεια. Κάθε μέρα, ώρες. Ντρέπομαι να του πω οτι ξέρω γερμανικά. Μου μιλάει αγγλικά. Καταλαβαίνω τα μισά, αλλά δεν έχει καμία σημασία. Λιώνω.Έτσι θα μπαίνεις, απο την ακτή, μαγκιά, είναι τέλειος. Mast, boom, fin, u joint. Σοβαρός σα να μου δείχνει τα συστατικά του φατ μπόι. Fin is important, you go straight because of it. Otherwise you would go sideways.

Και έρχεται η μέρα που τα μαζεύουμε και φεύγουμε (και αφού στα κρυφά του έχω αφήσει κάτω απο την πόρτα του μπάνγκαλοου ραβασάκι. Hab’ dich lieb. Werde niemals vom Brett runtergehen. Δε θα κατέβω ποτέ απο τη σανίδα. Σ΄αγαπώ. Και μετά, επιστροφή στην πόλη. Κλάμα. Και τηλέφωνο στην ιντερέντ. Σας παρακαλώ πείτε μου σε ποιον έχει νοικιαστεί το κόκκινο Σαμουράι με αυτήν την πινακίδα. Και έκπληκτη, παίρνω ένα όνομα Στέφαν Ράαμπε. Μετά στο αεροδρόμιο. Σας παρακαλώ πείτε μου, πότε φεύγει ο Στέφαν Ράαμπε και για που. Εϊναι ανάγκη. Έχει μια μπάλα δική μου, να την πάρω, να προλάβω. Παιδική φωνή πείθει. Φεύγει αύριο για Μόναχο.

Το επόμενο ταξίδι στη Γερμανία με το μπαμπά και τη μαμά έρχεται λίγο μετά, με το Φολκσβάγκεν. Μόλις περνάμε τα σύνορα και μπαίνουμε Βαυαρία, στοπ. Και στην πάρκινγκ τρέχω στο θάλαμο, ανοίγω τον κατάλογο του κρατιδίου. Για να διαπιστώσω ότι το όνομα Raabe είναι λίγο Παπαδόπουλος, είκοσι σελίδες τηλέφωνα. Κλείνω τον τόμο και μαζί το κεφάλαιο.

Περνάνε χρόνια, πολλά. Εϊμαι δεκαοχτώ, στο κάμπινγκ μια οικογένεια γερμανών, πάλι. Ο γιος, ίδια ηλικία, φτυστός ο πιτσιρικάς της γαλάζιας λίμνης, τον λένε Μπεν, είναι ψηλός και κουκλί, με κατάξανθες μπουκλίτσες και για κάποιο λόγο όποτε κοιταζόμαστε τα χάνουμε. Ένα καλοκαίρι ακούμε Fugees και Beastie Boys, τους στίχους απέξω.  Βράδια στα κρυφά με το βεσπάκι στο μπαρ και ξημερώματα προσεκτικά, ζαλισμένοι πίσω, κρυφά μέσα στις εκ διαμέτρου αντίθετα στημένες σκηνές για ύπνο, με τη χήρα του κάμπινγκ να καθαρίζει με το νυχτικό τα ντουζ και να της κάνουμε σουτ με νόημα. Κάνει όλη μέρα σερφ. Με παίρνει μαζί. Και με τη σανίδα σε κολπίσκους δίπλα, μόνοι. Απίστευτο βασανιστικό σεξ ωρών και τρελή δίψα μετά, είμαστε κατάμαυροι και αλμύρα και όλα τέλεια, το πακέτο τσιγάρα μέσα στο μαγιό εκείνος, που δεν πέφτει στο νερό, να μη βραχεί. Και κάποια βράδια βουτιά και να κλέβουμε τις γερμανικές σημαίες απο τα αραγμένα ταχύπλοα, επειδή τον τσατίζουν.

Έλα να σπουδάσεις στην πόλη μου, μην πας Μόναχο, μα γιατί θέλεις Μόναχο, έλα Γκέτινγκεν. Και την τελευταία εβδομάδα των διακοπών κάνουμε μαζί τα χαρτιά μου. Για Γκέτινγκεν. Νομική. Γελάμε, θα είμαστε μαζί. Το επόμενο Πάσχα θα πάμε μαζί στην Αρλ για σερφ. Σχέδια.

Η Λ. ρωτάει αν κράτησε. Φυσικά όχι. Τέλειωσε ακριβώς έναν μήνα αφού μετακόμισα στο Γκέτινγκεν. Αλλά εντωμεταξύ είχαν αρχίσει τα μαθήματα, ήμουν φλωράκι μπακ δεν, μας τέλειωσε. Υπήρχε και ο Ντάνιελ στη σχολή. Ερωτευόμουν εύκολα τότε. Όχι όπως τώρα.

Και;

Και έναν μήνα πριν επιστρέψω μόνιμα Θεσσαλονίκη, έξι χρόνια μετά δηλαδή, σε ένα μπαρ με συμφοιτητές ξενέρωτους πίνουμε Ρίσλινγκ και τσιμπάμε τσιπς. Και ανοίγει η πόρτα. Στο ορκίζομαι, μου κόπηκε η ανάσα. Όπως την πρώτη φορά, δεκατέσσερα χρόνια πριν. Ήμουν σίγουρη. Αλλά φαινομενικά ήταν αδύνατο.

Φυσικά πήγα προς το μέρος του. Φυσικά ρώτησα. Μήπως σε λένε Στέφαν; Όχι. Λαρς.

Και δεν ήσουν ποτέ στην Σιθωνία; Δυο καλοκαίρια στα δεκαοχτώ μου, ναι, στο κάμπινγκ του Γριάβα για σερφ.

Του εξηγώ. Το κοριτσάκι με τα μαθήματα σερφ στα αγγλικά. Με το ξεφούσκωτο λάστιχο ποδηλάτου που μου έφτιαξε ένα απόγευμα. Που μιλούσε γερμανικά ήδη, αλλά και δεν.

Και;

Και αποδείχτηκε ότι εκείνος έμενε πάντα στο Γκέτινγκεν. Στέφαν ήταν ο θείος του που είχε στο όνομά του νοικιάσει το αμάξι. Εκείνος έμενε στο Μόναχο. Εκείνος πήρε και το ραβασάκι της πιτσιρίκας, το είχα σπρώξει κάτω απο τη χαραμάδα της λάθος πόρτας. Και αν και μη ξέροντας ποιος ήταν αυτός που το υπέγραφε, το είχε χρόνια στο πορτοφόλι του. Ήταν το μοναδικό, λέει, που είχε λάβει ποτέ.

Κατάλαβα ότι ο πλανήτης είναι κουμπότρυπα και όλα πιθανά. Μα όλα. Και δύσκολα μετανιώνω για οτιδήποτε (εντάξει, για ελάχιστα μαλακισμένα βράδια ίσως, που θα είχα περάσει καλύτερα μόνη χωρίς κενό και άσθμα). Αυτό. Δεν αρκεί;

(εντωμεταξύ ο ίντρεστινγκ γκάι στέλνει μεταμεσονύχτιο, σε θέλω, εγώ πάλι καθόλου, κρίμα να ξοδεύει την μπαρούφα σε λάθος αποδέκτη, αλλά άι τραστ ότι πέντε λεπτά μετά θα βρει τον σωστό, το ‘χει, με κάνει περήφανη)

Μισητή Λ. καθρέφτη. Με το ειρωνικό βλέμμα. Κόψε τις μαλακίες τότε. Και εκεί που ψοφάς (μη ψαρώνεις) και ειδικά εκεί που δεν ούτε για σάλιο (κάντην).

[Ξέρεις τι θέλω;  Μα τω Χριστώ, να με πάρει πάλι ένας απο το χέρι,  και το χέρι να πάει μόνο του, όπως στα μαθήματα με τη σανίδα που γλιστρούσε απο το αντιηλιακό. Χωρίς μπαρούφες και λάισενς και γκραντ τζέστιουρς στημένες, μπόρινγκ. Όλα τζαστ αμπάουτ αυθόρμητα, ούτε βεβιασμένα άδεια μύδια, ούτε πολύπλοκα. Της προκοπής, απλά.]

[Α, ναι. Και αυτό ήταν το τραγούδι με τα ουυυυυ στους στίχους που τραγουδούσε για εβδομάδες. και μου κόλλησε για κανά χρόνο]

Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουνίου 25, 2009

jill munroe is no more

fawcett68

fawcett74

fawcett73

fawcett77

fawcett233

Πάει και η τελευταία ξανθιά  των σέβεντις με ενδιαφέρον.

Που φυσικά και δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ όπως έπρεπε (Jill Munroe / Charlie’s Angel’s) ούτε έδωσε πολύ παραπάνω απο μερικά λεπτά διασκέδασης στα -κλεισμένα στο μπάνιο- Αμερικανάκια μιας ολόκληρης γενιάς της Κλεραζίλ, μέσα από σελίδες ενός περιοδικού (ρεκόρ πωλήσεων του Playboy, 4 εκ. τεύχη, με εξώφυλλο εκείνη).

Αλλά είχε κάτι αυτή η Farrah Fawcett. Ίσως επειδή το πρόσωπό της -εν αντιθέσει με το σίγουρο και αλαζονικό σώμα της-  δε μπορούσε να αποφασίσει αν ήθελε να έχει την παγωμάρα της Kelly ή το κόκκινο της Monroe. Γιατί μαζί τους μεγάλωσε. No doubt.

Φάτε στη μάπα Lindsay Lohan τώρα.

Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουνίου 25, 2009

S sent a message

lipgloss-pulp-10646

me bales k akouw pulp autes tis meres, afou eksantlisa to different class apo proxtes molis katebasa to his n hers pou to xa se kasseta k guess what: to razzmatazz sou leei itan mono single! ame ame, den yparxei se kanoniko album mesa!! -de to ksera / thimomoun. pros to sk me blepw na katebazw k to this is hardcore pou de to xa pote k se kamia morfi.

ade kissess

ps: k i wraia eikona tou mesimeriou pou mou rthe k anapolisa einai: tote pou tha xe bgei to his n hers k to xa se kasseta ap ta panepistimia ekeini tin periodo loipon mesimeri gyrnaw spiti mesimeri me to triari k einai mia kopela k kathetai stis mprosta theseis k einai omorfi k kastani kses -ekeina ta xronia :P – k exei sakoula apo to noize isws k mesa diakrinw to ekswfilo apo to lipgloss me to kragion k auto den exei allo, mou rthe twra filia -apla tote kses, mia omorfi kopela 15-16 me to vinilio to lipgloss itan kati :D

Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουνίου 5, 2009

ένα ακόμα (εγώ, μετά, δεν)_part 1

Cigarette

Ιούλιος 1993.

Ο Γ. είναι μεγάλος έρωτας. Kατάξανθος με γαλάζια μάτια, βέρι Μακουήν, όλα τα κορίτσια τρέχουν πίσω του, βαράνε σκοπιά να τον δουν να περνά, του γράφουν γράμματα, καραούλι για μια του λέξη, απίστευτα ανόητα κορίτσια. Αγαπιόμαστε πολύ. Είναι ο αδερφός που θέλω να έχω, έναν χρόνο μεγαλύτερος και εντελώς Μαγκάιβερ. Μοιραζόμαστε ίδιο αίμα. Δυο εβδομάδες, όπως κάθε καλοκαίρι στο χωριό μαζί. Μέσα στα χωράφια, τους βάλτους, να κάνουμε σουβλάκι με βατράχια περνώντας τα απο καλάμια τεράστια, ποιος θα προλάβει πιο γρήγορα, νικητής, με ποδήλατο ή χωρίς. Καμιά φορά με κλεμμένο μηχανάκι, μου μαθαίνει να κάνω σούζα, να φρενάρω και να σηκώνεται η πίσω ρόδα. Όποτε πέφτω με σηκώνει. Εκείνος δεν πέφτει ποτέ. Μαυρισμένοι σαν τσιγγάνοι με μονίμως σκασμένα χείλια και πόδια γδαρμένα.

Προτελευταίο βράδυ, μεσάνυχτα, και “μόλις κοιμηθούν όλοι πάμε στην πόλη, με το ποδήλατο, θα οδηγώ εγώ που έχω δύναμη, εσύ κάτσε στο τιμόνι, αλλά να είμαστε ντυμένοι κάτω απο τα σεντόνια, έτοιμοι και θα γυρίσουμε πριν την αυγή, πριν ξυπνήσουν”.

Κριάρι Πεζό και πονάει το τιμόνι στον πισινό, αλλά φεύγουμε, σκοτάδι, δε βλέπουμε τίποτε, περνάμε μέσα απο το χωριό, χωράφια, βγαίνουμε στον κεντρικό, ακούραστος κάνει πεντάλ. Λίγα μέτρα πριν το μεγάλο κλαμπ το κρύβουμε πίσω απο τους θάμνους, προσεκτικά, να μη φαίνεται. Σιάχνω το φόρεμα, σκουπίζει το μέτωπο. Βλέπει το φόρεμα, είναι με μανίκια. Κάνει κρατς και σκίζει τα μανίκια. “Καλύτερα”.

Παίρνει το χέρι μου και το βάζει στην τσέπη του, λίγο πριν μπούμε μέσα. Ένα πακέτο Κορντίνα.  “Έχω και αναπτήρα και ένα πεντοχίλιαρο”.

Παραγγέλνουμε Β52 γιατί ακούγεται μαγκιόρικο. Ανάβει ένα, ενώ εγώ παλεύω με τον αέρα, το γκρι φουστάνι, τα μαλλιά, το λιποζάν. Όλες φοράνε γόβες μυτερές, εγώ σουπέργκα πάνινα, έχουν και ροδιές επάνω. Πρώτη τζούρα και ζάλη.  Τη δεύτερη την βγάζω φέικ. Καλύτερα έτσι. Παίζω με τα μαλλιά όπως τα πολύχρωμα κορίτσια γύρω. Στέκομαι όπως εκείνες. Προσπαθώ. Με σκουντάει να σταματήσω, “βλακείες”, λέει. Στην τουαλέτα δίπλα σε εκείνη που βάζει κόκκινο κραγιόν, ρίχνω νερό στα μαλλιά να τα κολλήσω κάπως πίσω, με το ένα κορδόνι απο τα παπούτσια τα πιάνω, όπως η Σαντέ. Νομίζω πως είμαι ίδια.

Ως τις πέντε έχουμε πιει απο δυο Β52, έχουμε κόκκινα μάτια, μου δείχνει πως να το σβήνω με το παπούτσι, χωρίς να λερώσω τη μύτη ή να το κάνω νιανιά. Το πακέτο τελειώνει. Και πάμε να φύγουμε γρήγορα, ξημερώνει. Βιάσου.

Στην έξοδο ο μεγάλος αδερφός Ν. με γκόμενα κρυφή, δεν είναι η Ρ.,  με εξώπλατο φόρεμα, χάλια πρόσωπο, είναι πιο άσχημη απο τη Ρ., μα είναι χαζός, αλλά έχει τέλεια πόδια με ένα ενδιαφέρον σημάδι και πεθαίνω τελικά για σημάδια στο σώμα, που προσπαθείς να φανταστείς πως έγιναν και πάντα το σενάριο είναι καλύτερο, και ντροπή. Σημάδι με το δάχτυλο στα χείλια “σουτ”. Όλοι ταυτόχρονα. Και γέλια.  “Εμείς, να, ξέρεις, δεν”.

_______________________

Ιούνιος 1995.

Η Φ. είναι το πιο κουλ κορίτσι του σχολείου. Φοράει περφέκτο το χειμώνα και δε βγάζει ποτέ τα τζιν. Η μαμά της, της αγοράζει Τίμπερλαντ, τα λέει “φώκιες ” και τα κρύβει στη ντουλάπα. Καπνίζει συνέχεια στα κρυφά, πίσω στη γωνία, τη βλέπω, με ενδιαφέρει πολύ. Έχει μαλλιά σαν της Μία Γουάλας. Βρωμόστομα και φακίδες. Όταν μιλάει κουνάει τον δείκτη. Εγώ υπακούω, σχεδόν. Πίσω στη γωνία, μου δίνει ένα Ντάβιντοφ σκούρο. Διαβάζει Κέρουακ, εγώ Μαν, ακούει Νιρβάνα και Τσίλι Πέπερς, εγώ Στέρεο Εμσίζ. Το επόμενο Σαββατοκύριακο, μου λέει να πάμε με το λεωφορείο της γραμμής στο ξενοδοχείο της γιαγιάς της, στην Αγία Τριάδα, πρώτο στη θάλασσα. Νεκρή σεζόν και με δικό μας δωμάτιο, σαν πελάτες.

Ένα βράδυ κάφτρες στο σκοτάδι, πεινάω πολύ, αλλά δεν κάνει να φάμε τίποτε λέει γιατί αύριο θα βάλει μαγιό, περίεργο, γιατί να μη φάει, αναρωτιέμαι, φοράει δαντελωτά μαύρα στρινγκ, μα πως μπορεί, τελείως άβολα, φυσικά κοροιδεύει τα δικά μου βαμβακερά λευκά κάλβιν που είναι αγορίστικα (μου έφερε η θεία μια ντουζίνα απο Αμερική μπερδεύοντας τα κουτιά ή τα ανίψια), έλεος λέει, με μπερδεύει κι άλλο επειδή θυμάται περίεργους στίχους απέξω, δεν καταλαβαίνω πολλά, μόνο ότι θέλω να είμαι έτσι, πολύ κουλ, θέλει κι αυτή βέσπα, της υπόσχομαι μαθήματα, τα έχει με τον Μιχάλη που κάνουν συ-νέ-χει-α μαζί κοπάνα στο απέναντι καφέ και πίνουν σκέτους φραπέ και κάνουν συ-νέ-χει-α παιχνίδι (που οδηγεί ένα Πασάτ), εγώ με τον Κώστα που καμιά φορά κάνουμε κοπάνα μαζί, πηγαίνουμε στον Μπαξέ  και μ’ ανεβάζει στη σανίδα όταν η θάλασσα είναι λάδι  (και οδηγεί ένα Σαμουράι που μυρίζει Μπανάνα Μπόουτ αντιηλιακό), είναι φίλοι, πόσο βολικό. Θέλει να κάνει σεξ μαζί του, στρώνει σχέδιο. Εσύ θα πεις ότι είσαι σε μένα, εγώ σε σένα. Και οι δυο θα βρεθούμε εκεί. Χαζή, θα είναι εύκολο, εσύ στο δίπλα δωμάτιο. Μαζί. Αυτό θα είναι κουλ. Με πείθει. Να τελειώνουμε με αυτό. Γιατί μετά θέλει τον Χ. και να ξέρει όσα πρέπει.

Η γιαγιά σιγοπερπατά, τσεκάρει, αλλά είναι ημίτυφλη, δε βλέπει τις κάφτρες ούτε το κλεμμένο μπουκάλι Τζιμ Μπιμ. Η Φ. δε θέλει ύπνο αγκαλιά, εγώ θέλω, με σπρώχνει πιο εκεί, δεν είμαστε μωρά, αυτό δεν είναι κουλ.

Την επομένη ήλιος και η Φ. βαμπίρ στη σκιά. Μόνη στη θάλασσα.

Και τρεις νύχτες μετά η σκέψη στο δίπλα δωμάτιο. Χορογραφημένα όλα, κάθε κίνηση. Θα του πω, θα μου πει, θα κάνει, θα ράνει, εγώ. Εκείνη όμως το κάνει; Απορία. Και δεν ακούγεται τίποτε, μόνο Τζέιμς απο το φορητό στο δίπλα δωμάτιο. Ολ μεσντ απ. Ακολουθεί το σχέδιο;

Φιλιά πολύ νόστιμα με γεύση πεπόνι, αστεία χάδια, ναι εκεί,  σκέφτομαι ασταμάτητα, μη φεύγεις απο εκεί, γουάου ξέρει ότι εκεί,  έφυγες όμως, γαμώτο μη σκέφτεσαι τίποτα, σκέφτομαι, και τώρα πότε θα τελειώσει, εντάξει σε λάθος μέρος είναι τα χέρια σου πια, οκέι, περίπου βαρετό. Μετά απορημένη θέλω τσιγάρο. Όπως στις ταινίες. Αλλά δε μ’ αφήνει. Παίρνει το πακέτο και το πετάει. Πρέπει να περιμένω την Φ. να βγει, να πάρω ένα απο τα δικά της, θυμώνω. Λίγο.

Μετά, το έκανες; Το έκανα. Και σιγά. Αλλά μη το πεις σε κανέναν.  Και εκείνη απρόσμενα, (μη κουλ) δάκρυα. Μα. Εκείνη δεν.

_______________________

Δεκέμβριος 1995.

Κρύβω το δικό μου πακέτο Μουράτι όποτε γυρίζω απο το φροντιστήριο στο μεταλλικό κουτί κάτω απο τα γραμματοκιβώτια, πίσω απο τα παλιά κιτρινισμένα διαφημιστικά που το συνεργείο δε λέει να καθαρίσει και δεν πιάνει απο τη λίγδα κανείς. Ο Σ. μόνο ξέρει που είναι, σε περίπτωση που ξεμείνει από Πρινς. Κάθε απόγευμα ραντεβού κάτω και ένα στην υπόγεια σκάλα στα όρθια και κρυφά. Καμιά φορά και δυο απανωτά. Αυτά. Γκόμενα; Όχι. Γκόμενος; Όχι. Δίνεις μάθημα; Και ήσυχα, έρχεται ο κυρ Μιχάλης. Αν χαλάσει το ασανσέρ, εδώ θα έρθουν, φακ, θα μας δουν, θα μυρίσουν τον καπνό, πρέπει αλλού. Κι αν πάρει η δικιά σου τη δικιά μου και μιλήσουν; Αν δει οτι δεν είμαστε σε κανένα απο τα δυο σπίτια; Θα ανοίξουν τις εξώπορτες. Φακ. Διπλό φακ. Και φιλί πεταχτό στα χείλια τσιγαρένιο, ραντεβού αύριο. Μ’ αγαπάς ε; Ναι, elefant shoe. Αλλά εκείνες να που ποτέ δεν.

__________________________

Older Posts »

Κατηγορίες