Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουλίου 4, 2009

supersonic slap / καινούριο φιν

Surf Board

Ξημερώματα Σαββάτου σπίτι. Στη βεράντα με μακαρονάδα πέστο και κρύα μπίρα. Και Beloved. Ωραία ησυχία.

Ύπνος στην ξαπλώστρα, κάμπινγκ σπίτι. Κρίμα να μην είναι απο άμμο το (αχώνευτο) μάρμαρο κάτω απο την πατούσα. Και μετά, το πρωί,  πιάνει η θεικότερη μπόρα, μούσκεμα όλα, ξυπνάω στάζοντας και τρέχω στην κουζίνα για καφέ, δε λειτουργεί το ρεύμα, με γκαζάκι. Κάποιος παίζει Μπάρι Άνταμσον κάπου, ακούγεται repeatedly ανάμεσα στους κεραυνούς το Somethin’ wicked this way comes.

_________

[Καιρό πριν]

Έρχομαι τώρα. Μεσάνυχτα. Εν ίντρεστινγκ γκάι.

Βότκα λάθος με λεμόνι. Βάλε άλλη, έχεις; Χωρίς λεμόνι. Σχολιάζει τα πάντα. Μάλλον δεν του αρέσει το σπίτι. Τον τσατίζει η φωτό στο ψυγείο της Φρειδερίκης. Έχει πιει. Δε πειράζει. Κι εγώ.

Θέλω να πηδηχτούμε, τι του παίρνει τόση ώρα. Την κάνω γαργάρα. Για όλα. Ακούω και δεν ακούω. Κάτι λέει για μουσική, για φεστιβάλ; Κάτι τέτοιο, κι εσύ Θεσσαλονικιά, ναι, συγχαρητήρια, το λέμε δέκατη πέμπτη φορά, μα δε βαρέθηκε, τα ίδια αστειάκια, είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Μπαρούφες σικέ, αλλά αν έτσι θέλει, σόου μπι ιτ. Αλήθεια; Τον τσιγκλάω στο καβάλο. Ανεβαίνω πάνω του, φιλί. Δεν έχει ωραία γεύση. Ούτε καν στη μέση το ποτήρι. Πάμε; Επιτέλους.

Mιλιά, χαιδολόγημα μουγκό. Βαριέμαι λίγο. Δεν τον βλέπω στο σκοτάδι. Που και που μόνο.

Θέλω να σε δω να χύνεις ασταμάτητα μωρό μου.

Αλλά ξαφνικά είναι αργά, δεν τον θέλω καν πάνω μου. Τώρα θέλω ένα ποτό, οτιδήποτε και να φύγει.

Ησυχία. Μέχρι να βάλω πάγο τον ακούω. Χι τζερκς οφ. Παθέτικ. Αλλά αδιάφορο. Κοιμάται με τη μία καπάκι.  Θέλω να φύγει. Τον σκουντάω. Να ξυπνήσει. Δεν καταλαβαίνει Χριστό. Μου τη σπάει η ανάσα του. Κουνιούνται ρυθμικά τα χέιλια του. Δεν ροχαλίζει, αλλά περίπου. Μου τη σπάει το δέρμα του απο τα γένια. Ημερών. Οτι είναι γυμνός στο κρεβάτι μου. Τα ρούχα του πεταμένα παντού. Μου τη σπάει.Μα μποτίνια, τιράντες και πουκάμισο με μακρύ μανίκι με τόση ζέστη; Μου τη σπάει και αυτό.

Σκουντάω ξανά. Δεν ξυπνάει, λέει μωρό μου και με αγκαλιάζει. Άσθμα. Δεν παίρνω ανάσα.

Πάω στο μπαλκόνι. Σκοτάδι ακόμα. Ξημέρωσε γαμώτο μου να πάει στο διάολο. Γαμώ τη μαλακία μου.

Ακόμα ένα ποτό. Και ξαφνικά νυστάζω γνήσια. Κλείνουν τα μάτια. Επιτέλους. Επιστρέφω στο κρεβάτι, δίπλα του.

Πάλι αγκαλιά. Αλλά τώρα τη θέλω. Εϊναι οκ. Κουταλάκι και ύπνος, θεέ είναι ψηλός τελικά.

Λίγο μετά ξυπνάω, ύπνο με αγκαλιά τέτοια δε θες πολύ, λίγο αρκεί να μη σκουριάσουν οι κλειδώσεις. Θέλω καφέ. Του φτιάχνω. Δε θέλει. Σκέφτομαι θα φύγει. Μιλάει ασταμάτητα στο τηλέφωνο.

Στην πόρτα φιλί. Έχω αμηχανία περιέργως. Λέω τα λέμε το βράδυ. Ευτυχώς το παίζει το παραμύθι, δε μου τη λέει, απαντάει απλά ναι. Ήταν ωραία. Πολύ. Μάλλον δε θυμάται. Ναι, λέω. Στο αφτί μουρμουρίζει, θέλω να χύνεις κάθε φορά όπως χτες. Τι λέει; Ναι, απαντάω. (σκέφτομαι, τέλεια, μπορεί να μπορούμε να είμαστε φίλοι που δίνουν όταν συναντιούνται μεθυσμένοι πεταχτά φιλιά, μα είναι τόσο κουλ και  ίντρεστινγκ γκάι, τι καλά δε θυμάται Χριστό).

_________

Η Λ. λέει ότι υπάρχουν άνθρωποι με λάισενς του κιλ, εγώ δεν το ‘χω, βγαίνει άτσαλα. Ξέρω τι εννοεί. Αλλά γελάω ένιγουει με την ατάκα. Και εκείνη έτσι ήταν. Μέχρι που ένιωσε την κάννη πάνω της. Όταν πήρε φίντμπακ. Και είδε ότι μπορεί τελικά και να έχανε και επέστρεψε έτσι την άδεια. Αλλά τότε λέει, δεν το καταλάβαινε. Έφευγε ευτυχισμένη. Ή μάλλον ικανοποιημένη. Μεγάλο δείπνο, γκράντε κινήσεις, πλουσιοπάροχα όλα, στιλάτα βράδια ρόλων,  μέχρι το σεξ και μετά φίου.

________

Ποτό αργά χτες βράδυ στην Καρύτση με Λ.. Πάλι. Σε τραπέζι έξω με τσιγάρα, μοχίτο και μπρουσκέτες. Κουρασμένη απο τον πανέξυπνο και ζόρικο εξάχρονο πιτσιρικά της (παρθένος, τι περιμένεις, λέει με αναστεναγμό), αλλά ευτυχισμένη. Με το ζόρι κρατάει τα μάτια της ανοιχτά, αλλά θέλει να ακούσει. Πες την εβδομάδα σου. Και μετά για διακοπές. Που θα πάμε. Θα πας και κάπου μόνη; Ίσως. Μπορεί για σερφ. Αλλά θα γίνω ρόμπα, έχω να κάνω χρόνια. Δεν ξέρω. Πονάνε και τα γόνατά μου, όποτε κάνω ποδήλατο, δεν είναι καλό σημάδι. Βασικά κωλώνω. Δε θυμάται να της μίλησα για σερφ ποτέ. Της λέω, αυτές τις μέρες το θυμήθηκα, το λαχτάρησα.  Φαίνεται. Με ρωτάει να της πω πότε ξεκίνησα. Της αρέσουν τα πανιά και οι σανίδες μες στη θάλασσα, αλλά βαριόταν λέει όταν πήγε στη Χρυσή Ακτή, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι πανιά. Σούπερ, χαζογελάω.

Πρώτη γυμνασίου, Λ… Παραλία Γριάβα. Ελεύθερο κάμπινγκ με μαμά και μπαμπά και το Φολκσβάγκεν. Τρεις μήνες. Δίπλα οικογένεια γερμανών σε μπάνγκαλοου. Και βγαίνει την τρίτη μέρα με σανίδα του σερφ και πανί. Ξανθός, θεός, μακριά μαλλιά. Και μένω με την ίδια στάση, χωρίς ανάσα, ένα καλοκαίρι, καραούλι πότε θα βγει στα ανοιχτά να χαζεύω με τα κυάλια. Να μπαίνει στη θάλασσα για βουτιά με κωλοτούμπα. Με τη μικρή σανίδα του από την ξηρά σφαίρα. Να ακούει στο αμάξι συνέχεια ένα τραγούδι με ουυυυυυ στους στίχους και να το φωνάζει.

Ξέρω γερμανικά αλλά ντρέπομαι να μιλήσω. Κάποια στιγμή με παίρνει χαμπάρι, κάνει χαβαλέ με το πιτσιρίκι, μου δείχνει πως να ανέβω στη μικρή σανίδα, την τελευταία εβδομάδα. Πέφτω συνέχεια. Κάθε μέρα, ώρες. Ντρέπομαι να του πω οτι ξέρω γερμανικά. Μου μιλάει αγγλικά. Καταλαβαίνω τα μισά, αλλά δεν έχει καμία σημασία. Λιώνω.Έτσι θα μπαίνεις, απο την ακτή, μαγκιά, είναι τέλειος. Mast, boom, fin, u joint. Σοβαρός σα να μου δείχνει τα συστατικά του φατ μπόι. Fin is important, you go straight because of it. Otherwise you would go sideways.

Και έρχεται η μέρα που τα μαζεύουμε και φεύγουμε (και αφού στα κρυφά του έχω αφήσει κάτω απο την πόρτα του μπάνγκαλοου ραβασάκι. Hab’ dich lieb. Werde niemals vom Brett runtergehen. Δε θα κατέβω ποτέ απο τη σανίδα. Σ΄αγαπώ. Και μετά, επιστροφή στην πόλη. Κλάμα. Και τηλέφωνο στην ιντερέντ. Σας παρακαλώ πείτε μου σε ποιον έχει νοικιαστεί το κόκκινο Σαμουράι με αυτήν την πινακίδα. Και έκπληκτη, παίρνω ένα όνομα Στέφαν Ράαμπε. Μετά στο αεροδρόμιο. Σας παρακαλώ πείτε μου, πότε φεύγει ο Στέφαν Ράαμπε και για που. Εϊναι ανάγκη. Έχει μια μπάλα δική μου, να την πάρω, να προλάβω. Παιδική φωνή πείθει. Φεύγει αύριο για Μόναχο.

Το επόμενο ταξίδι στη Γερμανία με το μπαμπά και τη μαμά έρχεται λίγο μετά, με το Φολκσβάγκεν. Μόλις περνάμε τα σύνορα και μπαίνουμε Βαυαρία, στοπ. Και στην πάρκινγκ τρέχω στο θάλαμο, ανοίγω τον κατάλογο του κρατιδίου. Για να διαπιστώσω ότι το όνομα Raabe είναι λίγο Παπαδόπουλος, είκοσι σελίδες τηλέφωνα. Κλείνω τον τόμο και μαζί το κεφάλαιο.

Περνάνε χρόνια, πολλά. Εϊμαι δεκαοχτώ, στο κάμπινγκ μια οικογένεια γερμανών, πάλι. Ο γιος, ίδια ηλικία, φτυστός ο πιτσιρικάς της γαλάζιας λίμνης, τον λένε Μπεν, είναι ψηλός και κουκλί, με κατάξανθες μπουκλίτσες και για κάποιο λόγο όποτε κοιταζόμαστε τα χάνουμε. Ένα καλοκαίρι ακούμε Fugees και Beastie Boys, τους στίχους απέξω.  Βράδια στα κρυφά με το βεσπάκι στο μπαρ και ξημερώματα προσεκτικά, ζαλισμένοι πίσω, κρυφά μέσα στις εκ διαμέτρου αντίθετα στημένες σκηνές για ύπνο, με τη χήρα του κάμπινγκ να καθαρίζει με το νυχτικό τα ντουζ και να της κάνουμε σουτ με νόημα. Κάνει όλη μέρα σερφ. Με παίρνει μαζί. Και με τη σανίδα σε κολπίσκους δίπλα, μόνοι. Απίστευτο βασανιστικό σεξ ωρών και τρελή δίψα μετά, είμαστε κατάμαυροι και αλμύρα και όλα τέλεια, το πακέτο τσιγάρα μέσα στο μαγιό εκείνος, που δεν πέφτει στο νερό, να μη βραχεί. Και κάποια βράδια βουτιά και να κλέβουμε τις γερμανικές σημαίες απο τα αραγμένα ταχύπλοα, επειδή τον τσατίζουν.

Έλα να σπουδάσεις στην πόλη μου, μην πας Μόναχο, μα γιατί θέλεις Μόναχο, έλα Γκέτινγκεν. Και την τελευταία εβδομάδα των διακοπών κάνουμε μαζί τα χαρτιά μου. Για Γκέτινγκεν. Νομική. Γελάμε, θα είμαστε μαζί. Το επόμενο Πάσχα θα πάμε μαζί στην Αρλ για σερφ. Σχέδια.

Η Λ. ρωτάει αν κράτησε. Φυσικά όχι. Τέλειωσε ακριβώς έναν μήνα αφού μετακόμισα στο Γκέτινγκεν. Αλλά εντωμεταξύ είχαν αρχίσει τα μαθήματα, ήμουν φλωράκι μπακ δεν, μας τέλειωσε. Υπήρχε και ο Ντάνιελ στη σχολή. Ερωτευόμουν εύκολα τότε. Όχι όπως τώρα.

Και;

Και έναν μήνα πριν επιστρέψω μόνιμα Θεσσαλονίκη, έξι χρόνια μετά δηλαδή, σε ένα μπαρ με συμφοιτητές ξενέρωτους πίνουμε Ρίσλινγκ και τσιμπάμε τσιπς. Και ανοίγει η πόρτα. Στο ορκίζομαι, μου κόπηκε η ανάσα. Όπως την πρώτη φορά, δεκατέσσερα χρόνια πριν. Ήμουν σίγουρη. Αλλά φαινομενικά ήταν αδύνατο.

Φυσικά πήγα προς το μέρος του. Φυσικά ρώτησα. Μήπως σε λένε Στέφαν; Όχι. Λαρς.

Και δεν ήσουν ποτέ στην Σιθωνία; Δυο καλοκαίρια στα δεκαοχτώ μου, ναι, στο κάμπινγκ του Γριάβα για σερφ.

Του εξηγώ. Το κοριτσάκι με τα μαθήματα σερφ στα αγγλικά. Με το ξεφούσκωτο λάστιχο ποδηλάτου που μου έφτιαξε ένα απόγευμα. Που μιλούσε γερμανικά ήδη, αλλά και δεν.

Και;

Και αποδείχτηκε ότι εκείνος έμενε πάντα στο Γκέτινγκεν. Στέφαν ήταν ο θείος του που είχε στο όνομά του νοικιάσει το αμάξι. Εκείνος έμενε στο Μόναχο. Εκείνος πήρε και το ραβασάκι της πιτσιρίκας, το είχα σπρώξει κάτω απο τη χαραμάδα της λάθος πόρτας. Και αν και μη ξέροντας ποιος ήταν αυτός που το υπέγραφε, το είχε χρόνια στο πορτοφόλι του. Ήταν το μοναδικό, λέει, που είχε λάβει ποτέ.

Κατάλαβα ότι ο πλανήτης είναι κουμπότρυπα και όλα πιθανά. Μα όλα. Και δύσκολα μετανιώνω για οτιδήποτε (εντάξει, για ελάχιστα μαλακισμένα βράδια ίσως, που θα είχα περάσει καλύτερα μόνη χωρίς κενό και άσθμα). Αυτό. Δεν αρκεί;

(εντωμεταξύ ο ίντρεστινγκ γκάι στέλνει μεταμεσονύχτιο, σε θέλω, εγώ πάλι καθόλου, κρίμα να ξοδεύει την μπαρούφα σε λάθος αποδέκτη, αλλά άι τραστ ότι πέντε λεπτά μετά θα βρει τον σωστό, το ‘χει, με κάνει περήφανη)

Μισητή Λ. καθρέφτη. Με το ειρωνικό βλέμμα. Κόψε τις μαλακίες τότε. Και εκεί που ψοφάς (μη ψαρώνεις) και ειδικά εκεί που δεν ούτε για σάλιο (κάντην).

[Ξέρεις τι θέλω;  Μα τω Χριστώ, να με πάρει πάλι ένας απο το χέρι,  και το χέρι να πάει μόνο του, όπως στα μαθήματα με τη σανίδα που γλιστρούσε απο το αντιηλιακό. Χωρίς μπαρούφες και λάισενς και γκραντ τζέστιουρς στημένες, μπόρινγκ. Όλα τζαστ αμπάουτ αυθόρμητα, ούτε βεβιασμένα άδεια μύδια, ούτε πολύπλοκα. Της προκοπής, απλά.]

[Α, ναι. Και αυτό ήταν το τραγούδι με τα ουυυυυ στους στίχους που τραγουδούσε για εβδομάδες. και μου κόλλησε για κανά χρόνο]

Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουνίου 25, 2009

jill munroe is no more

fawcett68

fawcett74

fawcett73

fawcett77

fawcett233

Πάει και η τελευταία ξανθιά  των σέβεντις με ενδιαφέρον.

Που φυσικά και δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ όπως έπρεπε (Jill Munroe / Charlie’s Angel’s) ούτε έδωσε πολύ παραπάνω απο μερικά λεπτά διασκέδασης στα -κλεισμένα στο μπάνιο- Αμερικανάκια μιας ολόκληρης γενιάς της Κλεραζίλ, μέσα από σελίδες ενός περιοδικού (ρεκόρ πωλήσεων του Playboy, 4 εκ. τεύχη, με εξώφυλλο εκείνη).

Αλλά είχε κάτι αυτή η Farrah Fawcett. Ίσως επειδή το πρόσωπό της -εν αντιθέσει με το σίγουρο και αλαζονικό σώμα της-  δε μπορούσε να αποφασίσει αν ήθελε να έχει την παγωμάρα της Kelly ή το κόκκινο της Monroe. Γιατί μαζί τους μεγάλωσε. No doubt.

Φάτε στη μάπα Lindsay Lohan τώρα.

Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουνίου 25, 2009

S sent a message

lipgloss-pulp-10646

me bales k akouw pulp autes tis meres, afou eksantlisa to different class apo proxtes molis katebasa to his n hers pou to xa se kasseta k guess what: to razzmatazz sou leei itan mono single! ame ame, den yparxei se kanoniko album mesa!! -de to ksera / thimomoun. pros to sk me blepw na katebazw k to this is hardcore pou de to xa pote k se kamia morfi.

ade kissess

ps: k i wraia eikona tou mesimeriou pou mou rthe k anapolisa einai: tote pou tha xe bgei to his n hers k to xa se kasseta ap ta panepistimia ekeini tin periodo loipon mesimeri gyrnaw spiti mesimeri me to triari k einai mia kopela k kathetai stis mprosta theseis k einai omorfi k kastani kses -ekeina ta xronia :P – k exei sakoula apo to noize isws k mesa diakrinw to ekswfilo apo to lipgloss me to kragion k auto den exei allo, mou rthe twra filia -apla tote kses, mia omorfi kopela 15-16 me to vinilio to lipgloss itan kati :D

Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουνίου 5, 2009

ένα ακόμα (εγώ, μετά, δεν)_part 1

Cigarette

Ιούλιος 1993.

Ο Γ. είναι μεγάλος έρωτας. Kατάξανθος με γαλάζια μάτια, βέρι Μακουήν, όλα τα κορίτσια τρέχουν πίσω του, βαράνε σκοπιά να τον δουν να περνά, του γράφουν γράμματα, καραούλι για μια του λέξη, απίστευτα ανόητα κορίτσια. Αγαπιόμαστε πολύ. Είναι ο αδερφός που θέλω να έχω, έναν χρόνο μεγαλύτερος και εντελώς Μαγκάιβερ. Μοιραζόμαστε ίδιο αίμα. Δυο εβδομάδες, όπως κάθε καλοκαίρι στο χωριό μαζί. Μέσα στα χωράφια, τους βάλτους, να κάνουμε σουβλάκι με βατράχια περνώντας τα απο καλάμια τεράστια, ποιος θα προλάβει πιο γρήγορα, νικητής, με ποδήλατο ή χωρίς. Καμιά φορά με κλεμμένο μηχανάκι, μου μαθαίνει να κάνω σούζα, να φρενάρω και να σηκώνεται η πίσω ρόδα. Όποτε πέφτω με σηκώνει. Εκείνος δεν πέφτει ποτέ. Μαυρισμένοι σαν τσιγγάνοι με μονίμως σκασμένα χείλια και πόδια γδαρμένα.

Προτελευταίο βράδυ, μεσάνυχτα, και “μόλις κοιμηθούν όλοι πάμε στην πόλη, με το ποδήλατο, θα οδηγώ εγώ που έχω δύναμη, εσύ κάτσε στο τιμόνι, αλλά να είμαστε ντυμένοι κάτω απο τα σεντόνια, έτοιμοι και θα γυρίσουμε πριν την αυγή, πριν ξυπνήσουν”.

Κριάρι Πεζό και πονάει το τιμόνι στον πισινό, αλλά φεύγουμε, σκοτάδι, δε βλέπουμε τίποτε, περνάμε μέσα απο το χωριό, χωράφια, βγαίνουμε στον κεντρικό, ακούραστος κάνει πεντάλ. Λίγα μέτρα πριν το μεγάλο κλαμπ το κρύβουμε πίσω απο τους θάμνους, προσεκτικά, να μη φαίνεται. Σιάχνω το φόρεμα, σκουπίζει το μέτωπο. Βλέπει το φόρεμα, είναι με μανίκια. Κάνει κρατς και σκίζει τα μανίκια. “Καλύτερα”.

Παίρνει το χέρι μου και το βάζει στην τσέπη του, λίγο πριν μπούμε μέσα. Ένα πακέτο Κορντίνα.  “Έχω και αναπτήρα και ένα πεντοχίλιαρο”.

Παραγγέλνουμε Β52 γιατί ακούγεται μαγκιόρικο. Ανάβει ένα, ενώ εγώ παλεύω με τον αέρα, το γκρι φουστάνι, τα μαλλιά, το λιποζάν. Όλες φοράνε γόβες μυτερές, εγώ σουπέργκα πάνινα, έχουν και ροδιές επάνω. Πρώτη τζούρα και ζάλη.  Τη δεύτερη την βγάζω φέικ. Καλύτερα έτσι. Παίζω με τα μαλλιά όπως τα πολύχρωμα κορίτσια γύρω. Στέκομαι όπως εκείνες. Προσπαθώ. Με σκουντάει να σταματήσω, “βλακείες”, λέει. Στην τουαλέτα δίπλα σε εκείνη που βάζει κόκκινο κραγιόν, ρίχνω νερό στα μαλλιά να τα κολλήσω κάπως πίσω, με το ένα κορδόνι απο τα παπούτσια τα πιάνω, όπως η Σαντέ. Νομίζω πως είμαι ίδια.

Ως τις πέντε έχουμε πιει απο δυο Β52, έχουμε κόκκινα μάτια, μου δείχνει πως να το σβήνω με το παπούτσι, χωρίς να λερώσω τη μύτη ή να το κάνω νιανιά. Το πακέτο τελειώνει. Και πάμε να φύγουμε γρήγορα, ξημερώνει. Βιάσου.

Στην έξοδο ο μεγάλος αδερφός Ν. με γκόμενα κρυφή, δεν είναι η Ρ.,  με εξώπλατο φόρεμα, χάλια πρόσωπο, είναι πιο άσχημη απο τη Ρ., μα είναι χαζός, αλλά έχει τέλεια πόδια με ένα ενδιαφέρον σημάδι και πεθαίνω τελικά για σημάδια στο σώμα, που προσπαθείς να φανταστείς πως έγιναν και πάντα το σενάριο είναι καλύτερο, και ντροπή. Σημάδι με το δάχτυλο στα χείλια “σουτ”. Όλοι ταυτόχρονα. Και γέλια.  “Εμείς, να, ξέρεις, δεν”.

_______________________

Ιούνιος 1995.

Η Φ. είναι το πιο κουλ κορίτσι του σχολείου. Φοράει περφέκτο το χειμώνα και δε βγάζει ποτέ τα τζιν. Η μαμά της, της αγοράζει Τίμπερλαντ, τα λέει “φώκιες ” και τα κρύβει στη ντουλάπα. Καπνίζει συνέχεια στα κρυφά, πίσω στη γωνία, τη βλέπω, με ενδιαφέρει πολύ. Έχει μαλλιά σαν της Μία Γουάλας. Βρωμόστομα και φακίδες. Όταν μιλάει κουνάει τον δείκτη. Εγώ υπακούω, σχεδόν. Πίσω στη γωνία, μου δίνει ένα Ντάβιντοφ σκούρο. Διαβάζει Κέρουακ, εγώ Μαν, ακούει Νιρβάνα και Τσίλι Πέπερς, εγώ Στέρεο Εμσίζ. Το επόμενο Σαββατοκύριακο, μου λέει να πάμε με το λεωφορείο της γραμμής στο ξενοδοχείο της γιαγιάς της, στην Αγία Τριάδα, πρώτο στη θάλασσα. Νεκρή σεζόν και με δικό μας δωμάτιο, σαν πελάτες.

Ένα βράδυ κάφτρες στο σκοτάδι, πεινάω πολύ, αλλά δεν κάνει να φάμε τίποτε λέει γιατί αύριο θα βάλει μαγιό, περίεργο, γιατί να μη φάει, αναρωτιέμαι, φοράει δαντελωτά μαύρα στρινγκ, μα πως μπορεί, τελείως άβολα, φυσικά κοροιδεύει τα δικά μου βαμβακερά λευκά κάλβιν που είναι αγορίστικα (μου έφερε η θεία μια ντουζίνα απο Αμερική μπερδεύοντας τα κουτιά ή τα ανίψια), έλεος λέει, με μπερδεύει κι άλλο επειδή θυμάται περίεργους στίχους απέξω, δεν καταλαβαίνω πολλά, μόνο ότι θέλω να είμαι έτσι, πολύ κουλ, θέλει κι αυτή βέσπα, της υπόσχομαι μαθήματα, τα έχει με τον Μιχάλη που κάνουν συ-νέ-χει-α μαζί κοπάνα στο απέναντι καφέ και πίνουν σκέτους φραπέ και κάνουν συ-νέ-χει-α παιχνίδι (που οδηγεί ένα Πασάτ), εγώ με τον Κώστα που καμιά φορά κάνουμε κοπάνα μαζί, πηγαίνουμε στον Μπαξέ  και μ’ ανεβάζει στη σανίδα όταν η θάλασσα είναι λάδι  (και οδηγεί ένα Σαμουράι που μυρίζει Μπανάνα Μπόουτ αντιηλιακό), είναι φίλοι, πόσο βολικό. Θέλει να κάνει σεξ μαζί του, στρώνει σχέδιο. Εσύ θα πεις ότι είσαι σε μένα, εγώ σε σένα. Και οι δυο θα βρεθούμε εκεί. Χαζή, θα είναι εύκολο, εσύ στο δίπλα δωμάτιο. Μαζί. Αυτό θα είναι κουλ. Με πείθει. Να τελειώνουμε με αυτό. Γιατί μετά θέλει τον Χ. και να ξέρει όσα πρέπει.

Η γιαγιά σιγοπερπατά, τσεκάρει, αλλά είναι ημίτυφλη, δε βλέπει τις κάφτρες ούτε το κλεμμένο μπουκάλι Τζιμ Μπιμ. Η Φ. δε θέλει ύπνο αγκαλιά, εγώ θέλω, με σπρώχνει πιο εκεί, δεν είμαστε μωρά, αυτό δεν είναι κουλ.

Την επομένη ήλιος και η Φ. βαμπίρ στη σκιά. Μόνη στη θάλασσα.

Και τρεις νύχτες μετά η σκέψη στο δίπλα δωμάτιο. Χορογραφημένα όλα, κάθε κίνηση. Θα του πω, θα μου πει, θα κάνει, θα ράνει, εγώ. Εκείνη όμως το κάνει; Απορία. Και δεν ακούγεται τίποτε, μόνο Τζέιμς απο το φορητό στο δίπλα δωμάτιο. Ολ μεσντ απ. Ακολουθεί το σχέδιο;

Φιλιά πολύ νόστιμα με γεύση πεπόνι, αστεία χάδια, ναι εκεί,  σκέφτομαι ασταμάτητα, μη φεύγεις απο εκεί, γουάου ξέρει ότι εκεί,  έφυγες όμως, γαμώτο μη σκέφτεσαι τίποτα, σκέφτομαι, και τώρα πότε θα τελειώσει, εντάξει σε λάθος μέρος είναι τα χέρια σου πια, οκέι, περίπου βαρετό. Μετά απορημένη θέλω τσιγάρο. Όπως στις ταινίες. Αλλά δε μ’ αφήνει. Παίρνει το πακέτο και το πετάει. Πρέπει να περιμένω την Φ. να βγει, να πάρω ένα απο τα δικά της, θυμώνω. Λίγο.

Μετά, το έκανες; Το έκανα. Και σιγά. Αλλά μη το πεις σε κανέναν.  Και εκείνη απρόσμενα, (μη κουλ) δάκρυα. Μα. Εκείνη δεν.

_______________________

Δεκέμβριος 1995.

Κρύβω το δικό μου πακέτο Μουράτι όποτε γυρίζω απο το φροντιστήριο στο μεταλλικό κουτί κάτω απο τα γραμματοκιβώτια, πίσω απο τα παλιά κιτρινισμένα διαφημιστικά που το συνεργείο δε λέει να καθαρίσει και δεν πιάνει απο τη λίγδα κανείς. Ο Σ. μόνο ξέρει που είναι, σε περίπτωση που ξεμείνει από Πρινς. Κάθε απόγευμα ραντεβού κάτω και ένα στην υπόγεια σκάλα στα όρθια και κρυφά. Καμιά φορά και δυο απανωτά. Αυτά. Γκόμενα; Όχι. Γκόμενος; Όχι. Δίνεις μάθημα; Και ήσυχα, έρχεται ο κυρ Μιχάλης. Αν χαλάσει το ασανσέρ, εδώ θα έρθουν, φακ, θα μας δουν, θα μυρίσουν τον καπνό, πρέπει αλλού. Κι αν πάρει η δικιά σου τη δικιά μου και μιλήσουν; Αν δει οτι δεν είμαστε σε κανένα απο τα δυο σπίτια; Θα ανοίξουν τις εξώπορτες. Φακ. Διπλό φακ. Και φιλί πεταχτό στα χείλια τσιγαρένιο, ραντεβού αύριο. Μ’ αγαπάς ε; Ναι, elefant shoe. Αλλά εκείνες να που ποτέ δεν.

__________________________

Αναρτήθηκε από: discolata | Μαρτίου 22, 2009

tessera [4]

pict0017

Της μαύρης πέτρας πάντα. Και να μου λείπει.

Και αυτός (ο πορτοκαλής παππούς) και όλα. Όλα όπως κάποτε ήταν.

Εγώ όπως κάποτε ήμουνα.

Γιατί δε γράφεις πια στο μπλογκ, ρώτησε η Λ.. Γιατί έχω εσάς. Δε νιου φάμιλι. Γιατί όλη μέρα γράφω κι όταν δε γράφω μιλάω, μου έλειψε λίγο η σιωπή.  Γιατί βλέπω την άδεια σελίδα και κολλάω. Πώς στο διάλο θα γεμίσει. Κάθε μέρα αυτό το άγχος, πώς στο διάλο θα γεμίσει αυτό και εκείνο, όλα.

Έχεις άλυτα, μου λέει, μέσα σου. Να γράφεις, να βγούνε έξω. Να πάρουν μορφή και να τα δεις γι’ αυτό που είναι και τίποτε παραπάνω.

Λέει.

Και σκέφτομαι ξανά μετά απο πολύ καιρό, ότι ξέρω τι είμαι, όπως ξέρω και τι είναι αυτά.

Ούτε καλή ούτε κακιά, ούτε ειλικρινής ούτε ψεύτρα. Επιπόλαιη και σίφουνας, το είπε και ο Μ. και ο Γ., όταν θέλω τα δίνω όλα και όταν δεν, ούτε σκόνη, αγαπάω και μισώ, ημίτρελη όταν το επιλέγω, δένομαι με πράγματα πιο πολύ απο ότι με ανθρώπους, εκτός αν προσπαθήσουν πια. Καμιά φορά νομίζω πως έχω τίτλους ιδιοκτησίας που είναι άφαντοι.  Καμία σχέση με ρολόι και κάθε με ρόδες.  Κουρασμένη απο τα ίδια και θέλοντας ταυτόχρονα κι άλλο.

Στο σημείο που πάντα ήθελα να είμαι, όμως κάπως αλλιώς, χρόνια πριν.

Όχι πια ερωτευμένη, αν και υπάρχει ένας συγκεκριμένος που μπορεί να με κάνει μέσα σε λεπτά. Αλλά το ελέγχω.

Όλα τα ελέγχω.

Ξέρω ποιο παντελόνι δείχνει τον πισινό μου τέλειο, ποιες γόβες μπορώ να περπατήσω σα να γεννήθηκα με αυτές, ποιο φόρεμα είναι ιδανικό για οτιδήποτε πρέπει, όταν πρέπει, που δε θέλω τα πρέπει, αλλά καμια φορά δε μπορώ να κάνω αλλιώς.

Ξέρω πως αν πιω 4 βότκες θα αφήσω να με αγγίξουν, μέσα ή έξω. Στις 5 δε θα το νιώσω καν, ίδερ γουέι.

Συνήθως είναι 3.

Γιατί μου αρέσει να ξυπνάω μόνη και να έχει ησυχία με τον πρώτο καφέ. Και το φοβάμαι. Ελεγχόμενο και αυτό.

Τρώω όσα βγάζω και τίποτε λιγότερο, απο ένα ιδιόμορφο σύμπλεγμα. Επειδή  έμαθα να εκτιμώ το χρήμα και ακόμη περισσότερο την έλλειψή του.

Φοβάμαι για τη δουλειά μου,  τα κεκτημένα μου, πως μια μέρα θα ξυπνήσω και όλα θα είναι πραγματικά για πάντα ίδια και την άλλη βραδιά ο ίδιος εφιάλτης αλλιώς, ότι όλα θα λείπουν και τρομάζω το ίδιο.

Κατά βάθος είμαι ακόμη εκείνη η πιτσιρίκα που δεν έμαθε να ζητάει, γιατί δεν έπρεπε και όταν της βγήκε, της βγήκε με φόρα και άτσαλα και έκτοτε δε μπορεί να σταματήσει. Αυτή που θέλει να κάνει τατού μια ζυγαριά και να έχει σημασία, μόνο που η ζυγαριά θα είναι μια μικρή καρδιά. Γιατί το να είσαι δίκαιος είναι τελικά ίσο του να εμπιστεύεσαι και να νιώθεις περηφάνεια, άρα να αγαπάς.

Εσένα με τα σκατά σου και τους άλλους με τα δικά τους. Και έναν για πολύ καιρό, γιατί δε μπορείς αλλιώς, ψιλοελεγχόμενο.

Πλένω με μαλακτικό με άρωμα πράσινου μήλου γιατί θυμίζει γιαγιά. Λούζω τα μαλλιά κάθε μέρα γιατί έλεγε πως αν είναι να σε πατήσει αυτοκίνητο, δε θα προλάβεις να τραβηχτείς, θα γίνεις χάλια, αλλά τουλάχιστον θα έχεις λαμπερή και καθαρή κόμμωση. Εκείνη έφυγε, δε χρησιμοποιούμε πια συχνά την λέξη “κόμμωση” ,αλλά υποθέτω πως όπου είναι, έχει υπέροχα μαύρα κοντά μαλλιά.

Έχω έναν σκύλο που λατρεύω γιατί μ αγαπάει γατίσια, με νάζι και ζήλειες και καθόλου παρακάλι. Επίσης έχω όλα τα διαθέσιμα οιδιπόδεια με τον όμορφο μπαμπά και νιώθοντας όλη την εξαιρετική ζηλιοαγάπη της μαμάς. Προσπαθώντας να αποφύγω τα πατήματά τους και κάνοντας τελικά ακριβώς τα ίδια. Με τόση στεντ μπάι αγάπη μέσα που καμιά φορά γίνεται παράνοια και μπαλόνι να σκάσει στα μούτρα του κάθε ταλαίπωρου. Και αυτό συνήθως ελεγχόμενο.

Είμαι ακόμα αυτή που δε μπορεί να κάψει γέφυρες, αλλά το κάνει με επιτυχία, όταν το ύφασμα γίνει σι θρου και αρχίσει να μπάζει. Αλλά τέλειωσε με αυτό, αρκετά αποκαίδια για μια ζωή. Και αποχαιρετισμοί και όλα, τέτοια κούραση.

Πίνω 3 καφέδες το πρωί. Ελληνικούς μέτριους ή εσπρέσσο σκέτους. Γιατί ο γαλλικός θυμίζει σπίτι και δεν θέλω σκέψεις το πρωί.

Με αγορίστικες συνήθειες (κυνηγός που ντεμέκ πρέπει να είναι θύμα, αλλά δε μπορεί να σταματήσει να κυνηγάει, hunter, τι ωραία λέξη είπε ο Κ.), -λάθος σώμα- και ταυτόχρονα με όλα τα γυναικεία κλισέ μαζεμένα, και λατρεμένα, όσο τα λευκά κεριά με τις ευχές και η ψαρόσουπα.

Το αγαπημένο μου νούμερο είναι το 6 και το ανάποδό του, το 9.

Μικρή διάβαζα μεγαλίστικες αδύνατες ιστορίες που με μάγευαν.Τις μπόλιασα μέσα για τα καλά.  Η Λ. λέει ότι είμαι η καλύτερη σαμποτέρ. Γεννημένη καμικάζι, αλλά  καίω μόνο πιθανότητες. Άρα πέτυχα, άι σαπόουζ.

Τώρα διαβάζω παραμύθια πριν κοιμηθώ. Κέλτικα. Που ξέρεις το τέλος απο την δεύτερη σελίδα. Και είναι μελωμένο και ωραίο, κι όταν δεν είναι, τότε τουλάχιστον παίζει κατάρα, οπότε ελεγχόμενο από το είδος των “δε γίνεται αλλιώς” που επίσης με τσάτιζαν και άρα με μάγευαν.

Δέθηκα με 2 άντρες πολύ, με 2 άλλους έκανα πολύ προσπάθεια για να, και το ‘χασα κυριολεκτικά για 1 που όλα. Οι υπόλοιποι της λίστας αόρατοι. Α ναι, έγινα φίλη με άλλους 2. Τελικά. Πιο ψεύτικο κι απο μαργαριτάρι μαύρο στην Ερμού, αλλά αναγκαίο. Νομίζω πως ήμουνα κάτι για 4, αλλά πάλι, ίσως και όχι κάτι φοβερό. Ρούφηξα αγάπη σαν βαμπίρ όταν δεν την ένιωθα και την έδωσα όταν δεν την βρήκα. Αλλά και αυτό κρύβει μια περίεργη ισορροπία.

Δίνω πάντα 5 ευρώ στα φανάρια σε αυτούς που θέλουν να καθαρίσουν το παρμπρίζ απο ντροπή κι αν βρω κέρμα στον δρόμο και είναι γυρισμένο με το κεφάλι προς τα πάνω, το παίρνω για γούρι και χαίρομαι 2 μέρες. Ειδάλλως το γυρίζω να το βρει έτσι κάποιος άλλος με το ίδιο κόλλημα. Και να γίνει τυχερό.

Αγαπάω το πορτοκαλί και το γκρι.Και το γαλάζιο. Το μαύρο το φοράω, είναι μη χρώμα, υποταγή.

Φυσικά δεν ελέγχω επιτυχώς σχεδόν τίποτα. Αλλά έχει πλάκα να προσπαθώ καμιά φορά.

Νιώθω ευγνωμοσύνη και την ανάγκη να πω ευχαριστώ σε 2 πρώην διευθυντές, αλλά δεν θα το κάνω ποτέ, γιατί δεν είναι κουλ, επίσης ήταν και κατά τα άλλα γκράντε μαλάκες, ως άντρες. Οπότε δε θα το νιώσουν. Κάτι που επίσης κάνει εμένα γκράντε μαλάκα που το λέω, αλλά ιτ ιζ οκέι.

Χαστούκισα στη ζωή μου μια φορά έναν άντρα και μια γυναίκα. Ξεχωριστά και διαδοχικά, για διαφορετικούς λόγους. Δεν κέρδισα τίποτε. Αλλά το ευχαριστήθηκα.

Ναι, επίσης δεν ξέρω ακόμη, αν θα προλάβω.  Και ξέρω πως μόνο 1 (εκεί έξω κάπου) ξέρει ακριβώς τι εννοώ με αυτό.

Πέρασα 30 χρόνια να αλλάξω αυτά ακριβώς. Για να καταλήξω ότι έτσι είναι και όχι αλλιώς και τελικά είναι οκέι.

Θα περάσω υποθέτω τα χ+30  επόμενα αναζητώντας ότι μπορεί να άφησα εκτός υπολογισμού ή φοβούμενη για όσα μπορεί να τελειώσουν. Ενδόμυχα, δε θα το παραδεχτώ ποτέ.

Με το θέλω πάντα πιο βαρύ απο το πρέπει, και λιγότερο από το όμως.  Ιτ ιζ οκέι. Όσο υπάρχουν κάποιοι που 30 λεπτά μετά θα είναι ακόμη εκεί. Αν το μόνο που μου έχει μείνει σε έλεγχο είναι ο χρόνος και πως να αργήσω για να πω ότι άξιζε πιο πολύ. So be it.

Αναρτήθηκε από: discolata | Νοεμβρίου 18, 2008

bang bang

desmond_llewelyn_as-q

Θα το πιάσω απο τη μέση. Είναι ασφαλής η μέση.

Ανήκα στους τυχερούς. Αυτούς που μπαλώνουν με λέξεις. Λέξεις που χοροπηδούσαν πάντα σαν χρώματα μέσα στο κεφάλι μου και στριμώχνονταν ποια θα μπει πρώτη -με τρικλοποδιά- στην ιστορία. Προσεκτικά επιλεγμένα ρήματα και ουσιαστικά, λιγότερα επίθετα, καθόλου θαυμαστικά, πάντως με την ικανότητα να αλλάζουν την ιστορία. Η λεπτομέρεια που αργότερα θα προκαλούσε γέλιο, εμφανιζόταν μαγικά. Όπως μαγικά έφευγε και εκείνη που θα σε έκανε να σφίγγεσαι, μέχρι να περάσει. Τα φουστάνια ήταν στο χαρτί ή τα λόγια πάντα πιο κόκκινα, πάντα κάτι υπήρχε στο αντίβαρο, πάντα η ιστορία ήταν στο τέλος – τέλος πιο ενδιαφέρουσα. Πάντα υπέρ μου, ακόμα κι όταν ήταν τελείως, άκομψα κατά.

Έτσι δε μπόρεσα ποτέ πραγματικά να νιώσω κόμπο στο στομάχι, όπως άλλοι. Όταν έκανε να εμφανιστεί, έπιανα ένα χαρτί ή άνοιγα το βρωμόστομά μου και η ιστορία, πάντα στη λεπτομέρεια, άλλαζε. Και μετά ακολουθούσε και η μνήμη. Κάποια στιγμή το έκανα επάγγελμα. Γιατί κανείς δεν ήθελε σκέτες ιστορίες, όλοι έψαχναν τη λεπτομέρεια που σφυρίζει και πάντα υπάρχει έλλειψη σε τέτοιους πωλητές. Δεν ήταν ψέμα καμία φορά. Η προσθήκη είναι πάντα ψεύτικη αλλά δεν κάνει ένα ολόκληρο ψέμα.

Σαν εκείνον τον τρελό που ζούσε μόνος σε ένα διαμέρισμα και για να περάσει η ώρα άρχισε να ονομάζει τα πράγματα γύρω του αλλιώς, λέγοντας το τραπέζι καρέκλα και το φωτιστικό παράθυρο.Στην αρχή ουσιαστικά, μετά επίθετα, στο τέλος άρχισε να παίζει με τα ρήματα, μέχρι που το πίνω έγινε κοιμάμαι και το πεινάω, κάθομαι. Και ήταν τρομερά διασκεδαστικό όλο, ώπου μια μέρα ξύπνησε, βαρέθηκε, θέλησε να βγει έξω, να βολτάρει στον κόσμο έξω απο το μικροαστικό διαμερισματάκι της κληρονομιάς του, και πήγε να αγοράσει φρούτα, όταν τα μύρισε και μύριζαν υπέροχα. Εϊχε σχεδόν ξεχάσει πόσο υπέροχα μπορεί ένα ξινόμηλο να μυρίζει Νοέμβρη μήνα. Αλλά άνοιξε το στόμα του και δεν τον κατάλαβε κανείς, όλοι τον νόμιζαν για τρελό. Ξαναπροσπάθησε, πάλι τίποτε. Και τελικά φώναξαν οι γύρω να έρθουν κάτι κύριοι με λευκά να τον μαζέψουν.

Έτσι κάθε ιστορία.

Μέχρι τώρα. Ξαφνικά απόψε και χτες, δε μπορώ. Ανοίγω στόμα, πιάνω στιλό και βγαίνει η βαρετή αλήθεια, η λεπτομέρεια που αλλάζει την ιστορία λείπει. Ο αναγνώστης απογοητευμένος φεύγει και πάει αλλού.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βία, το καταλαβαίνω τώρα. Στο άκουσμα μόνο.

Όχι το να κάνεις λάθος. Γιατί με μια μικρή προσθήκη, μια λέξη, θα άλλαζε όλο.

Το να είσαι εσύ το λάθος. Όχι λάθος επιλογή, όχι ψέμα, όχι επιπρόσθετη λέξη, λάθος σκέτο, απο το είδος που σε αηδιάζει γιατί είναι συμπαγές σαν πάγος, χωρίς τήξη, πιο άχρηστο κι απο τα σκατά, αόρατο στο αποτέλεσμα, επειδή άβολο.

Και να μη μπορείς να προσθέσεις όχι λέξη, τίποτα. Στη μνήμη για πρώτη φορά αυτούσιο. Σκέτο και άσχημο, πρωτόγνωρο. Να λες δε μπορεί, με ξέρω, αλλά μπορεί. Ανεπαρκείς λέξεις, ανεπαρκείς όπως μια ελλειπής ιστορία, χωρίς τις τραγανές λέξεις ντεκό που μας έμαθαν να βάζουμε, που συνηθίσαμε εμείς να βάζουμε για να σβήνουμε απο το μεμέντο τη στιγμή που δε βολεύει σε κάτι διασκεδαστικό, μέχρι την επόμενη διήγηση και την προσθήκη μιας ακόμη που κάνει κρατς και κερδίζει.

Το να είσαι εσύ το λάθος ενός κάποιου. Εσύ το τραπέζι που είναι παράθυρο ή αυτοκίνητο και το πεινάω που είναι κοιμάμαι και μαζί ο τρελός με τα ξινόμηλα. Και ποια δική σου λεπτομέρεια να αλλάξεις όταν είναι το σύνολο. Τετραγωνισμός του κύκλου.

Και σπάω το κεφάλι να θυμηθώ πότε άκουσα τελευταία φορά άνθρωπος – λάθος να κάνει τελικά κάτι ή να γίνεται κάτι που να μυρίζει και να είναι πέρα για πέρα σωστό. Δε θυμάμαι ούτε ένα.

Και έρχεται ο θυμός. Απίστευτα συμπαγής, χωρίς τήξη θυμός.

Αναρτήθηκε από: discolata | Νοεμβρίου 2, 2008

η τσάντα και η σκιά της σκιάς [la bolsa y la sombra de la sombra]

Στο ξύλινο μπαρ με μια βότκα. Περιμένοντας να περάσει ένα απο τα δύο Άλφα. Με το ένα χάθηκα λίγο πριν κλείσει το κινητό από μπαταρία, το άλλο συχνάζει εδώ, πρέπει να περάσει. Κέντρο, καθημερινή, έντεκα το βράδυ.

Διπλα μου ένας άντρας γύρω στα πενήντα, καλοντυμένος, προσεγμένος με μαζεμένες κινήσεις πρωτοκόλλου, πίνει Lagavulin χωρίς πάγο, δεν καπνίζει, κοιτάζει στο κενό, ο μπάρμαν που και που του το γεμίζει, δεν ανταλλάζουν κουβέντα, αδιάφορος.

Ξαφνικά η κοπέλα της δίπλα παρέας σηκώνεται, ωραία κοπέλα, προφανώς θέλει να πάει στην τουαλέτα, περνάει απο δίπλα μας ξυστά, μας σκουντάει και τους δυο, γυρίζουμε το κεφάλι και προλαβαίνουμε να δούμε πως σωριάζεται στο πάτωμα.

Πέφτουμε απο πάνω της και οι δυο, σα να γνωριζόμαστε χρόνια, μου λέει στον ενικό τι να κάνω, της σηκώνει το κεφάλι, της δίνω νερό, σιγά σιγά λέει, συνέρχεται, ζαλίζεται, ο νεαρός συνοδός της έρχεται, επιτέλους παίρνει χαμπάρι, την παίρνει μαζί του έξω.

Μπορούμε να συνεχίσουμε τα ποτά μας, λέει εκείνος και ξανακάθεται στο σκαμπό του. Ήρεμα σα να μην έγινε τίποτε απολύτως. Τα Άλφα μου αργούν. Σκέφτομαι περίεργα πράγματα με ταχύτητα κβαντική.

“Ευτυχώς που γίνονται τέτοιες μικρές περιπέτειες και ανταλλάσουμε κουβέντα με τον δίπλα μας”, λέει εκείνος και τσουγκρίζει το ποτήρι μου.

“Με λένε Α., είμαι 56 ετών, δε βγαίνω συχνά για ποτό μόνος, μόνο όταν χρειάζεται, γύρισα πριν δώδεκα χρόνια για μια γυναίκα απο το Μεξικό στην Αθήνα, την παντρεύτηκα και δε μετάνιωσα στιγμή παρά μόνο για το ότι έπρεπε αντί να γυρίσω, να την πάρω μαζί και σήμερα είχα μια άσχημη μέρα στη δουλειά, είμαι στον Δήμο. Εσείς;” Πληθυντικός.

Τρίτο Άλφα στο βράδυ μου.

“Με λένε Ν., είμαι 30 τζαστ, δε βγαίνω ποτέ πια μόνη, σήμερα σκατομέρα απο το πρωί, ήθελα απο πιτσιρίκα να πάω στο Μεξικό, χωρίς να μπορώ να σας πω γιατί, φαίνεται κάπου το άκουσα, πριν σχεδόν έναν χρόνο το θυμήθηκα και πάλι εξαιτίας ενός βιβλίου και όλα δουλεύουν ρολόι στη δουλειά, υποθέτω. Είμαι υπηρέτης του life style, σε ιλουστρασιόν εκδόσεις”.

Γέλασε και άρχισε να μου λέει για το Μεξικό. Πώς βρέθηκε στο Ακαπούλκο μόνος και απένταρος, κι απο εκεί παντού σε κάθε άκρη του με τα ογδόντα εκατομμύρια των κατοίκων του. Αλλά λάτρεψε το Monterrey. Για πολλή ώρα μιλούσε και η βότκα κυλούσε ευχάριστα, όπως οι νύχτες του εκεί. Τόσο, που σχεδόν ξέχασα τα άλλα δυο Άλφα.

Φοβερές συμπτώσεις, λέω.

Το τυχαίο στα μαθηματικά είναι θεμελιώδης νόμος απο μόνος του.Κάθε ον ή μηχανή βγαίνει στο φως με προδιαγραφές άλβα ή βήτα. Με ένα μάξιμουμ της απόδοσης συγκεκριμένο, ένα φάσμα δεδομένο, αν θέλεις, αλλά και με ένα όριο. Καμιά φορά το βλέπει, καμιά φορά όχι. Δεν υπάρχει ελευθερία βούλησης, μόνο η επικίνδυνη ψευδαίσθηση, όλα του νόμου, μουρμουρίζει.Δεν είναι τυχαία η λιποθυμία της κοπέλας, ούτε οτι αγαπάτε το Μεξικό, ούτε οτι είστε εδώ τώρα, ούτε τίποτε.

Και γεια μας τώρα, στην υγεία του νόμου.

Λίγα λεπτά μετά θα διεπίστωνα οτι μου είχαν κλέψει μέσα στο μπαρ και μπροστά στα μάτια μου την τσάντα. Χρήματα, χαρτιά, μαγνητοφωνάκι, γυαλιά, ipod, ψηφιακή, όλα. Και το δαχτυλίδι της γιαγιάς με τα σμαραγδάκια και τα ρουμπινάκια σε σχήμα λουλουδιού που η γιαγιά έλεγε πώς έμοιαζε με μεξικάνικη ορχιδέα. Η γιαγιά με το κόλλημα στην κηπουρική και τις μεξικάνικες σαπουνόπερες. Το φορούσα το πρωί στο λαιμό, αλλά κόπηκε η κορδέλα που ήταν περασμένο. Για να μη το χάσω, και αυτό στην τσάντα. Σύμπτωση.

Μέχρι τις έξι το πρωί σε αστυνομικά τμήματα με αποκοιμισμένους σχεδόν αξιωματικούς υπηρεσίας, ανέβα κατέβα σκάλες, νεύρα, και σπίτι, κλάματα, και η ωραιότερη ανατολή μετά απο πολύ καιρό. Στο μπαλκόνι, με κούπα δυνατό καφέ. Και μετά άδεια εθνική, με το δανεικό κινητό του άλλου Άλφα στο ταμπλό και στεντ μπάι, να προσέχεις, μην τρέχεις, αλλά τρέχω και είναι η ωραιότερη κατάληξη το σπίτι μου. Και η διαπίστωση οτι ίσως να μην είναι πια.

Και μήνυμα στο καινούριο Άλφα απο το σουβέρ. Το και το.

Και απάντηση, κλήση, δεν υπάρχει τυχαίο είπαμε κοριτσάκι, διάβασε ανάμεσα. Όταν γυρίσεις κερνάω ποτό να σου δείξω τη δική μου πόλη που τώρα είναι σου, όπως δε μπορώ να κάνω με την κόρη μου επειδή είναι ήδη της και δε με θέλει, να σου πω και για το Μεξικό και ποια πλευρά της παραλίας του Ακαπούλκο να διαλέξεις, με έξι δολάρια το εισιτήριο του βρωμερού λεωφορείου της γραμμής και οκτώ ώρες δρόμο κάτω και όχι σε κάθισμα, έχω να σου δώσω και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, δεν είναι αξίας, χειροποίητα, τα είχα κρατήσει ενθύμιο απο μια ιστορία όταν έφυγα τα φορούσε και της τα πήρα στον αποχαιρετισμό ξέρεις, όταν θα πας να τα φοράς, γιατί θα πας.

Πέντε μέρες μετά, στην τεράστια ασημένια τσάντα που βρέθηκε -ήδη το ίδιο βράδυ της κλοπής, ώρες μετά κάπου στην τεράστια πόλη- και την ξαναπήρα, άδεια, μέσα στη φόδρα που είχε σκιστεί αρκετά βρήκα το μικρό ipod shuffle και το δαχτυλίδι της γιαγιάς. Χαρά.

Και έτσι θυμήθηκα το Μεξικό. Όχι οτι μέσα μου το είχα ξεχάσει. Και το Βέγκας και τον Έλβις που θα έχανα. Και άφησα τις καμπάνες για μια άλλη φορά ή ζωή με ένα όχι που δυο μήνες τώρα προσπαθούσα να κάνω οτι δεν νιώθω, πιεστικά, αλλά το είπα και ήταν σωστό και ελευθερώθηκα. Αδέσποτο ξανά. Βράδυ στη Μαβίλη και ένα άλλο Δ. είχε τελικά δίκιο, δεν είμαι εγώ γι΄αυτά. Λάθος στιγμή. Καμία σύμπτωση.

Αναρτήθηκε από: discolata | Οκτωβρίου 10, 2008

daft punk car [daft punk life]

charge. point. zoom. press. snap. work. quick. erase.

plug. play. burn.

zip. unzip.

touch. bring. pay. watch. turn. leave. start. format.

αυτό είναι.

Αναρτήθηκε από: discolata | Οκτωβρίου 8, 2008

Clumsy in the absence, said Damiel.

Δεν υπάρχει, είπε ο βελούδινος κύριος Τζούμας σήμερα το πρωί, λίγο πριν τις δώδεκα, σε καμία γλώσσα, τόσο περιγραφικά όσο στην αγγλική. Να το λες / ακούς και να ζωγραφίζεται σε εικόνα μέσα στο κεφάλι σου.

I fell in love.

Έπεσα μέσα. Μέσα στον άλλον, μέσα στο μέσα του, στο μέσα μου, καμιά φορά στο μας, καμιά φορά σε άδεια πισίνα μέσα (και γέμισα μώλωπες). Πάντως, έπεσα. Δεν μπήκα, δεν βρέθηκα, δεν ήρθα, δεν καλέστηκα. Έπεσα. Εμείς καταφέραμε το σ΄ αγαπάω και όχι σ΄ αγαπώ του μικρασιάτη ποιητή του Νόμπελ. Το άω, όπως στο πονάω.

Εγώ όμως, συνέχισε και μ΄έλιωσε, προτιμώ το I am in the mood for love και βάζει ασορτί θεό Bryan Ferry που είχα από καιρό ξεχάσει.

Θυμάμαι τώρα τον Larry Gus, όταν ετοιμάζαμε το τεύχος για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου -τέτοιες μέρες πριν ακριβώς έναν χρόνο- που μου είχε στείλει τη φωτογραφία από την ταινία του Kar Wai, οι δυο στο πίσω κάθισμα του αμαξιού, σημειώνοντας στο μέηλ, ¨χρόνια με στοίχειωνε αυτή η φωτογραφία, αυτό το κομμάτι, αυτή η ταινία, αυτή η φράση, μπορούσα να κλαίω ασταμάτητα¨.

Στο πάρκινγκ δυο κορίτσια -ούτε εικοσιπέντε- μέσα στο δίπλα γιαπωνέζικο αμάξι. Με τσιγάρα στα χέρια και γυαλιά ηλίου. Ανοιχτό το ράδιο. Υπνωτισμένες και εκείνες και εγώ μένουμε μέσα να τελειώσει το τελευταίο πεντάλεπτο. Να δούμε τι άλλο θα πει. Αλλά τι να πει.

Έχεις πέσει εσύ; ρώτησε η μια την άλλη τη στιγμή που έβγαινα. Και κούνησε το κεφάλι της σε όχι εκείνη. Αλλά είμαι σε τέτοια διάθεση, πρόσθεσε γελώντας χωρίς γέλιο, really.

Κι εγώ να έχω όρεξη. Να βρω εκείνο το έξυπνο αγόρι της χρωστούμενης παραγράφου που δε γράφτηκε ποτέ και δεν πρόκειται, να είναι αργά νύχτα στο βρώμικο, ανατριχιαστικό κέντρο που έχω ερωτευτεί. Ξένη μέσα σε ξένους, αδέσποτο πάλι, να του ζητήσω να μου δείξει την πόλη του, που δεν είναι ακόμα και ίσως ποτέ δε γίνει, μου. Πόσο πάει για το τουρ; Να τα δώσω. Χωρίς άω και ω.

Χωρίς καν χρόνο, κανείς αργοπορημένος και κανείς να μην εμφανιστεί νωρίς. Όλα just about.

Γιατί I´m in the mood.

[από το άλμπουμ του as time goes by]

Αναρτήθηκε από: discolata | Ιουλίου 20, 2008

boo [a portfolio]

Ο Γιάννης Μπουρνιάς (που αγαπάμε πολύ την τελευταία σελίδα του στη lifo) δίνει συνέντευξη.

Κι εγώ κλέβω λίγες, πολύ λίγες απο τις -fashion- φωτογραφίες του.

Τι να πω άλλο.

I might as well shut the fuck up, James.

Ταπεινά yours,

Geraldine.

Older Posts »

Κατηγορίες