Archives for the month of: Δεκέμβριος, 2006

liv12061.jpg

Ανοιξα τα μάτια μου ξαφνικά μέσα στη νύχτα. Όχι από κάποιο θόρυβο ή ανησυχία, ούτε από κάποιο πόνο, αρρώστια ή άλλη ανάγκη. Ένα ακαθόριστο συναίσθημα, μια θολή σαν τον καπνό του τσιγάρου αναστάτωση, κάπου βαθιά μέσα στο στήθος μου, με επανέφερε από τον ύπνο στην πραγματικότητα. Ένα χαρακτηριστικό σφύριγμα από τον αέρα ανάμεσα στα ξύλινα παντζούρια, πρόδιδε πως έξω φυσούσε πολύ. Γύρισα προς το ενοχλητικό, για την ηρεμία της χειμωνιάτικης νύχτας, «τικ τικ» του ρολογιού. Τέσσερις παρά δέκα.

Σηκώθηκα και πήγα προς το σαλόνι του σπιτιού. Η επαφή της γυμνής πατούσας μου με το παγωμένο μάρμαρο του διαδρόμου με ξύπνησε για τα καλά. Στέκομαι στη λευκή φλοκάτη και κοιτάω γύρω στο δωμάτιο. Όλα είναι ήρεμα, σαν να κοιμούνται και τα έπιπλα. Δε νυστάζω. Πλησιάζω τη βιβλιοθήκη, παίρνω ένα ποτήρι και βάζω δύο δάχτυλα malt (πάντα μου άρεσε να έχω αλκοόλ και δύο ποτήρια δίπλα στα βιβλία). Κολλάω δίπλα στο τζάμι και κοιτάω έξω στο δρόμο.

Τα μπαλκόνια στα γύρω κτίρια είναι στολισμένα. Κάποια είναι πολύ όμορφα και άλλα παντελώς κακόγουστα. Γελάω μ’ αυτόν που κρέμασε ένα φουσκωτό Aη-Bασίλη στα φωταγωγημένα κάγκελα του σπιτιού. Μοιάζει με μικρό πτώμα. Μνημείο σε μια μελλοντική νίκη των καλικαντζάρων. Ορόσημο του αγώνα τους ενάντια σε μια ψυχρή ανέραστη εμπορική γιορτή.

Πιο πέρα, κάποιος έχει τυλίξει στα ξύλινα κάγκελα δύο ή τρεις φωτοσωλήνες με διάφορα χρώματα. Υπέροχο σκηνικό για καλτ τεχνολογικό θρίλερ. Η επανάσταση των ρομπότ-πυγολαμπίδων. Το 2. Νομίζω πως δεν έχει σημασία πως και που θα μπούνε τα λαμπάκια, αρκεί να είναι πολλά. Σκέφτομαι μήπως δεν είναι τα Χριστούγεννα που δεν μου αρέσουν αλλά ο τρόπος που τα γιορτάζει ο κόσμος.

Κατεβάζω με δυο μεγάλες γουλιές το περιεχόμενο του ποτηριού. Το ρολόι δείχνει τέσσερις και δέκα. Μισώ τις αϋπνίες. Ευτυχώς το ουίσκι αρχίζει να με ζαλίζει λίγο. Κοιτάω τα δώρα που έχω πάρει για τους φίλους, στη σακούλα δίπλα στο γραφείο. Είμαι σίγουρος ότι θα τους αρέσουν. Τελικά, τα Χριστούγεννα χωρίς λαμπάκια μπορούν να είναι όμορφα. Πέφτω ήρεμος να κοιμηθώ.

Και δώρα φέροντες… Crazy Monkey (http://nassoskappa.blackwhitemag.net)

http://www.fais.gr/?%C7%EFtel_Memory:%CA%EF%EA%EA%E9%ED%EF%EC%F0%EF%F4%DF%F4%F3%E1

Advertisements

Υπέροχη τεμπελιά. Μες στα χρώματα και τις μυρωδιές.

Και νιώθω πεταλούδες. Αλλά όχι ακριβώς πεταλούδες. Κάτι άλλο. Ξαφνικά.

Η αίσθηση του να νομίζεις για λίγο, ότι μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο χορεύοντας. Κι αν όχι να τον αλλάξεις, τότε να γίνεις όντως [στ’ αλήθεια] ευτυχισμένος. Και μετά πάλι να μένει μόνο αυτό το θέλω του χορού. Και να στροβιλίζεσαι σαν το κοριτσάκι με τα κόκκινα παπούτσια ασταμάτητα και τα πόδια να πονάνε πια, μα να μη μπορείς να σταματήσεις, ούτε για ένα λεπτό. Απο φόβο μη φύγουν.

Και οι μυρωδιές και τα χρώματα και οι πεταλούδες.

pict0012.JPG

Έρχεται ο Ν. απο Αθήνα απόψε. Σκέφτομαι να ντυθώ Ρούντολφ και να πάρω για κασκόλ μια απαίσια ασημένια γιρλάντα (απο το δέντρο του Δήμου) και να τον περιμένω στολισμένη πίσω απο ένα μπουκάλι της αγαπημένης του ξανθιάς. Μαζί και ο Γ., και ο Σ. (κι ας λέει πως θα πάει να δει τους Herbalizer, χμ, λες να καταλήξουμε εκεί;), και η Μ. και η Α. και η άλλη Μ. και η Χ. Και ο Δ. Ο καινούριος. Με τη βροντερή φωνή. Υπέροχος.

Αγαπώ φέτος Χριστούγεννα με την οικογένεια που διάλεξα εγώ και να σερνόμαστε απο εδώ κι εκεί ντίρλες και κούκλοι και μες στα σορόπια και τα φιλιά.

Χρόνια πολλά σε όλους!

[update. 24 ώρες μετά. ακούω τρίτη φορά σερί το πρώτο μου δωράκι, Nouvelle Vague και Bande a Part και κάνω αποτοξίνωση απο την κουβανέζικη και βραζιλιάνικη μπόσσα του Θερμαικού με πράσινο τσάι. σε τηλεφωνική ανταπόκριση η Μ. απο Λονδίνο, η Α. απο Βιέννη και όσοι επέζησαν απο το χτεσινό φουλ ντελίριο απο downtown. χαζεύω το υπέροχο kaLAKantzarenio μου φόρεμα. να θυμηθώ να πάρω αύριο την ασορτί υφασμάτινη σατινένια ζώνη. και δωράκια. ένα κάρο ιδέες στο κεφάλι μου. τι μπορεί να θέλουν, αυτό. σκέφτομαι και το αγόρι. στα δεύτερα πριν με πάρει το χουζούρι αλλού. αυτό άραγε τι να θέλει;και κάνω σχέδια για απόψε, αλλά δεν θα τα τηρήσω, παρά μόνο αύριο. θα μείνω μέσα και θα κοιμηθώ. το νιώθω.μόνο απόψε.]

11.JPG

Κάθε φορά που θέλω να πιάσω το σφυγμό της εποχής μου, να διεισδύσω στον χείμαρρο ειδήσεων και δυσνόητων νέων στιγμάτων της καθημερινότητας, που τα κανάλια έχουν στην ξεπέτα για να αφήσουν χρόνο για πάσα στον Κακαουνάκη (που μακάρι να ήταν ο Κραουνάκης στη θέση του, πιο πολλά θα καταλαβαίναμε), πετάγομαι από το κομμωτήριο της γειτονιάς μου.

Τον «Δημόκριτο» (ήταν οι ιδιοκτήτες να ανοίξουν φροντιστήριο μαθημάτων θετικής κατεύθυνσης, αλλά δεν πήραν ποτέ την άδεια -έτσι τους βγήκε το στάιλινγκ μαλλιών- γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει ακόμα και μια προτομή του Δημόκριτου μπροστά στο ταμείο, φάτσα κάρτα στην είσοδο, που δίνει μια πιο ιντελλεκτουέλ αίσθηση στον χώρο).

 

Βρίσκεται ακριβώς επί της Βασιλίσσης Όλγας, στο ύψος του Ντεπό, με άλλα λόγια ακριβώς κάπου μεταξύ Antenna, Alpha και Mega, απέναντι από το Προεδρικό Μέγαρο και τη Ρηγίλλης, πίσω από το Χρηματιστήριο, το Πεντάγωνο και το ατελιέ των Deux Hommes, στην καρδιά της ελληνικής επαρχίας, αλλά μολαταύτα καρακέντρο του κερατά, άρα Σύνταγμα και Χόλιγουντ συνάμα.

 

Δεν εξηγείται αλλιώς.

Διότι μόνο έτσι μπορώ να δεχτώ το γεγονός, ότι και τα πέντε ψαλίδια του καταστήματος (συν μία στους νιπτήρες, σύνολο έξι, αλλά αυτή είναι επί των θεμάτων εξωτερικού, είναι από τη Γεωργία και τη λένε Γιολάντα) έχουν άριστες γνώσεις επί παντός θέματος (και καιρού).

 

Ένα από τα πράγματα που μου έλειψαν τόσες μέρες ξάπλα με τα παναντόλ και τα μεζουλίντ αγκαλιά, ήταν και η απαραίτητη επίσκεψη στον διαβόητο Δημόκριτο. Επειδή λοιπόν ένιωθα να χάνω το σύνδεσμό μου με την ελληνική πραγματικότητα και ταυτόχρονα το μαλλί μου μεταμορφωνόταν σιγά σιγά αλλά σταθερά σε κανταΐφι, αποφάσισα να κουκουλωθώ και να πεταχτώ από εκεί.

 

Την ώρα που έμπαινα άκουσα τη Γιολάντα να λέει στην έρμη που ξεμάλλιαζε επί του νιπτήρος («μάσκα εντατικής περιποίησης, λείανσης και αναδόμησης της τρίχας» το λένε και το χρεώνουν 15 ευρώ):

 

«Η γκη είναι όΛα. Παντάς γκη μου, παντάω εγκώ σένα, έλεγκε μπαμπάς μου. Γκζες τι ‘ναι να ντρομάζουνι μπρόβατα, κόβιται γκάλα, κόβιται αίμα μπροβατίνα εγκεφαλγκό, μετά μπουλήσει σκαντά γκεωργκός; Ή μπουλήσει κεφάλι γκυνηγού σε μπιατέλα, όπως Νταλιντά;»

 

«Εγώ νομίζω πάντως πως υπερέβαλαν λιγάκι, Γιολάντα, οι χωριάταροι. Ας τους έκοβαν τα πόδια, όχι και να τους εκτελέσουν, το είδα και στο βλέμμα του Σόμπολου εγώ, δεν έχει υπάρξει πιο μπρουτάλ τηλεοπτική στιγμή απο εκείνη που είπαν, πως τους έδωσε και χαριστική βολή εξ επαφής, ο βάρβαρος», είπε η αφεντικίνα, ενώ περνούσε το ντεκαπάζ σε γνωστή κοσμική πιτσιρίκα.

 

«Γκυρία, μπιο λίγκα κρόνια τα φάνε έτσι μπαμπάς και γκιός, από όντι αν τους γκόβανε τα πόντια. Τα τους γκόβανε τον γκώλο στο ντικαστήριο οι μάρντυρες οι ζωντανοί. Πεταμένοι ντε μιλάνε, ντε ρίκνουνε λάντι σε φωντιά», απάντησε η Γιολάντα σκουπίζοντας την κασίδα της πελάτισσας με την αφράτη λευκή πετσέτα.

 

 

Μέχρι να περάσω από το νιπτήρα στην στριφογυριστή πολυθρονίτσα μπροστά στον τεράστιο καθρέφτη (μα επίτηδες το κάνουνε να βλέπεις το χάλι σου τρισδιάστατο, όπως σε γκραν γκινιόλ;), τα τρία ψαλίδια είχαν ανάψει τσιγάρο και έλεγαν για το 1,3 εκ. ευρώ που άφησε πίσω του η περίφημη πλέον Μούμια του Λαγκαδά, τις σινιέ βαλίτσες του Μητσοτάκη και της γλυκύτατης Μαρίκας και για το 1,5 που βούτηξαν από το Μον Παρνές οι οκτώ ανόητοι που καρφώθηκαν από τις χλιδάτες Mercedes τους και το Spa (και κυρίως, επειδή, κατά τη Γιολάντα, δεν πλήρωσαν όπως είχαν υποσχεθεί τον αθίγγανο που κρατούσε τσίλιες να περάσει το θωρακισμένο φορτηγάκι της Wackenhut μπροστά από το τελεφερίκ για να του την ανάψουν).

 

Χτυπούσαν τις γλώσσες τους όπως βαράει το Καλάσνικωφ. Σε απόλυτο ρυθμό και με ταχύτητα ανά τρία του κλάσματος.

Είχα ανοίξει διάπλατα και τα δυο πτερύγια των αφτιών, σαν τον κακό λύκο, για να ακούω καλύτερα.

 

Έφυγα μία ώρα αργότερα, με καινούριο μαλλί, εξήντα ευρώ λιγότερα και με τρεις καινούριες θεωρίες συνωμοσίας.

 

 

 

  1. Η ανισσόροπη και εντελώς Κρουέλα Ντε Βιλ αδερφή του 37χρονου κτηνοτρόφου ήταν στάνταρ παρούσα στο φονικό και φώναζε ως νεαρή τσίαρ λήντερ χτυπώντας παλαμάκια «και ά και ού και άναψτην και αυτού», και σιγά τώρα που to παίζει Κινέζα η ατάλαντη, ούτε τη Ντενίση δεν πείθει, και άρα ιδού το τρίτο πρόσωπο, που σκίζονται όλοι να βρουν.
  2. το 1,3 εκ. ευρώ της Μούμιας θα πάει δικαιωματικά στο Αιγυπτιακό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και Μελετών (διότι κατά το ψαλίδι νούμερο τρία, η Μούμια του Λαγκαδά ήτο μέρος πειράματος Αιγύπτιων αρχαιολόγων και μελετητών, τον έφαγε τον παππού η Επιστήμη), ή θα καταλήξει σε βαλιτσάκι Louis Vuitton, δια χειρός Murakami (εννοείται σε φλούο ροζ χρώμα), στον σοφέρ του Δημαρχείου (αν υποθέσουμε ότι ισχύει αυτό που υποστήριζε το ψαλίδι νούμερο πέντε, ότι δηλαδή τον έφαγαν τα επίδοξα πολιτικά κυκλώματα της βιομηχανίας σιτηρών).
  3. Το Μον Παρνές μόλις απέκτησε ένα Spa, πέντε Mercedes και μία εφτάρα BMW για τις μετακινήσεις του προσωπικού, αλλά και τη μεταφορά των κερδών στην τράπεζα και έσπασε το συμβόλαιο με τη Wackenhut (που κάνει κράου από μακριά πως μεταφέρει ρευστό, ενώ τη σήμερον ημέραν σφίζει ο τόπος από Mercedes και σιγά μη τις χτυπήσουν επίδοξοι λησταί).

cg114s0030_2.jpg

Ακόμα υπάρχουν μέρες με δυνατό ήλιο, να θέλεις να βγεις έξω με ένα μακό και να γυρίσεις όλη την πόλη με τη μία. Αλλά έχει κρύο, ξαφνικά πολύ κρύο. Αισθάνεσαι την αλλαγή εποχής. Άναψαν και τα φωτάκια σε όλη την πόλη, δεν το βλέπω, το μαθαίνω από όσους είδαν στημένο το αστικό λούνα παρκ με την υπογραφή Παπαγεωργόπουλου. Εγώ τα γουστάρω αυτά τα χιλιάδες λαμπάκια, τα καραβάκια, τα δεντράκια. Και μου τη σπάει που δε μπορώ ακόμα να τα κριτικάρω προσπερνώντας τα με φίλους, υποκρινόμενη πόσο άθλια και κιτς είναι.

Το dvd player βγάζει ξανά μετά από καιρό φωτιές. Αρχίζουν επιτυχώς τα winter time sessions με κόκκινο κρασί στο σπίτι με φίλους. Σκέφτομαι, πως μέχρι την Παρασκευή που θα σταθώ στα πόδια μου σίγουρα, πρέπει να αποφασίσω τι θα μαγειρέψω για την τετράδα που θα έρθει να τσεκάρει αν ακόμα ζω.

 

Παρακαλάω την μεσογειακή μου μάνα να μου διαλέξει το best of των εδεσμάτων που άνετα σερβίρονται για δείπνο χωρίς να μείνω στην κουζίνα έξι μέρες και χωρίς να κάψω το φούρνο ή το καινούριο της σινιέ τηγάνι, μα εκείνη αρνείται, διότι «η κόρη η δική μου δεν χρειάζεται να μαγειρεύει» και ανεβαίνω ψιλοτσατισμένη μετά για έναν ελληνικό μονό στον Σ. , από πάνω, η μόνη μου σύνδεση με τον μη σουρεάλ έξω κόσμο.

Έκτο τσάι με κονιάκ και τα μαγουλάκια έχουν γίνει κόκκινα σαν του Αγιο-Βασίλη.

Αποφασίζω να φορέσω την καινούρια μου υπέροχη ποδίτσα κουζίνας και να κάνω πρόβα τζενεράλε για την Παρασκευή. Είμαι η καλύτερη μαγείρισσα όλων των εποχών, είμαι προφεσσορέσσα των ζυμαρικών και ντόκτορ των επιδορπίων. Μπορώ να δαμάσω το αυγολέμονο και να υποτάξω κάθε σως, μέχρις ότου το σπίτι μοσχοβολήσει και θα ξέρω πως το έκανα εγώ.

Κοιτάζω το ποστ ιτ με τις σημειώσεις που κρατούσα όλη την εβδομάδα από τα πρωινάδικα που έφαγα στη μάπα σε κατάσταση αποσύνθεσης νου και σώματος, ευχόμενη να μου φανούν κάποτε όλα τούτα τα εντατικά μαθήματα χρήσιμα.

 

Ψωμάκια μπίρας και ελιάς με σουσάμι. [Συνταγή της Κικής του http://www.hungryforhungry.blogspot.com%5D.

Σούπα μινεστρόνε με πέστο, αλλά χωρίς κολοκυθάκι, που δεν μπορώ να αποδεχτώ την ύπαρξή του μέσα σε μια σούπα.

Παστίτσιο με μακαρόνια και τρία τυριά, εγώ θα βάλω πέντε όμως, να το κάνω πιο θεαματικό το επίτευγμα και θα χώσω μέσα και ζαμπόν. Χωρίς μπεσαμέλ όμως, μόνο με χτυπημένο αυγουλάκι με κρέμα γάλακτος από πάνω.

Και θα τους ξιπάσω όλους φτιάχνοντας μαρμελάδα πορτοκάλι, να τους δώσω να πάρουν μαζί τους φεύγοντας, χρησιμοποιώντας τα περίτεχνα βαζάκια της μαμάς.

 

Γιατί είμαι κλεισμένη στο σπίτι οκτώ μέρες τώρα και έχω σαλτάρει τελείως και θέλω να κάνω όλα όσα στη ζωή μου όλη δεν έκανα στην εξωτική περιοχή ανάμεσα από το ψυγείο και το τραπέζι της κουζίνας, που όλοι, θαρρείς και ανήκουν σε κάποια μυστική συνομωσία, ονομάζουν με στόμφο «πάγκο εργασίας».

 

Πέντε ώρες μετά, έχοντας ήδη λυσσάξει από την πείνα, βρίσκομαι μπροστά από 13 ολοστρόγγυλα ψωμάκια που μυρίζουν ρίγανη, ελιά και μπίρα, το σπίτι μυρίζει μινεστρόνε και αν σηκώσεις το καπάκι της κατσαρόλας (μεγέθους στρατιωτικού καζανιού) θα διαπιστώσεις πως κυριαρχεί το πράσινο, βαλτώδες χρώμα. Στον φούρνο έχω το παστίτσιο, που αν βάλεις μέσα την σπάτουλα να κόψεις κομμάτι, αυτό θα σηκωθεί ολόκληρο και θα μείνει το πυρέξ άδειο. Και στα έξι μικρά βαζάκια της μαμάς υπάρχει ένα πηχτό πορτοκαλί ζουμάκι, σε ημι-ζελ μορφή, η περίφημη μαρμελάδα.

Αλλά όλα τους μυρίζουν υπέροχα, είναι υπέροχα, εγώ είμαι υπέροχη, μπορώ να φτιάξω τα πάντα, αν το θελήσω. Και κρίμα που δεν είναι εδώ ο μπαμπάς, να τον ξιπάσω και εκείνον, να τον κάνω να πάρει πίσω όλα όσα κατά καιρούς μου έχει σερβίρει σε γράμματα και όχι πιάτα.

 

Βάζω θερμόμετρο και συνειδητοποιώ πως έχω 39 πυρετό και φαγητά να τρώω για πέντε μέρες μίνιμουμ. Και μόλις τα ψωμάκια κρυώνουν, παθαίνω παράκρουση, γιατί έχουν εν αγνοία μου (και όσο εγώ ετοιμάζω επειγόντως καυτό μπάνιο με λάδια μέντας, τουμποφλό για την άνω και κάτω ρινική κοιλότητα) μεταμορφωθεί σε πόμολα, ολοστρόγγυλα, σχεδόν μεταλλικά πόμολα.

Παίρνω την Μ. τηλέφωνο. Τη μόνη άλλη ακαμάτρα που θα με νιώσει και θα με διαβεβαιώσει πως ακόμα και τώρα παραμένω fabulous. Γιατί αν μη τι άλλο έχω στην κατοχή μου βιολογικά όπλα, τα μικρόβιά μου και τα σούπερ ντούπερ ψωμάκια-πόμολα. Εγώ κουκουλωμένη με μοχέρ τεράστια ζακέτα της γιαγιάς και κάτω από δυο καρό κουβερτούλες, εκείνη κουλουριασμένη, φαντάζομαι, στον τέλειο μπεζ καινούριο καναπέ της. Εκείνη με κόκκινο κρασί, εγώ και πάλι με τσάι μαύρο με μέλι και κονιάκ μέσα και πλέον ζαλισμένη. Μετά την κριτική για τα άνιμαλ γεγονότα που έχασα κλεισμένη στους πέντε-έξι τοίχους, αρχίσαμε να μαστιγώνουμε τις γλώσσες μας με πιπέρια για τη Μος που όσο fabulous κι αν είναι, στοίχημα και ντε φάκτο ούτε αυγό δεν ξέρει να βράσει.

«Σου έχει μαγειρέψει ποτέ άντρας και να ήταν τόσο καλό, που εσύ να ντράπηκες;», με ρώτησε η καλή μου. Αλοιφή με τη μία εγώ. Μία φορά.

Αλλά δεν ήταν τα συστατικά του, ούτε αυτό καθ’ αυτό το φαγητό που έφτιαξε που με έκανε να ντραπώ και να νιώσω πως είμαι στην κορυφή του κόσμου ταυτόχρονα.

Ήταν αυτό το άλλο υλικό, το πώς-το-λένε, που όταν υπάρχει, είναι σα να βλέπεις αστράκια και πασπαλισμένη χρυσόσκονη παντού, όπως στην άχνη πάνω από τον κουραμπιέ, που άμα κάνεις φού δυνατά θα φύγει. Και κάνει τα πάντα αλλιώς, ακόμα κι αν δεν είναι αλλιώς, απλά κάπως, αλλά εσύ δεν το βλέπεις.

[συνειρμός: φαντάζεσαι κοκαίνη πάνω στον κουραμπιέ και να δώσεις να φάει η θεία Αναστασία με τα οκτώ εγκεφαλικά;]

«Έρωτας καλέ, βάλε θερμόμετρο!», φώναξε η Μ. διακόπτοντας βάρβαρα τους συνειρμούς μου.

38 και 2. Είναι καλά; Να το αφήσω;