cg114s0030_2.jpg

Ακόμα υπάρχουν μέρες με δυνατό ήλιο, να θέλεις να βγεις έξω με ένα μακό και να γυρίσεις όλη την πόλη με τη μία. Αλλά έχει κρύο, ξαφνικά πολύ κρύο. Αισθάνεσαι την αλλαγή εποχής. Άναψαν και τα φωτάκια σε όλη την πόλη, δεν το βλέπω, το μαθαίνω από όσους είδαν στημένο το αστικό λούνα παρκ με την υπογραφή Παπαγεωργόπουλου. Εγώ τα γουστάρω αυτά τα χιλιάδες λαμπάκια, τα καραβάκια, τα δεντράκια. Και μου τη σπάει που δε μπορώ ακόμα να τα κριτικάρω προσπερνώντας τα με φίλους, υποκρινόμενη πόσο άθλια και κιτς είναι.

Το dvd player βγάζει ξανά μετά από καιρό φωτιές. Αρχίζουν επιτυχώς τα winter time sessions με κόκκινο κρασί στο σπίτι με φίλους. Σκέφτομαι, πως μέχρι την Παρασκευή που θα σταθώ στα πόδια μου σίγουρα, πρέπει να αποφασίσω τι θα μαγειρέψω για την τετράδα που θα έρθει να τσεκάρει αν ακόμα ζω.

 

Παρακαλάω την μεσογειακή μου μάνα να μου διαλέξει το best of των εδεσμάτων που άνετα σερβίρονται για δείπνο χωρίς να μείνω στην κουζίνα έξι μέρες και χωρίς να κάψω το φούρνο ή το καινούριο της σινιέ τηγάνι, μα εκείνη αρνείται, διότι «η κόρη η δική μου δεν χρειάζεται να μαγειρεύει» και ανεβαίνω ψιλοτσατισμένη μετά για έναν ελληνικό μονό στον Σ. , από πάνω, η μόνη μου σύνδεση με τον μη σουρεάλ έξω κόσμο.

Έκτο τσάι με κονιάκ και τα μαγουλάκια έχουν γίνει κόκκινα σαν του Αγιο-Βασίλη.

Αποφασίζω να φορέσω την καινούρια μου υπέροχη ποδίτσα κουζίνας και να κάνω πρόβα τζενεράλε για την Παρασκευή. Είμαι η καλύτερη μαγείρισσα όλων των εποχών, είμαι προφεσσορέσσα των ζυμαρικών και ντόκτορ των επιδορπίων. Μπορώ να δαμάσω το αυγολέμονο και να υποτάξω κάθε σως, μέχρις ότου το σπίτι μοσχοβολήσει και θα ξέρω πως το έκανα εγώ.

Κοιτάζω το ποστ ιτ με τις σημειώσεις που κρατούσα όλη την εβδομάδα από τα πρωινάδικα που έφαγα στη μάπα σε κατάσταση αποσύνθεσης νου και σώματος, ευχόμενη να μου φανούν κάποτε όλα τούτα τα εντατικά μαθήματα χρήσιμα.

 

Ψωμάκια μπίρας και ελιάς με σουσάμι. [Συνταγή της Κικής του http://www.hungryforhungry.blogspot.com%5D.

Σούπα μινεστρόνε με πέστο, αλλά χωρίς κολοκυθάκι, που δεν μπορώ να αποδεχτώ την ύπαρξή του μέσα σε μια σούπα.

Παστίτσιο με μακαρόνια και τρία τυριά, εγώ θα βάλω πέντε όμως, να το κάνω πιο θεαματικό το επίτευγμα και θα χώσω μέσα και ζαμπόν. Χωρίς μπεσαμέλ όμως, μόνο με χτυπημένο αυγουλάκι με κρέμα γάλακτος από πάνω.

Και θα τους ξιπάσω όλους φτιάχνοντας μαρμελάδα πορτοκάλι, να τους δώσω να πάρουν μαζί τους φεύγοντας, χρησιμοποιώντας τα περίτεχνα βαζάκια της μαμάς.

 

Γιατί είμαι κλεισμένη στο σπίτι οκτώ μέρες τώρα και έχω σαλτάρει τελείως και θέλω να κάνω όλα όσα στη ζωή μου όλη δεν έκανα στην εξωτική περιοχή ανάμεσα από το ψυγείο και το τραπέζι της κουζίνας, που όλοι, θαρρείς και ανήκουν σε κάποια μυστική συνομωσία, ονομάζουν με στόμφο «πάγκο εργασίας».

 

Πέντε ώρες μετά, έχοντας ήδη λυσσάξει από την πείνα, βρίσκομαι μπροστά από 13 ολοστρόγγυλα ψωμάκια που μυρίζουν ρίγανη, ελιά και μπίρα, το σπίτι μυρίζει μινεστρόνε και αν σηκώσεις το καπάκι της κατσαρόλας (μεγέθους στρατιωτικού καζανιού) θα διαπιστώσεις πως κυριαρχεί το πράσινο, βαλτώδες χρώμα. Στον φούρνο έχω το παστίτσιο, που αν βάλεις μέσα την σπάτουλα να κόψεις κομμάτι, αυτό θα σηκωθεί ολόκληρο και θα μείνει το πυρέξ άδειο. Και στα έξι μικρά βαζάκια της μαμάς υπάρχει ένα πηχτό πορτοκαλί ζουμάκι, σε ημι-ζελ μορφή, η περίφημη μαρμελάδα.

Αλλά όλα τους μυρίζουν υπέροχα, είναι υπέροχα, εγώ είμαι υπέροχη, μπορώ να φτιάξω τα πάντα, αν το θελήσω. Και κρίμα που δεν είναι εδώ ο μπαμπάς, να τον ξιπάσω και εκείνον, να τον κάνω να πάρει πίσω όλα όσα κατά καιρούς μου έχει σερβίρει σε γράμματα και όχι πιάτα.

 

Βάζω θερμόμετρο και συνειδητοποιώ πως έχω 39 πυρετό και φαγητά να τρώω για πέντε μέρες μίνιμουμ. Και μόλις τα ψωμάκια κρυώνουν, παθαίνω παράκρουση, γιατί έχουν εν αγνοία μου (και όσο εγώ ετοιμάζω επειγόντως καυτό μπάνιο με λάδια μέντας, τουμποφλό για την άνω και κάτω ρινική κοιλότητα) μεταμορφωθεί σε πόμολα, ολοστρόγγυλα, σχεδόν μεταλλικά πόμολα.

Παίρνω την Μ. τηλέφωνο. Τη μόνη άλλη ακαμάτρα που θα με νιώσει και θα με διαβεβαιώσει πως ακόμα και τώρα παραμένω fabulous. Γιατί αν μη τι άλλο έχω στην κατοχή μου βιολογικά όπλα, τα μικρόβιά μου και τα σούπερ ντούπερ ψωμάκια-πόμολα. Εγώ κουκουλωμένη με μοχέρ τεράστια ζακέτα της γιαγιάς και κάτω από δυο καρό κουβερτούλες, εκείνη κουλουριασμένη, φαντάζομαι, στον τέλειο μπεζ καινούριο καναπέ της. Εκείνη με κόκκινο κρασί, εγώ και πάλι με τσάι μαύρο με μέλι και κονιάκ μέσα και πλέον ζαλισμένη. Μετά την κριτική για τα άνιμαλ γεγονότα που έχασα κλεισμένη στους πέντε-έξι τοίχους, αρχίσαμε να μαστιγώνουμε τις γλώσσες μας με πιπέρια για τη Μος που όσο fabulous κι αν είναι, στοίχημα και ντε φάκτο ούτε αυγό δεν ξέρει να βράσει.

«Σου έχει μαγειρέψει ποτέ άντρας και να ήταν τόσο καλό, που εσύ να ντράπηκες;», με ρώτησε η καλή μου. Αλοιφή με τη μία εγώ. Μία φορά.

Αλλά δεν ήταν τα συστατικά του, ούτε αυτό καθ’ αυτό το φαγητό που έφτιαξε που με έκανε να ντραπώ και να νιώσω πως είμαι στην κορυφή του κόσμου ταυτόχρονα.

Ήταν αυτό το άλλο υλικό, το πώς-το-λένε, που όταν υπάρχει, είναι σα να βλέπεις αστράκια και πασπαλισμένη χρυσόσκονη παντού, όπως στην άχνη πάνω από τον κουραμπιέ, που άμα κάνεις φού δυνατά θα φύγει. Και κάνει τα πάντα αλλιώς, ακόμα κι αν δεν είναι αλλιώς, απλά κάπως, αλλά εσύ δεν το βλέπεις.

[συνειρμός: φαντάζεσαι κοκαίνη πάνω στον κουραμπιέ και να δώσεις να φάει η θεία Αναστασία με τα οκτώ εγκεφαλικά;]

«Έρωτας καλέ, βάλε θερμόμετρο!», φώναξε η Μ. διακόπτοντας βάρβαρα τους συνειρμούς μου.

38 και 2. Είναι καλά; Να το αφήσω;

 

 

Advertisements