11.JPG

Κάθε φορά που θέλω να πιάσω το σφυγμό της εποχής μου, να διεισδύσω στον χείμαρρο ειδήσεων και δυσνόητων νέων στιγμάτων της καθημερινότητας, που τα κανάλια έχουν στην ξεπέτα για να αφήσουν χρόνο για πάσα στον Κακαουνάκη (που μακάρι να ήταν ο Κραουνάκης στη θέση του, πιο πολλά θα καταλαβαίναμε), πετάγομαι από το κομμωτήριο της γειτονιάς μου.

Τον «Δημόκριτο» (ήταν οι ιδιοκτήτες να ανοίξουν φροντιστήριο μαθημάτων θετικής κατεύθυνσης, αλλά δεν πήραν ποτέ την άδεια -έτσι τους βγήκε το στάιλινγκ μαλλιών- γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει ακόμα και μια προτομή του Δημόκριτου μπροστά στο ταμείο, φάτσα κάρτα στην είσοδο, που δίνει μια πιο ιντελλεκτουέλ αίσθηση στον χώρο).

 

Βρίσκεται ακριβώς επί της Βασιλίσσης Όλγας, στο ύψος του Ντεπό, με άλλα λόγια ακριβώς κάπου μεταξύ Antenna, Alpha και Mega, απέναντι από το Προεδρικό Μέγαρο και τη Ρηγίλλης, πίσω από το Χρηματιστήριο, το Πεντάγωνο και το ατελιέ των Deux Hommes, στην καρδιά της ελληνικής επαρχίας, αλλά μολαταύτα καρακέντρο του κερατά, άρα Σύνταγμα και Χόλιγουντ συνάμα.

 

Δεν εξηγείται αλλιώς.

Διότι μόνο έτσι μπορώ να δεχτώ το γεγονός, ότι και τα πέντε ψαλίδια του καταστήματος (συν μία στους νιπτήρες, σύνολο έξι, αλλά αυτή είναι επί των θεμάτων εξωτερικού, είναι από τη Γεωργία και τη λένε Γιολάντα) έχουν άριστες γνώσεις επί παντός θέματος (και καιρού).

 

Ένα από τα πράγματα που μου έλειψαν τόσες μέρες ξάπλα με τα παναντόλ και τα μεζουλίντ αγκαλιά, ήταν και η απαραίτητη επίσκεψη στον διαβόητο Δημόκριτο. Επειδή λοιπόν ένιωθα να χάνω το σύνδεσμό μου με την ελληνική πραγματικότητα και ταυτόχρονα το μαλλί μου μεταμορφωνόταν σιγά σιγά αλλά σταθερά σε κανταΐφι, αποφάσισα να κουκουλωθώ και να πεταχτώ από εκεί.

 

Την ώρα που έμπαινα άκουσα τη Γιολάντα να λέει στην έρμη που ξεμάλλιαζε επί του νιπτήρος («μάσκα εντατικής περιποίησης, λείανσης και αναδόμησης της τρίχας» το λένε και το χρεώνουν 15 ευρώ):

 

«Η γκη είναι όΛα. Παντάς γκη μου, παντάω εγκώ σένα, έλεγκε μπαμπάς μου. Γκζες τι ‘ναι να ντρομάζουνι μπρόβατα, κόβιται γκάλα, κόβιται αίμα μπροβατίνα εγκεφαλγκό, μετά μπουλήσει σκαντά γκεωργκός; Ή μπουλήσει κεφάλι γκυνηγού σε μπιατέλα, όπως Νταλιντά;»

 

«Εγώ νομίζω πάντως πως υπερέβαλαν λιγάκι, Γιολάντα, οι χωριάταροι. Ας τους έκοβαν τα πόδια, όχι και να τους εκτελέσουν, το είδα και στο βλέμμα του Σόμπολου εγώ, δεν έχει υπάρξει πιο μπρουτάλ τηλεοπτική στιγμή απο εκείνη που είπαν, πως τους έδωσε και χαριστική βολή εξ επαφής, ο βάρβαρος», είπε η αφεντικίνα, ενώ περνούσε το ντεκαπάζ σε γνωστή κοσμική πιτσιρίκα.

 

«Γκυρία, μπιο λίγκα κρόνια τα φάνε έτσι μπαμπάς και γκιός, από όντι αν τους γκόβανε τα πόντια. Τα τους γκόβανε τον γκώλο στο ντικαστήριο οι μάρντυρες οι ζωντανοί. Πεταμένοι ντε μιλάνε, ντε ρίκνουνε λάντι σε φωντιά», απάντησε η Γιολάντα σκουπίζοντας την κασίδα της πελάτισσας με την αφράτη λευκή πετσέτα.

 

 

Μέχρι να περάσω από το νιπτήρα στην στριφογυριστή πολυθρονίτσα μπροστά στον τεράστιο καθρέφτη (μα επίτηδες το κάνουνε να βλέπεις το χάλι σου τρισδιάστατο, όπως σε γκραν γκινιόλ;), τα τρία ψαλίδια είχαν ανάψει τσιγάρο και έλεγαν για το 1,3 εκ. ευρώ που άφησε πίσω του η περίφημη πλέον Μούμια του Λαγκαδά, τις σινιέ βαλίτσες του Μητσοτάκη και της γλυκύτατης Μαρίκας και για το 1,5 που βούτηξαν από το Μον Παρνές οι οκτώ ανόητοι που καρφώθηκαν από τις χλιδάτες Mercedes τους και το Spa (και κυρίως, επειδή, κατά τη Γιολάντα, δεν πλήρωσαν όπως είχαν υποσχεθεί τον αθίγγανο που κρατούσε τσίλιες να περάσει το θωρακισμένο φορτηγάκι της Wackenhut μπροστά από το τελεφερίκ για να του την ανάψουν).

 

Χτυπούσαν τις γλώσσες τους όπως βαράει το Καλάσνικωφ. Σε απόλυτο ρυθμό και με ταχύτητα ανά τρία του κλάσματος.

Είχα ανοίξει διάπλατα και τα δυο πτερύγια των αφτιών, σαν τον κακό λύκο, για να ακούω καλύτερα.

 

Έφυγα μία ώρα αργότερα, με καινούριο μαλλί, εξήντα ευρώ λιγότερα και με τρεις καινούριες θεωρίες συνωμοσίας.

 

 

 

  1. Η ανισσόροπη και εντελώς Κρουέλα Ντε Βιλ αδερφή του 37χρονου κτηνοτρόφου ήταν στάνταρ παρούσα στο φονικό και φώναζε ως νεαρή τσίαρ λήντερ χτυπώντας παλαμάκια «και ά και ού και άναψτην και αυτού», και σιγά τώρα που to παίζει Κινέζα η ατάλαντη, ούτε τη Ντενίση δεν πείθει, και άρα ιδού το τρίτο πρόσωπο, που σκίζονται όλοι να βρουν.
  2. το 1,3 εκ. ευρώ της Μούμιας θα πάει δικαιωματικά στο Αιγυπτιακό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και Μελετών (διότι κατά το ψαλίδι νούμερο τρία, η Μούμια του Λαγκαδά ήτο μέρος πειράματος Αιγύπτιων αρχαιολόγων και μελετητών, τον έφαγε τον παππού η Επιστήμη), ή θα καταλήξει σε βαλιτσάκι Louis Vuitton, δια χειρός Murakami (εννοείται σε φλούο ροζ χρώμα), στον σοφέρ του Δημαρχείου (αν υποθέσουμε ότι ισχύει αυτό που υποστήριζε το ψαλίδι νούμερο πέντε, ότι δηλαδή τον έφαγαν τα επίδοξα πολιτικά κυκλώματα της βιομηχανίας σιτηρών).
  3. Το Μον Παρνές μόλις απέκτησε ένα Spa, πέντε Mercedes και μία εφτάρα BMW για τις μετακινήσεις του προσωπικού, αλλά και τη μεταφορά των κερδών στην τράπεζα και έσπασε το συμβόλαιο με τη Wackenhut (που κάνει κράου από μακριά πως μεταφέρει ρευστό, ενώ τη σήμερον ημέραν σφίζει ο τόπος από Mercedes και σιγά μη τις χτυπήσουν επίδοξοι λησταί).
Advertisements