Archives for the month of: Ιανουαρίου, 2007


anathena-athina2.JPG

Πωλείται

σπανιότατο και μη δημοσιευμένο φωτογραφικό υλικό του Τέως Βασιλέως Κωνσταντίνου και της μητρός εκείνου, Φρειδερίκης, απο ινκόγκνιτο επίσκεψη της δεύτερης στην Έδεσσα με μη επίσημη περιβολή και μη επίσημο συνοδό και απο αντίστοιχης του πρώτου με άλογο στα Γιαννιτσά, του 1964 και 1959 αντίστοιχα.

Μόνο σοβαρές προτάσεις θα γίνουν αποδεκτές και θα ληφθούν υπόψιν.

Στην περίπτωση που αγοραστής όλων των φωτογραφιών και φιλμ θα είναι το ίδιο ένα πρόσωπο, θα δοθεί δώρο με την αγορά τους δερματόδετη Βίβλος Καλών Τρόπων και ένα μεταξωτό μαντηλάκι, χρώματος μπλε αεροπορίας και διαστάσεων 40 επί 40 εκατοστών, Γαλλικής προελεύσεως, ιδανικό για κυρίους που εκτιμούν την προσεγμένη εμφάνιση και δεν ντρέπονται να το ομολογήσουν.

Παρακαλούνται οι ενδιαφερόμενοι να αφήσουν τις προτάσεις και τα στοιχεία τους εδώ.

Ευχαριστώ.

[update. Επίσης, χαρίζεται ο κύριος, ο αντικατοπτρισμός του οποίου διαφαίνεται καθαρά στη φωτό, αριστερά, λόγω υπερκατανάλωσης σε μπανάνες, αρχεία του youtube και Cuervo (πάσα ομοιότητα με τον Μαρσέλ του Ρος είναι άκρως συμπτωματική). Οποιαδήποτε πρόταση θα γίνει αυτόματα δεκτή, ακόμα και η αποστολή του με κούριερ στα βάθη της Ασίας, είναι άλλωστε εφικτή. Ευχαριστώ.]

Advertisements

erasers.JPG

Σινέ Τριανόν, 21 Γενάρη. Film C.

Ένα φιλμ παίζεται μόνο για ένα βράδυ και μετά καταστρέφεται. Σβήνεται. Για πάντα. Απίστευτο.

Υπολογιστές Mac, ενισχυτές, προτζέκτορες. Όμορφες εικόνες, δυνατές. Ενδιαφέροντα πρόσωπα πάνω στο πανί και κάτω στα καθίσματα. Αναμονή να αρχίσει. Τσιγάρο. Το τραγούδι της γυναίκας. Θλιμμένο βλέμμα.

Μένεις εδώ. Μόνο σε αυτό.

c.JPG

Περιμένεις πιο πολύ ήχο, και λιγότερο θόρυβο και απο τις εικόνες και απο τον ήχο. Περιμένεις τη μαγεία της σβήστρας πριν απο το σβήσιμο, αλλά δεν εμφανίζεται. Ούτε καν ως κομπάρσος.

Δε χρειάζεται να σπάσουν τα τύμπανά σου για να ακούσεις. Τίποτα πιο δυνατό απο έναν ψίθυρο, τίποτα πιο ανούσιο απο την ενόχληση.

df.JPG

Όπως και χρειάζεται να κοιτάξεις ένα σύνολο για να δεις.

Τέτοιο υλικό δεν το «καις» για το τίποτα, πριν το κάψεις. Παίζεις μαζί του. Δεν το σκίζεις.

Θέλεις κι άλλο;

Κι άλλο;

Θέλω κι εγώ. Αλλά κι άλλο απο αυτό το άλλο. Και λίγο αλλιώς. Να ακούσω. Για να νιώσω.

Οι θεατές δεν έχουν πεθάνει ακόμη και το ξέρουν. Θάνατος είναι τα όνειρά σου να μένουν στη μέση. Αυτό που περιμένεις. Να δεις, να ζήσεις. Και εδώ. Και παντού. Ελεεινά ταπεινή μέση.

Erase. And rewind. Next time.

 

29.JPG

Σκοτεινά έξω, νύχτα, ήσυχα. Πίνω λίγη βότκα, ότι ξέμεινε από το μπουκάλι που είχα από τον Αύγουστο. Παίρνω και τα τσιγάρα μου. Βάζω να παίζει ένα cd, βαφτισμένο από κάποιον «Babybel», ηχογραφημένο για ένα κουλ μωρό, που γεννήθηκε χρόνια πριν. Το ζήλεψα το συγκεκριμένο cd τότε, κι έτσι ως δεύτερο μωρό, απέκτησα μια κόπια του.

Δεν έχω όρεξη για ύπνο, τουλάχιστον όχι ακόμα. Έτσι ήμουν πάντα πριν από ταξίδι. Και μέχρι τις Σέρρες να χρειαζόταν να πάω για μισή μέρα μόνο, εγώ έχανα την προηγουμένη τον ύπνο μου.

Πήρα ήδη τον Σ. και τον Π. τηλέφωνο. Έφτασαν και περιμένουν εμένα και την Μ. Ετοιμότητα πενταήμερης. Αυτή που δεν πήγαμε τότε, τώρα.

Πριν φύγει και ο Σ. και ο Π. για έναν χρόνο.

Έτοιμο το σακ βουαγιάζ, στο διάδρομο μπροστά στην εξώπορτα, όλα έτοιμα, το iPod και η φωτογραφική μηχανή έχουν ήδη φορτίσει, ζιπάκια-τσιπάκια-καρτάκια-σκατάκια στην τσάντα ήδη.

Κι εγώ ακούω Brand New Heavies τώρα και χαμογελάω.

Περίεργος ο άνθρωπος. Ανισόρροπος εκ φύσεως και πεποιθήσεως.

Πρέπει να κοιμηθώ, στο τέλος θα είμαι σαν τη νύχτα των ζωντανών νεκρών αύριο μόλις φτάσω κι εγώ ανάβω άλλο ένα τσιγάρο.

Άλλαξε κομμάτι. Αυτό είναι του Eric Serra από το Απέραντο Γαλάζιο. Θυμάμαι τον Enzo να λέει στο μοναδικό μέλος της οικογένειάς του, που επέλεξε ο ίδιος «Όλη μέρα μαλώνουμε, αλλά το βράδυ μονιάζουμε και είμαστε αγκαλιά. Έτσι είναι η οικογένεια».

Καρέ πολύχρωμα, ολόκληρο κόμιξ. Όλα μπροστά μου, όπως περνάνε στους μελλοθάνατους.

Πιτσιρικάδες, παιχνίδια στην αυλή με τον Σ. και άλλους δέκα σπόρους. Κρυφτό και αγαλματάκια. Ιστορίες από την κρύπτη στην έκτη για να φοβούνται τα μικρά που ακούν.
Στο υπόγειο της πολυκατοικίας τσιγάρο στα κρυφά. Κοπάνα από το φροντιστήριο για καφέ. Μεταμεσονύχτιες προβολές βίντεο. Γράμματα, ένα τεράστιο κουτί γεμάτο. Ταξίδι με τρένο για Βερολίνο, τα μάτια μαύρα από την αϋπνία, και ο καθένας από ένα ακουστικό του walkman που παίζει επί οκτώ ώρες το Blue Lines. Πρωτοχρονιά στο Nani, τεκίλες, χορός και σκύψε να σου πω κατεπειγόντως στο αφτί, τώρα που μου βγαίνει. Μπόα και Soho. Spacemobile και djs Babee-Dimitri. Άλλη Πρωτοχρονιά, στο Soda, έναν χρόνο μετά και άλλος ένας, ο Μ., προστίθεται.
Weekend στο πρώτο πόδι, ύπνος όλοι αγκαλιά, με το κουμπί του repeat πατημένο, τότε που ο Padilla είχε μόλις μάθει να μπουσουλάει και οι Daft Punk ήταν στα ντουζένια τους. Εγώ η πεμπτουσία της θηλυκότητας, δεν το συζητώ- να ροχαλίζω και οι άλλοι να γελάνε. Το αμάξι καινούριο και «απαγορεύεται το κάπνισμα εντός». Ο Μ. να χορεύει στην μπροστά αριστερή θέση κι εγώ από αυτήν του συνοδηγού να κρατάω το τιμόνι πανιασμένη. Διαγωνισμός ποιος θα μαυρίσει και ποιος θα πιει περισσότερο, όπως ο Ντέιβιντ, η Μαρίτα και η Κατερίνα στον «Κήπο της Εδέμ» του Χέμινγουει. Συζητήσεις στο μπαλκόνι, μέχρι το πρωί. Φόβος αν θα βρούμε ποτέ κάποιον σαν εμάς για να ταιριάξουμε. Όνειρα, έτσι κι αλλιώς χωρίς αυτά δεν ζεις, απλά επιβιώνεις. Πρωτομαγιά στον Όρμο Παναγιάς. Φωτογραφίες ασπρόμαυρες, πρώτο μπάνιο και bacardi μες στον ήλιο. Το αμάξι πλέον τρυπητήρι από τις καύτρες.

Διακοπές σε νησί με τον μεγάλο σου έρωτα και το πρωί με τον πρώτο καφέ της ημέρας να θέλεις να τους πεις πως νιώθεις. Γιατί εκείνοι θα καταλάβουν. Να ξαπλώνεις μετά αργά τη νύχτα δίπλα του, να λιγώνεσαι που τον βλέπεις να κοιμάται σαν τον Μικρό Πρίγκιπα και να πρέπει να τους πάρεις τηλέφωνο να τους το πεις. Γιατί θα σκάσεις. Αυτοί μόνο σε νιώθουν.

Νοσοκομείο, ηρεμιστικές και γέλια, στον προαύλιο χώρο, που επιτρέπεται το κάπνισμα και σε αυτούς με τα ροζ βραχιολάκια.
Μετά Πρωτοχρονιές στενάχωρες, νιώθεις μόνος, αλλά μαζί στην «Πασταφλώρα», με Madonna, Army of Lovers και Wham και μαζί και μετά. Μετά και μετά, όλα τα μετά. Μέχρι το πρωί, αγκαλιά.

Τηλέφωνα μεταμεσονύχτια και «δεν είμαι καλά, έρχομαι από κει». Τσιγάρα της παρηγοριάς.
Καβγαδάκια. Χάζεμα βιτρίνας ξημερώματα, έξω από τον «Λωτό» και το «Noise», τους Alina & Mike, το ΛΑΚ.
Θα είμαστε άραγε ακόμα έτσι σε δέκα χρόνια; Σε είκοσι;

Θα μπορούμε και τότε να πάρουμε το αυτοκίνητο και να οδηγάμε επί 2 ώρες άσκοπα, επειδή δεν μας κολλάει ύπνος;

Και μετά έφυγε ο Μ., μαθαίνω πως είναι καλά στο Σ. Φραντσίσκο, κάνει αυτό που αγαπάει πιο πολύ.

Και ήρθε ένα άλλο Μ., πανύψηλο και πολύ όμορφο, συστημένο από Άμστερνταμ κι ας μη της φαίνεται ευτυχώς καθόλου, πεσκέσι από ένα εφταήμερο κάποτε στη Σαμοθράκη. Και ένα τοσοδούλι Α., σωστή νεράιδα, μεγάλη αγάπη, μια μικρή Μέριλιν όταν τη γνώρισα. Μαζί μου, δίπλα μου, πίσω μου, μπρος μου, παντού μου.

Και πάλι ο Π. μαζί, μετά από χρόνια, που παίζαμε μαζί καλοκαίρια. Σα να μη πέρασε μέρα, αλλά πέρασαν πολλές και ήταν ότι ακριβώς χρειαζόταν.

Και θα δούμε τον Ν. αύριο. Που μας άφησε για την πρωτεύουσα, αλλά έχει ταλέντο πώς να του θυμώσεις; Μπορείς;

 

Ότι ζητάω εδώ.
Ξέρεις τι είναι να ξεκινάς μια πρόταση και να στην τελειώνουν τρεις-τέσσερεις άλλοι;

Καμύ και «Εστία είναι οποιοδήποτε μέρος όπου αισθάνεσαι, ότι ισορροπείς απόλυτα και δεν είσαι ξένος». Θυμάμαι και τον ταλαίπωρο τον Μαστρογιάννι στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού», το οποίο ίδρωσα να δω ξύπνια, να λέει: «Περάσαμε τα σύνορα κι ακόμα είμαστε εδώ. Πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε για να πάμε σπίτι μας;». Γελάω, γιατί εγώ δεν είμαι πια στην διαδρομή, έφτασα.

Τι θα έκανα χωρίς εσάς;
Ένας «Εξώστης» αφιερωμένος.

Υ.Γ. Και ένα Morgan Spice στον Φαραώ, που θα μου μάθαινε να χειρίζομαι το ΜΚ2 σαν τον Andy Smith. Μεθυσμένο βράδυ, «Να΄ σαι ο εαυτός σου, ανοίξου. Αν αγαπάς», αλλά τότε δεν τον άκουσα. Αν οι φίλοι είναι παράσημα που κερδίζεις μετά από μάχη, τότε είναι τιμή μου να φοράω τα δικά τους.

Μαθαίνω πως η φιλενάδα μου η Diana πάει πολύ καλά σε Βερολίνο και Βιέννη και με τον καινούριο της δίσκο και με τα αγόρια του γκρουπ (Zweitfrau).

zweitfrau-cover.JPG

Ανήμερα του Άη Γιάννη η συναυλία της στο «Π» sold out. «Υπήρχαν μπροστά μου, ακριβώς απο κάτω φωτογράφοι της γερμανικής Vogue», μου στέλνει σε σμς.

«Τα’χασα. Έκλεισα τα μάτια και απλά συνέχισα να τραγουδάω, μέχρι που τους ξέχασα όλους και μετά χόρευα σα δαιμονισμένη».

Η Diana που γνώρισα, που μαγειρεύει εκπληκτικά Ινδικά, που λιώνουμε βλέποντας για ογδοηκοστή φορά στο ντιβιντί την Κάρυ και τον Μπιγκ, που ζωγραφίζει όταν βρει χρόνο και έχει γεμίσει τα σπίτια όλης της παρέας με πίνακες εξαίσιους.

Που είναι μια ξανθιά και μια μελαχρινή, ποτέ τίποτε στο ενδιάμεσο, που παίζει ντραμς σαν άντρας, που είναι ερωτευμένη με τον Flo, που είναι ερωτευμένος μαζί της, που στήνει τους παραγωγούς που σκάσαν μύτη απο το L.A. και το London για να μείνει κάτω απο την κουβέρτα μαζί του. Και επειδή «θέλουν να με κάνουν κάτι που δεν είμαι, σα να ‘μαι γι’αυτούς πλαστελίνη και να θέλουν να μου δώσουν άλλο σχήμα».

Μου στέλνει απόκομμα της Γερμανικής Bild. Φωτογραφίες της απο την τελευταία συναυλία, φοράει εξαιρετικό φόρεμα της Anna Aichinger και μποτίνια φουξ με ψηλό τακούνι, άβαφη σχεδόν και κούκλα. Στη λεζάντα σχολιασμός «η Diana έχει μέσα της Το Σεξ και δε φοβάται να παίξει επί σκηνής μαζί του».

Ο Flo δε ζηλεύει. Την είδε που έκλεισε τα μάτια. Τραγουδούσε για έναν.

Οι φωτογραφίες του είναι οι καλύτερες. Θα τις βρεις εδώ http://www.flow.co.at/ και θα καταλάβεις.

img060928-160558.jpg

Αλλά η δική μου αγαπημένη είναι αυτή. Με το στέμμα στο κεφάλι. Μια ολόκληρη μέρα να τριγυρνάμε στην πόλη και να είναι η Σϊσσυ. Και να με ζωγραφίζει πάνω σε μια μικρή χαρτοπετσέτα σαν ηρωίδα κόμικ με μπότες ψηλές και μπέρτα σαν του Σούπερμαν, και τελικά να φτιάχνει ολόκληρο καρεδάκι, εγώ να σώζω στο τελευταίο κλάσμα τα δυο τελευταία Apfel-, και Milchrahm-Strudel απο τα χέρια της πεινασμένης χοντρής γιαγιάς του απέναντι τραπεζιού.

Και να λέει, «αν τελικά δεν αντέξω, αν τελικά τίποτε δεν είναι πια εγώ και τα παρατήσω όλα και πάω σε ένα απο τα ξερονήσια σας, μάθω ελληνικά και τη συνταγή για dolmaden και αρχίσω να ζω απο τις ζωγραφιές που θα πουλάω σε τουρίστες, θα είμαι ακόμη η πριγκίπισσά του;».

 

baby-m.JPG

Όταν η αδερφή μου ανακοίνωσε περιχαρής ότι είναι έγκυος, ξεκίνησε η περίοδος της κουλίασης της οικογένειας με χαζογελάκια των παντελώς αποβλακωμένων συγγενών και τα «τρέχα φέρε έξι τσίζμπεργκερ» στις 2 το πρωί, σηματοδοτώντας για μένα –στα δεκάξι τότε- την περίοδο της αποκάλυψης (the end of her majestys era):

 

Δεν ήμουν πια το επίκεντρο όλων.

 

Τέλος πρώτης Λυκείου και κανείς να μη μου δίνει σημασία.

Έμπαινα-έβγαινα από το σπίτι σαν τον Φαντομά. Ποινολόγια, απουσίες, κοπάνες, τσιγάρα, ξενύχτια, μικροκλοπές, αλκοόλ. Δεν αντιδρούσε κανείς. Είχανε βλέπεις στη μέση και πάνω σε βωμό την χαρούμενη παραγεμισμένη γαλοπούλα και περίμεναν να γεννήσει το χρυσό αυγό.

Εννιά μήνες η Λ. να κυοφορεί το μωρό της Ρόζμαρι κι εγώ μάρτυρας του εαυτού μου να προσπαθώ να φτάσω την κορύφωση της μαλακίας, μπας και με προσέξει κάποιος.

Όσο φούσκωνε η κοιλιά της, τόσο την ψώνιζα εγώ. Ένιωθα πως μέσα της μεγάλωνε ένα τέρας, ένα έγκλημα που θα κατέτρωγε τα κεκτημένα μου, θα ακύρωνε τα πεπραγμένα μου, εμένα την ίδια.

Φυσικά, δεν παραδεχόμουν το μίσος που φούντωνε μέσα μου σε κανέναν.
Με έτρωγε κι εγώ το κατάπινα, πριν το βγάλω μετά φόρα παρτίδα έξω με όποιον καινούριο ελεεινό τρόπο κατέβαζε το κεφάλι μου.

Εννιά μήνες, φίλε, κι ακόμα απορώ πως τελικά δεν γέννησα κι εγώ μαζί της, με το ζόρι που τράβαγα. Τόση κακία. Ούτε την αδερφή μου να κοιτάξω δε μπορούσα τους τελευταίους μήνες. Σχεδόν τη σιχαινόμουνα.

 

Και μετά ήρθε η μέρα της γέννας, δε μιλιόμουνα, πρώτη μέρα εξετάσεων για μένα, γεωγραφία έδινα το επόμενο πρωί, ακόμα το θυμάμαι, αν και δεν έδινα τότε μία, και η Λ. στην κλινική.

 

Το υστερικό μωρό τέρας να μη θέλει να βγει με τίποτα. Δεκαεπτά ώρες οδύνης και η Λ. σε ένα κρεβάτι να παρακαλεί να της δώσουν κάτι, οτιδήποτε, αλλά να μη της δίνει τίποτα κανείς. Είκοσι ώρες και το μωρό να είναι μπλεγμένο τελικά στον ομφάλιο λώρο και να πνίγεται, να πέφτουν οι παλμοί. Και να κλαίει η μάνα μου, να μουρμουρίζει σε λυγμούς, ότι θα χάσουμε το μωρό, αλλά «Παναγιά μου ας μη πάθει τίποτα το παιδί μου».

 

Εγώ ξύπνια, δίπλα, να μισώ αυτό το μωρό πιο πολύ από ποτέ, να θέλω να το σκοτώσει κάποιος, πριν μου πάρει την αδερφή μου, και με το ζόρι να κρατιέμαι μη το ξεφουρνίσω ουρλιάζοντας σε κανέναν γιατρό.

 

Τα κατάφερε όμως το μικρό survivor. Και λίγο μετά τη φέρανε. Μέσα σε ένα λευκό κουβερτάκι. Ένα κακάσχημο μωρό, κατακόκκινο ακόμα από το ζόρι, με κλειστά μάτια σαν τυφλοπόντικας, φασαρτζίδικο, σωστό νεύρο. Ούτε ματιά εγώ να ρίξω.

Η μάνα μου είχε αγκαλιά τη Λ., οι άλλοι λείπανε από το δωμάτιο, μου τη δώσανε εμένα. Με το ζόρι.

Φίλε, έρωτας κεραυνοβόλος.

Μου έσφιγγε ασυναίσθητα με τα δαχτυλάκια τον αντίχειρα, ίσα που άκουγες την ανάσα της, που και που αναστεναγμός. Ζεστό κορμάκι. Δεν ήξερα πώς να την πιάσω, μη σπάσει, μη την πονέσω, ίδρωνα, aircondition κι εγώ μούσκεμα, μη τη ρίξω, Θεέ μου μη τη ρίξω κάτω, μη μου φύγει, και εκείνη ακίνητη. Με εκείνη την απίστευτη μυρωδιά να βγαίνει από το σώμα της.

 

Και μετά άνοιξε τα μάτια της, τις καταγάλανες ματάρες της και έλιωσα. Λύγισαν τα γόνατά μου. Με κοιτούσε μες στα μάτια.

 

Ντράπηκα, φίλε. Ντράπηκα ένα μωρό, ένα τόσο δα κοριτσάκι που δεν γνώριζα καν. Και εκείνη συνέχιζε να με κοιτάει γλυκά. Ούτε φωνές, ούτε κλάμα, ήσυχα, μόνο με κοιτούσε.

 

Εσύ λοιπόν έκανες όλο τον σαματά, σκεφτόμουνα. Και δεν ήθελα να την αφήσω.

 

 

Πέρασαν δώδεκα, σχεδόν δεκατρία χρόνια από εκείνη τη μέρα, η μικρή έπαψε να είναι τόσο μικρή.

Λατρεύει τους Doors, τυπάκι φοβερό, ευτυχώς δεν πήρε τα δικά μας πατήματα (ή μήπως τα πήρε;), γέμισε το δωμάτιό της φωτογραφίες του Μόρισσον, πρέπει να την ακούσεις να σου μιλάει με τις ώρες για εκείνον. Και γράφει. Το ίδιο μικρόβιο και εκείνη.

Θα τη βρεις εδώ, φίλε, στο δικό της μωρό:
http://ilovedoors.wordpress.com/

 

Οι συγγενείς επανήλθαν στην πρότερη χαζομάρα τους πιο γρήγορα από το αναμενόμενο. Και τώρα εκείνη να τραβάει τα ζόρια του μικρού και να με παίρνει στο τηλέφωνο νυχτιάτικα για συμπαράσταση.

 

Και σου ορκίζομαι, φίλε, τόσα χρόνια και ακόμα και τώρα, όταν την έχω δίπλα μου και κοιμάται, λιώνω. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι εδώ. Όπως δε μπορώ να πιστέψω και ότι μεγάλωσε. Θαρρείς και μεγάλωσε σε μια νύχτα μου φαίνεται. Και ακόμα και τώρα στον ύπνο της μέσα, μ’ αρέσει να της φυσάω αέρα στα μουτράκια, φού δυνατά, μόνο και μόνο για να τη δω να κάνει ασυναίσθητα την ίδια όπως πάντα γκριμάτσα. Όπως την πρώτη μέρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

anathena-athina.JPG

Με τον Σ. καθόμαστε στο μπαλκόνι, αντικριστά, ο καθένας μας έχει και από δυο καρέκλες, μια για να απλώσει τα πόδια πάνω της.

Μπροστά μας πάνω στο τραπέζι άδεια πιάτα, άλλα μισογεμάτα, λερωμένα. Στο στόμα η γεύση του λεμονιού και του βασιλικού.

Η κοιλιά μου έχει φουσκώσει, έχει τσιτώσει, την χαϊδεύω σα να έχω μέσα της μωρό, γελάει. Σουφρώνω χείλια.

Οι πατούσες γυμνές, το αεράκι μπαίνει μέσα από το σορτσάκι, οι σαγιονάρες ακόμα με άμμο επάνω, έχει φεγγάρι απόψε μεγάλο.
Δεν ακούγεται ήχος.

Τσιγάρο, βάζει κρύα βότκα για μένα, σκέτο τζιν εκείνος με πάγο.

Λεπτά ολόκληρα ησυχίας.

Και μετά δεν αντέχω άλλο, του λέω να μας βάλει μουσική.
Βρίσκει παλιά ηχεία υπολογιστή στην αποθήκη, τα συνδέει με το iPod. Δεν ακούγεται καλά, κουνάει το καλώδιο, το αλλάζει θέση, έρχεται ήχος.

Και παίζει Bowie, Absolute Beginners.
«Είμαι», του λέω. «Το κατάλαβα φέτος».

«Ωραίο δεν είναι;», χαμογελάει. «Κι εγώ θέλω».
Κουνάω το κεφάλι. Δείχνω κι εγώ. «Κι άλλο».

Σα να είσαι o απένταρος Colin, στο Λονδίνο με μια βέσπα στους βρεμένους δρόμους για τα μάτια μιας Suzette.

«Το αριστερό μου χέρι για μια μια crepe suzette». Φέρνει παγωτό φυστίκι και δυο κουταλάκια του καφέ.

Τελειώνει, του λέω βάλτο πάλι.

«Αχόρταγη», γλώσσα έξω.
Ήταν πάντα το θλιμμένο, το σχεδόν χειμωνιάτικό μου. Να του αλλάξω την τύχη, «βάλτο πάλι». Να το ακούσω έτσι να πάρει άλλη απόχρωση.

Και μετά πάλι ξανά.

Και τότε άρχισε η βροχή. Απο το πουθενά λίτρα νερού. Με δύναμη πάνω στα ξύλινα κάγκελα και την αυλή, θρόισμα φύλλων, δροσιά. Δεν της κρυφτήκαμε. Χωρίς να σηκωθούμε απο τις θέσεις μας, σπρώξαμε με τα σώματά μας το τραπέζι και τις καρέκλες προς τα πίσω, ίσα να μη γίνουμε λούτσα. Μείναμε έτσι, εκεί.

Μέχρι που πήρε να ξημερώνει. Να ανοίγει ο ουρανός. Και με μισόκλειστα μάτια συρθήκαμε από το μπαλκόνι στο σχεδόν άδειο υπνοδωμάτιο με τα δυο παιδικά κρεβατάκια, κι αυτά αντικριστά, πιάσαμε από ένα. Τον κοίταζα μέχρι να κλείσουν τα μάτια του/μου.

Λεπτά μετά και αφού σχεδόν είχα ήδη αποκοιμηθεί τον άκουσα να κλείνει το παντζούρι και να ψιθυρίζει «καλή μέρα», πρώτη φορά για καληνύχτα.

[Απο την ταινία Before Sunrise (1995) του Richard Linklater]
Ακριβώς εκεί.

f-curve-abstraction_.jpg

Κλείστηκα στο ασανσέρ το απόγευμα.

Έμεινα μέσα του για κάπου μισή ώρα, μέχρι να μας ανοίξουν.Ήταν και μια κοπέλα μαζί. Άγνωστη.

Πήγε να μου πιάσει κουβέντα όσο περιμέναμε. Με κούραζε μόνο.

Κανένα ενδιαφέρον. Συνέχιζε. Δεν άκουγα παρά μόνο κάτι σαν μουρμουρητό.

Έβλεπα τα χείλια της να ανοιγοκλείνουν.

Έκατσα κάτω και περίμενα. Να σταματήσει, να μας βγάλει κάποιος.Κάτι να γίνει.

Απο κει έβλεπα την πόρτα, όχι με ανυπομονησία, μάλλον με απάθεια. Και τα πόδια της κάτω απο το σκούρο παλτό. Ακόμα και τα παπούτσια της όμως τώρα δε μπορώ να τα θυμηθώ κι ας τα είχα μπροστά μου πόση ώρα.

Ξαφνικά μετά απο κάμποσο, ακούστηκε μια ανδρική φωνή απέξω. Άγνωστη και αυτή.

Η κοπέλα χαμογέλασε. Χτύπησε την πόρτα δυνατά δυο φορές και όταν κατάλαβε πως εκείνος την ακούει, φώναξε το όνομά του. Αναρωτιόμουν αν θα μπορούσαν όλα να γίνουν ακόμα πιο αργά.

«Κρατήσου νί, θα φωνάξω κάποιον και θα έρθουν αμέσως», της είπε.

Δεν κουνήθηκα καθόλου, τ’ορκίζομαι.

Εκείνη έβγαλε απο την τσάντα της ένα κραγιόν και πέρασε μπροστά απο τον καθρέφτη μια στρώση στα χείλια της. Έσιαξε τα μαλλιά της, τη φούστα της. Άνοιξε τα χείλια, τσέκαρε τα δόντια της. Χαμογέλασε.

Δεν κατάλαβα πότε ήρθαν και μας έβγαλαν. Απότομα είδα την πόρτα να ανοίγει.

Mε κοιτούσε περίεργα.

«Δεν θα βγείτε;», ρώτησε. Αυτό θυμάμαι μόνο.

«Σε λίγο», απάντησα και της έκανα νόημα να φύγει.

Απομακρύνθηκαν. Έμεινα εκεί. Δεν ξέρω πόση ώρα.

Δεν ένιωθα τα δάχτυλά μου απο το κρύο, όταν σηκώθηκα. Έτρεμα.

Μόνο ένα σκεφτόμουνα ξαφνικά, ενώ προσπαθούσα τρίβοντάς τα μεταξύ τους να τα ζεστάνω. Ένα με και χωρίς και κυρίως πολύ.

[drawing «f-curve abstraction» by dim. milonas, london]

delphic-inversions_rodgers.JPG

Πρώτο τηλεφώνημα της ημέρας. Η Μ. είναι ακόμα στο Άμστερνταμ, μέσα σε ντελίριο. Θα επισκεφτεί απόψε την γκαλερί TORCH, εκθέτει ο Terry Rodgers την πολιτική του σώματος, την σινιέ κατάντια ενός μπουκαλιού Moet. Μοναξιά, βαρεμάρα και δυστυχία μέσα σε baccarat και πλατίνα, φορέματα Balenciaga αφημένα στην άκρη της πολυθρόνας να σκουπίζουν την κόκα πάνω απο το βικτωριανό τραπεζάκι, σχεδόν πορνογραφική σεξουαλικότητα -εκβιασμένη όπως τα γοβάκια του Roger Vivier για τη μέση Ελληνίδα-. Ψοφάω απο ζήλεια.

Της ζητάω να μου φέρει το «The Apotheosis of Pleasures» του Rodgers, ειδάλλως αρνούμαι να της ξαναμιλήσω για φέτος.

Ξεφυλλίζω το πρώτο τεύχος του ελληνικού L’ Officiel.

Επιτέλους ένα περιοδικό μόδας. Ένα πραγματικό περιοδικό μόδας. Ζουμερό, ορθώς αυστηρό, όσο ακριβώς πρέπει σνομπ, μυρίζει Παρίσι, ακόμα και στην αφή είναι διαφορετικό, λιώνω. Οι φωτογραφίες της Δεσύπρη πηδάνε. Το εξώφυλλο εξαιρετικό.

Δεύτερο τηλεφώνημα. Η Α. θέλει τριήμερο στη Βιέννη, να φάμε στρείδια στη Schottengasse μέχρι να σκάσουμε, να πιούμε φρεσκοαλεσμένο καφέ στο Stephan’s Dom μέχρι να γίνει το μάτι μας τάληρο, να πνιγούμε σε μια πισίνα σοκολάτας με 45% κακάο και δαμάσκηνα στο κρεβάτι του ξενοδοχείου Sacher που βρωμάει απο μακριά «Sissi»και τα σερβιτοράκια να μας ρωτάνε «Brauchen die Damen was noch?». Κι ας κάνουμε μετά έξι μήνες να ξαναχρησιμοποιήσουμε αυτήν την πιστωτική. «Θα έχουμε τις άλλες», μου λέει ναζιάρικα.

Φτιάχνω κι άλλο πράσινο τσάι. Κατεβάζω τα «remixed & reimagined» της Nina Simone.

Ανεβάζω πυρετό, σε θολούρα μέσα θυμάμαι ξαφνικά την τελευταία φορά που άκουσα Simone. Είχε ζέστη πολύ. Και μέσα και έξω. Την είχα ξεχάσει αυτή τη στιγμή. Πως μου ξέφυγε και ξετρύπωσε μέσα απο τόσα μπιπ στο κεφάλι μου…

Κλεμμένη και αυτή όπως τα στρείδια της Mastercard. Αλλά χαλάλι. Χϊλιες ζωές και πάλι αυτή.