baby-m.JPG

Όταν η αδερφή μου ανακοίνωσε περιχαρής ότι είναι έγκυος, ξεκίνησε η περίοδος της κουλίασης της οικογένειας με χαζογελάκια των παντελώς αποβλακωμένων συγγενών και τα «τρέχα φέρε έξι τσίζμπεργκερ» στις 2 το πρωί, σηματοδοτώντας για μένα –στα δεκάξι τότε- την περίοδο της αποκάλυψης (the end of her majestys era):

 

Δεν ήμουν πια το επίκεντρο όλων.

 

Τέλος πρώτης Λυκείου και κανείς να μη μου δίνει σημασία.

Έμπαινα-έβγαινα από το σπίτι σαν τον Φαντομά. Ποινολόγια, απουσίες, κοπάνες, τσιγάρα, ξενύχτια, μικροκλοπές, αλκοόλ. Δεν αντιδρούσε κανείς. Είχανε βλέπεις στη μέση και πάνω σε βωμό την χαρούμενη παραγεμισμένη γαλοπούλα και περίμεναν να γεννήσει το χρυσό αυγό.

Εννιά μήνες η Λ. να κυοφορεί το μωρό της Ρόζμαρι κι εγώ μάρτυρας του εαυτού μου να προσπαθώ να φτάσω την κορύφωση της μαλακίας, μπας και με προσέξει κάποιος.

Όσο φούσκωνε η κοιλιά της, τόσο την ψώνιζα εγώ. Ένιωθα πως μέσα της μεγάλωνε ένα τέρας, ένα έγκλημα που θα κατέτρωγε τα κεκτημένα μου, θα ακύρωνε τα πεπραγμένα μου, εμένα την ίδια.

Φυσικά, δεν παραδεχόμουν το μίσος που φούντωνε μέσα μου σε κανέναν.
Με έτρωγε κι εγώ το κατάπινα, πριν το βγάλω μετά φόρα παρτίδα έξω με όποιον καινούριο ελεεινό τρόπο κατέβαζε το κεφάλι μου.

Εννιά μήνες, φίλε, κι ακόμα απορώ πως τελικά δεν γέννησα κι εγώ μαζί της, με το ζόρι που τράβαγα. Τόση κακία. Ούτε την αδερφή μου να κοιτάξω δε μπορούσα τους τελευταίους μήνες. Σχεδόν τη σιχαινόμουνα.

 

Και μετά ήρθε η μέρα της γέννας, δε μιλιόμουνα, πρώτη μέρα εξετάσεων για μένα, γεωγραφία έδινα το επόμενο πρωί, ακόμα το θυμάμαι, αν και δεν έδινα τότε μία, και η Λ. στην κλινική.

 

Το υστερικό μωρό τέρας να μη θέλει να βγει με τίποτα. Δεκαεπτά ώρες οδύνης και η Λ. σε ένα κρεβάτι να παρακαλεί να της δώσουν κάτι, οτιδήποτε, αλλά να μη της δίνει τίποτα κανείς. Είκοσι ώρες και το μωρό να είναι μπλεγμένο τελικά στον ομφάλιο λώρο και να πνίγεται, να πέφτουν οι παλμοί. Και να κλαίει η μάνα μου, να μουρμουρίζει σε λυγμούς, ότι θα χάσουμε το μωρό, αλλά «Παναγιά μου ας μη πάθει τίποτα το παιδί μου».

 

Εγώ ξύπνια, δίπλα, να μισώ αυτό το μωρό πιο πολύ από ποτέ, να θέλω να το σκοτώσει κάποιος, πριν μου πάρει την αδερφή μου, και με το ζόρι να κρατιέμαι μη το ξεφουρνίσω ουρλιάζοντας σε κανέναν γιατρό.

 

Τα κατάφερε όμως το μικρό survivor. Και λίγο μετά τη φέρανε. Μέσα σε ένα λευκό κουβερτάκι. Ένα κακάσχημο μωρό, κατακόκκινο ακόμα από το ζόρι, με κλειστά μάτια σαν τυφλοπόντικας, φασαρτζίδικο, σωστό νεύρο. Ούτε ματιά εγώ να ρίξω.

Η μάνα μου είχε αγκαλιά τη Λ., οι άλλοι λείπανε από το δωμάτιο, μου τη δώσανε εμένα. Με το ζόρι.

Φίλε, έρωτας κεραυνοβόλος.

Μου έσφιγγε ασυναίσθητα με τα δαχτυλάκια τον αντίχειρα, ίσα που άκουγες την ανάσα της, που και που αναστεναγμός. Ζεστό κορμάκι. Δεν ήξερα πώς να την πιάσω, μη σπάσει, μη την πονέσω, ίδρωνα, aircondition κι εγώ μούσκεμα, μη τη ρίξω, Θεέ μου μη τη ρίξω κάτω, μη μου φύγει, και εκείνη ακίνητη. Με εκείνη την απίστευτη μυρωδιά να βγαίνει από το σώμα της.

 

Και μετά άνοιξε τα μάτια της, τις καταγάλανες ματάρες της και έλιωσα. Λύγισαν τα γόνατά μου. Με κοιτούσε μες στα μάτια.

 

Ντράπηκα, φίλε. Ντράπηκα ένα μωρό, ένα τόσο δα κοριτσάκι που δεν γνώριζα καν. Και εκείνη συνέχιζε να με κοιτάει γλυκά. Ούτε φωνές, ούτε κλάμα, ήσυχα, μόνο με κοιτούσε.

 

Εσύ λοιπόν έκανες όλο τον σαματά, σκεφτόμουνα. Και δεν ήθελα να την αφήσω.

 

 

Πέρασαν δώδεκα, σχεδόν δεκατρία χρόνια από εκείνη τη μέρα, η μικρή έπαψε να είναι τόσο μικρή.

Λατρεύει τους Doors, τυπάκι φοβερό, ευτυχώς δεν πήρε τα δικά μας πατήματα (ή μήπως τα πήρε;), γέμισε το δωμάτιό της φωτογραφίες του Μόρισσον, πρέπει να την ακούσεις να σου μιλάει με τις ώρες για εκείνον. Και γράφει. Το ίδιο μικρόβιο και εκείνη.

Θα τη βρεις εδώ, φίλε, στο δικό της μωρό:
http://ilovedoors.wordpress.com/

 

Οι συγγενείς επανήλθαν στην πρότερη χαζομάρα τους πιο γρήγορα από το αναμενόμενο. Και τώρα εκείνη να τραβάει τα ζόρια του μικρού και να με παίρνει στο τηλέφωνο νυχτιάτικα για συμπαράσταση.

 

Και σου ορκίζομαι, φίλε, τόσα χρόνια και ακόμα και τώρα, όταν την έχω δίπλα μου και κοιμάται, λιώνω. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι εδώ. Όπως δε μπορώ να πιστέψω και ότι μεγάλωσε. Θαρρείς και μεγάλωσε σε μια νύχτα μου φαίνεται. Και ακόμα και τώρα στον ύπνο της μέσα, μ’ αρέσει να της φυσάω αέρα στα μουτράκια, φού δυνατά, μόνο και μόνο για να τη δω να κάνει ασυναίσθητα την ίδια όπως πάντα γκριμάτσα. Όπως την πρώτη μέρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements