29.JPG

Σκοτεινά έξω, νύχτα, ήσυχα. Πίνω λίγη βότκα, ότι ξέμεινε από το μπουκάλι που είχα από τον Αύγουστο. Παίρνω και τα τσιγάρα μου. Βάζω να παίζει ένα cd, βαφτισμένο από κάποιον «Babybel», ηχογραφημένο για ένα κουλ μωρό, που γεννήθηκε χρόνια πριν. Το ζήλεψα το συγκεκριμένο cd τότε, κι έτσι ως δεύτερο μωρό, απέκτησα μια κόπια του.

Δεν έχω όρεξη για ύπνο, τουλάχιστον όχι ακόμα. Έτσι ήμουν πάντα πριν από ταξίδι. Και μέχρι τις Σέρρες να χρειαζόταν να πάω για μισή μέρα μόνο, εγώ έχανα την προηγουμένη τον ύπνο μου.

Πήρα ήδη τον Σ. και τον Π. τηλέφωνο. Έφτασαν και περιμένουν εμένα και την Μ. Ετοιμότητα πενταήμερης. Αυτή που δεν πήγαμε τότε, τώρα.

Πριν φύγει και ο Σ. και ο Π. για έναν χρόνο.

Έτοιμο το σακ βουαγιάζ, στο διάδρομο μπροστά στην εξώπορτα, όλα έτοιμα, το iPod και η φωτογραφική μηχανή έχουν ήδη φορτίσει, ζιπάκια-τσιπάκια-καρτάκια-σκατάκια στην τσάντα ήδη.

Κι εγώ ακούω Brand New Heavies τώρα και χαμογελάω.

Περίεργος ο άνθρωπος. Ανισόρροπος εκ φύσεως και πεποιθήσεως.

Πρέπει να κοιμηθώ, στο τέλος θα είμαι σαν τη νύχτα των ζωντανών νεκρών αύριο μόλις φτάσω κι εγώ ανάβω άλλο ένα τσιγάρο.

Άλλαξε κομμάτι. Αυτό είναι του Eric Serra από το Απέραντο Γαλάζιο. Θυμάμαι τον Enzo να λέει στο μοναδικό μέλος της οικογένειάς του, που επέλεξε ο ίδιος «Όλη μέρα μαλώνουμε, αλλά το βράδυ μονιάζουμε και είμαστε αγκαλιά. Έτσι είναι η οικογένεια».

Καρέ πολύχρωμα, ολόκληρο κόμιξ. Όλα μπροστά μου, όπως περνάνε στους μελλοθάνατους.

Πιτσιρικάδες, παιχνίδια στην αυλή με τον Σ. και άλλους δέκα σπόρους. Κρυφτό και αγαλματάκια. Ιστορίες από την κρύπτη στην έκτη για να φοβούνται τα μικρά που ακούν.
Στο υπόγειο της πολυκατοικίας τσιγάρο στα κρυφά. Κοπάνα από το φροντιστήριο για καφέ. Μεταμεσονύχτιες προβολές βίντεο. Γράμματα, ένα τεράστιο κουτί γεμάτο. Ταξίδι με τρένο για Βερολίνο, τα μάτια μαύρα από την αϋπνία, και ο καθένας από ένα ακουστικό του walkman που παίζει επί οκτώ ώρες το Blue Lines. Πρωτοχρονιά στο Nani, τεκίλες, χορός και σκύψε να σου πω κατεπειγόντως στο αφτί, τώρα που μου βγαίνει. Μπόα και Soho. Spacemobile και djs Babee-Dimitri. Άλλη Πρωτοχρονιά, στο Soda, έναν χρόνο μετά και άλλος ένας, ο Μ., προστίθεται.
Weekend στο πρώτο πόδι, ύπνος όλοι αγκαλιά, με το κουμπί του repeat πατημένο, τότε που ο Padilla είχε μόλις μάθει να μπουσουλάει και οι Daft Punk ήταν στα ντουζένια τους. Εγώ η πεμπτουσία της θηλυκότητας, δεν το συζητώ- να ροχαλίζω και οι άλλοι να γελάνε. Το αμάξι καινούριο και «απαγορεύεται το κάπνισμα εντός». Ο Μ. να χορεύει στην μπροστά αριστερή θέση κι εγώ από αυτήν του συνοδηγού να κρατάω το τιμόνι πανιασμένη. Διαγωνισμός ποιος θα μαυρίσει και ποιος θα πιει περισσότερο, όπως ο Ντέιβιντ, η Μαρίτα και η Κατερίνα στον «Κήπο της Εδέμ» του Χέμινγουει. Συζητήσεις στο μπαλκόνι, μέχρι το πρωί. Φόβος αν θα βρούμε ποτέ κάποιον σαν εμάς για να ταιριάξουμε. Όνειρα, έτσι κι αλλιώς χωρίς αυτά δεν ζεις, απλά επιβιώνεις. Πρωτομαγιά στον Όρμο Παναγιάς. Φωτογραφίες ασπρόμαυρες, πρώτο μπάνιο και bacardi μες στον ήλιο. Το αμάξι πλέον τρυπητήρι από τις καύτρες.

Διακοπές σε νησί με τον μεγάλο σου έρωτα και το πρωί με τον πρώτο καφέ της ημέρας να θέλεις να τους πεις πως νιώθεις. Γιατί εκείνοι θα καταλάβουν. Να ξαπλώνεις μετά αργά τη νύχτα δίπλα του, να λιγώνεσαι που τον βλέπεις να κοιμάται σαν τον Μικρό Πρίγκιπα και να πρέπει να τους πάρεις τηλέφωνο να τους το πεις. Γιατί θα σκάσεις. Αυτοί μόνο σε νιώθουν.

Νοσοκομείο, ηρεμιστικές και γέλια, στον προαύλιο χώρο, που επιτρέπεται το κάπνισμα και σε αυτούς με τα ροζ βραχιολάκια.
Μετά Πρωτοχρονιές στενάχωρες, νιώθεις μόνος, αλλά μαζί στην «Πασταφλώρα», με Madonna, Army of Lovers και Wham και μαζί και μετά. Μετά και μετά, όλα τα μετά. Μέχρι το πρωί, αγκαλιά.

Τηλέφωνα μεταμεσονύχτια και «δεν είμαι καλά, έρχομαι από κει». Τσιγάρα της παρηγοριάς.
Καβγαδάκια. Χάζεμα βιτρίνας ξημερώματα, έξω από τον «Λωτό» και το «Noise», τους Alina & Mike, το ΛΑΚ.
Θα είμαστε άραγε ακόμα έτσι σε δέκα χρόνια; Σε είκοσι;

Θα μπορούμε και τότε να πάρουμε το αυτοκίνητο και να οδηγάμε επί 2 ώρες άσκοπα, επειδή δεν μας κολλάει ύπνος;

Και μετά έφυγε ο Μ., μαθαίνω πως είναι καλά στο Σ. Φραντσίσκο, κάνει αυτό που αγαπάει πιο πολύ.

Και ήρθε ένα άλλο Μ., πανύψηλο και πολύ όμορφο, συστημένο από Άμστερνταμ κι ας μη της φαίνεται ευτυχώς καθόλου, πεσκέσι από ένα εφταήμερο κάποτε στη Σαμοθράκη. Και ένα τοσοδούλι Α., σωστή νεράιδα, μεγάλη αγάπη, μια μικρή Μέριλιν όταν τη γνώρισα. Μαζί μου, δίπλα μου, πίσω μου, μπρος μου, παντού μου.

Και πάλι ο Π. μαζί, μετά από χρόνια, που παίζαμε μαζί καλοκαίρια. Σα να μη πέρασε μέρα, αλλά πέρασαν πολλές και ήταν ότι ακριβώς χρειαζόταν.

Και θα δούμε τον Ν. αύριο. Που μας άφησε για την πρωτεύουσα, αλλά έχει ταλέντο πώς να του θυμώσεις; Μπορείς;

 

Ότι ζητάω εδώ.
Ξέρεις τι είναι να ξεκινάς μια πρόταση και να στην τελειώνουν τρεις-τέσσερεις άλλοι;

Καμύ και «Εστία είναι οποιοδήποτε μέρος όπου αισθάνεσαι, ότι ισορροπείς απόλυτα και δεν είσαι ξένος». Θυμάμαι και τον ταλαίπωρο τον Μαστρογιάννι στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού», το οποίο ίδρωσα να δω ξύπνια, να λέει: «Περάσαμε τα σύνορα κι ακόμα είμαστε εδώ. Πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε για να πάμε σπίτι μας;». Γελάω, γιατί εγώ δεν είμαι πια στην διαδρομή, έφτασα.

Τι θα έκανα χωρίς εσάς;
Ένας «Εξώστης» αφιερωμένος.

Υ.Γ. Και ένα Morgan Spice στον Φαραώ, που θα μου μάθαινε να χειρίζομαι το ΜΚ2 σαν τον Andy Smith. Μεθυσμένο βράδυ, «Να΄ σαι ο εαυτός σου, ανοίξου. Αν αγαπάς», αλλά τότε δεν τον άκουσα. Αν οι φίλοι είναι παράσημα που κερδίζεις μετά από μάχη, τότε είναι τιμή μου να φοράω τα δικά τους.

Advertisements