Archives for the month of: Φεβρουαρίου, 2007

 

the-deceiver.JPG

Από πού να αρχίσω δηλαδή; Δεν ξέρω πρώτη φορά έρχομαι εδώ. Δεν έχω ιδέα από πού αρχίζουν όλοι.

Με λένε Χρήστο. Από εδώ; Οκ.

Με λένε Χρήστο. Το είπα αυτό.

Είμαι 22 ετών. Από το κεφάλι μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου μεσολαβούν ακριβώς 179 εκατοστά, το λέει η ταυτότητα αυτό.
Είμαι Θεσσαλονικιός, γέννημα θρέμμα, μέχρι το τελευταίο μου αιμοπετάλιο.

Έχεις την ταυτότητά μου, βλέπεις το νούμερο. Είμαι ένα νούμερο.

Τι θες να σου πω, δηλαδή, δεν ξέρω. Μάλλον από την αρχή όλα πρέπει. Να στα πω. Να σας τα πω. Πληθυντικός, συγνώμη. Δε βαριέστε να ακούτε μαλάκες σαν εμένα νυχτιάτικα;

 

Εντάξει.

Έπρεπε να αποφασίσω πώς να πληρώνω το ενοίκιο του μικρού μου διαμερίσματος στην Τούμπα και το κάπως ακριβό μου γούστο στο ντύσιμο, όταν το όνειρό μου να μπω στο Οικονομικό του Αριστοτέλειου είχε ήδη ναυαγήσει με την τριπλή αποτυχία μου στις Εισαγωγικές. Μαζί του είχε καταρρεύσει και η σχέση με τους δικούς μου. Μου έκοψαν την καλημέρα απότομα, κάπου μεταξύ της τρίτης και δέκατης φοράς που τους ζήτησα δανεικά, κάπου εκεί. Δε μπορούσαν βλέπετε να καμαρώνουν για το γιο τους το μικρό, ενώ ο αδερφός μου έφερνε σπίτι το ένα χαρτί μετά το άλλο, ο μπάσταρδος. Απογοητευμένος, χρειαζόμουν χρήματα, να είμαι ελεύθερος, ανεξάρτητος από την τσιγκούνα τσέπη του μπαμπά.

Ένα φιλαράκι από το Γυμνάσιο με έμπασε στη νύχτα, άρχισα να δουλεύω σε ένα μικρό μπαράκι στο κέντρο, λίγους μήνες αργότερα σε ένα μεγαλύτερο, πιο χλιδάτο. Καλά τα λεφτά, όχι όμως αρκετά. Καλός και ο κόσμος που ερχόταν να δοκιμάσει τις μαργαρίτες μου, δρούσε όμως καταλυτικά στο μυαλό και τη σκέψη μου. Ζήλευα, ήθελα να περάσω κι εγώ από την άλλη μεριά της μπάρας για να μπορώ με το φουσκωμένο μου πορτοφόλι και τις σακούλες από του Γαβαλά στα χέρια να γκρινιάξω για το ποτήρι που είναι βρώμικο, ή το Cointreau που έπεσε πολύ.

Όλα άρχισαν εκείνο το απόγευμα λοιπόν. Δηλαδή όχι αυτά που ξέρετε. Τα άλλα. Η αιτία. Θα καταλάβετε σε λίγο. Έχει σημασία να πω και αυτά. Αλλιώς θα με περάσετε για κανένα μαλάκα.


Ήταν Αύγουστος, ξέρω ‘γω, να μη πέρασαν δυο χρόνια, πέρασαν όντως, ναι.

Είχε τρελή ζέστη, η πόλη ήταν μισοάδεια κι εγώ όπως πάντα ήμουν ριζωμένος στο διαμερισματάκι στη Τούμπα, μιας και πάλι δεν μπορούσα να πάρω κανένα σοβαρό ρεπό και να την κάνω για καμιά βουτιά Χαλκιδική. Για νησί ούτε λόγος.

Καθόμουν στο στενό μου μπαλκονάκι με το σορτσάκι, ξυπόλητος. Έπινα τον κρύο καπουτσίνο μου, στιγμιαίο εννοείται, που λεφτά για εσπρεσσομηχανή και περίμενα τη Χριστίνα να περάσει, μια γκόμενα που ερχόταν στο μπαρ κάθε βράδυ επί μια εβδομάδα και συνήθως φεύγαμε μαζί. Καλή γκόμενα. Έμπαινα στο μάτι και του μαλάκα του μαρκαδόρου μαζί της. Ήρθε, όταν τέλειωνα τον καφέ. Αλλά δεν έμεινε, όπως πίστευα. Ήρθε να μου την πει και την έκανε μετά. Για το ότι δεν είμαι φραγκάτος, για το ότι ξέμεινα καλοκαιριάτικα μέσα και δεν την πήγα σε κανένα νησί. Για το ότι δεν ήτανε λέει για τα μούτρα μου. Οι φίλες της λέει της έλεγαν, ότι χάνει τις μέρες της μαζί μου. Ήμουν ένας μαλάκας, ένα τίποτα. Μου τα έλεγε ποια, αυτή που τη χαρτζιλίκωνε η μάνα της ακόμα. Ανωτάτη παντρευτική και βιαστική κιόλας, ταχύρρυθμα λέμε.

Έφυγε και μ’ άφησε πίσω μες στα νεύρα. Βροντούσα ντουλάπια, έσπαγα ποτήρια. Το πουτανάκι να με πει έτσι. Και τι περίμενε να της προσφέρω δηλαδή. Κλωτσούσα καρέκλες. Πουτάνα. Καταλαβαίνετε. Εγωισμός. Η τρελή να με πει εμένα έτσι. Ξέφυγαν όλες τους και αυτή πρώτη πρώτη.

 

Δε ξεθύμανα ούτε όταν πήγα για δουλειά το ίδιο βράδυ. Κι εκεί νεύρα. Έσπασα κι από μαλακία κανά δυο ποτήρια. Μου την είπε εκείνο το βράδυ και ο μαρκαδόρος, την ψώνισα, τον έβρισα τον μαλάκα, από καιρό του τη φύλαγα, τα βρόντηξα κι έφυγα.

 

Ήταν την μεθεπόμενη μέρα που κατάλαβα, ότι το πουτανάκι είχε δίκιο. Όχι για εκείνη και τι της προσέφερα. Ποιος τη χέζει εκείνη. Για μένα είχε δίκιο. Και ποιος ήμουν δηλαδή; Κανείς.

Και τότε ψιλοπανικοβλήθηκα. Έφυγαν και τα νεύρα και κατάλαβα, ότι έχασα και τη δουλειά μου.

 

Έπρεπε να βρω καινούρια. Πάλι. Να αρχίσω από την αρχή. Πάλι στο ίδιο σημείο.

Πήρα μπλοκ και μολύβι να τα βάλω κάτω. Έσοδα – έξοδα. Δε θα έβγαινα. Ούτε μια εβδομάδα μπροστά. Ξαμολήθηκα στα τηλέφωνα, να βρω κάτι καινούριο. Ψιλά γράμματα. Καλοκαιριάτικα ήταν όλοι κλεισμένοι, δε χρειάζονταν προσωπικό. Να γυρίσω στο μαλάκα τον μαρκαδόρο να ζητήσω συγνώμη, με τίποτα. Δεν έπαιζε αυτό. Εγωισμός.

 

Και ήταν πάλι απόγευμα, πάλι εγώ στο μπαλκόνι, όταν κατέβασα την ιδέα. Ήμουν σε αδιέξοδο. Ναι. Θα μπεις στο νόημα τώρα.

 

Όλα ήταν λουσμένα στην κρεμμυδίλα του απέναντι τρισάθλιου σουβλατζίδικου του κυρ Στράτου. Βοηθούσε και το στοκ σάπιων φρούτων του από κάτω σούπερ μάρκετ, δε λέω, αλλά εκείνη η κρεμμυδίλα ήταν άλλο πράγμα. Επιβολή δια της μπόχας. Καλός ανθρωπάκος ο κυρ Στράτος, ωραιότατα και τα μπινελίκια που σέρβιρε, αν και αγνώστου προελεύσεως. Μπορεί να μας ταΐζε και γάτες, πάντως ήταν νόστιμα.

 

Καλός ανθρωπάκος λοιπόν, είχε κάνει λένε και Αυστραλία ένα διάστημα, θα ταΐσε διακόσια ληγμένα καγκουρό στους Κροκοδειλάκιες και μετά επέστρεψε και άνοιξε το μαγαζάκι του για να μπορεί να ισοφαρίζει τα έξοδα της Μερσεντές. Κάθε Λαζό που σέβεται τον εαυτό του οδηγεί άλλωστε μαύρη Μερσεντές. Το έχετε προσέξει; Τέλος πάντων.

Δεν ήταν προσεκτικός. Καθόλου.
Είχα πάρει γραμμή από καιρό, αλλά εστίασα στο ζήτημα κανονικά εκείνο το απόγευμα μέσα στην απελπισία μου, ότι έβαζε τα λεφτά σε ένα μεγάλο τσίγγινο κυλινδρικό κουτί, σαν αυτά του καφέ και το έκρυβε μετά κάπου πίσω από τον πάγκο με τις σαλάτες. Αφήνοντας πάντα το πλαϊνό παραθυράκι μισάνοιχτο. Για να φεύγει η μπόχα.

Εκείνο το απόγευμα τον πρόσεξα την ώρα που άνοιγε, πως πήγε και πάλι πίσω από τον πάγκο κι έβγαλε το εν λόγω κουτί. Και μου ήρθε η ιδέα. Και τι άλλο να έκανα δηλαδή. Δεν έβλεπα άλλη λύση. Ήξερα πως συναγερμούς και μαλακίες δεν είχε.

Μπήκα το ίδιο βράδυ, πριν ξημερώσει και με πάρει χαμπάρι η γειτονιά κι έχουμε άλλα. Ευτυχώς δεν σφήνωσα στο μικρό παραθυράκι, αν και λίγο έλειψε. Έψαξα κανά δίλεπτο το περιβόητο κυλινδρικό κουτί. Το βρήκα, το βούτηξα, έβγαλα τα χαρτονομίσματα από μέσα, τα τσέπωσα, το άφησα στη θέση του, άρπαξα κι ένα μπουκάλι Μοσχοφίλερο από ένα ράφι και την έκανα ακολουθώντας την ακριβώς ανάποδη διαδρομή.

Όταν λίγο αργότερα άνοιξα το κρασί στο σπίτι, κατέληξα στο συμπέρασμα, ότι
οι σουβλατζήδες βγάζουν τελικά πολύ περισσότερα από ότι φανταζόμαστε. Εκτός του ότι αν κάνει κανένα γιουρούσι το Υγειονομικό δεν θα ξαναφάμε γύρο ποτέ.

Είδα και ότι μπορούσα. Τελικά μπορούσα. Έβγαλα κοντά χίλια ευρώ μέσα σε πέντε λεπτά.

Με την ίδια μέθοδο χτύπησα και στο φουρνάρικο της γειτονιάς, ακριβώς δυο βδομάδες μετά. Και σιχάθηκα τη ζωή μου. Δεν ξαναγόρασα ψωμί από κει. Αυτός πάλι δεν είχε καν κουτί, χρησιμοποιούσε έναν κίτρινο φάκελο Α4 ταχυδρομείου και τον έκρυβε κάτω από τα κρουασάν. Άλλη μια πεντακοσαρού.

Η αστυνομία δεν εμφανίστηκε τότε, οι κλοπές δεν έγιναν καν αντιληπτές στη γειτονιά. Άχνα. Φαίνεται πως καλά κουμάσια ήταν και ο κυρ Στράτος και ο φούρναρης και αποφάσισαν να την κάνουν τουμπεκί. Κρίμα τα γάντια που αναγκάστηκα να φορέσω μες στη ντάλα μην αφήσω αποτυπώματα. Ξέρετε τι είναι να φοράς γάντια μάλλινα καλοκαιριάτικα;

Πήρα τα πάνω μου εγώ.

Άρχισα τις αναγνωριστικές περιπολίες με το βεσπάκι.
Καλαμαριά, Κρήνη, Επτάλοφος, Ντεπώ, Επταπύργιο, σπίτια ξεκλείδωτα, χωρίς συναγερμό, μπαλκόνια χαμηλά, σκαλωσιές, φωταγωγοί προσβάσιμοι, σκυλιά αποβλακωμένα από το πολύ φαί. Κι εγώ διάλεγα. Συνήθως έβγαζα κάμποσα έτσι. Αφήνει ο κόσμος ρευστό στο σπίτι. Στον καταψύκτη, κάτω από στρώματα, σε συρταριέρες. Για την κακή την ώρα; Δεν ξέρω, ίσως από απροσεξία. Από τις είκοσι φορές, μόνο μία έφυγα άπραγος. Κι αυτό από τύψεις. Ήταν ένα διαμέρισμα στην Ανθέων που ο ιδιοκτήτης του δεν πρέπει να είχε λεφτά. Φαινόταν. Οπότε να του έπαιρνα και τα εκατό ευρώ που βρήκα, δεν έλεγε. Ντράπηκα και έφυγα.

Μετέφερα και τα υπάρχοντά μου σύντομα στο τριαράκι στην Καλαμαριά που είδατε. Ρετιρεδάκι με ιδιωτικό γκαράζ. Αυτοκίνητο ακόμα τότε δεν είχα βέβαια. Άραζα τη βέσπα εκεί. Αλλά υπολόγιζα ότι σε κανένα τετράμηνο θα μπορούσα να πάρω και αμάξι. Τα πράγματα πήγαιναν καλά. Δεν υπήρχαν μεγάλα ποσά, αλλά πεντακόσια από εδώ, χίλια από εκεί, μισθός έβγαινε με τη μία. Γλυκάθηκα. Αφήστε που δε συνάντησα ούτε μία φορά συναγερμό.

 

Κάπου τότε ήταν που άρχισα να δουλεύω και δυο βράδια την εβδομάδα στη ρεσεψιόν στο Ηλέκτρα. Για ξεστράβωμα κυρίως. Αλλά θα εκπλαγείτε αν μείνετε κι εσείς δυο βράδια σερί εκεί πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν με όσα θα πάρετε γραμμή. Θα μάθετε -για παράδειγμα- με τον πιο εύκολο τρόπο που μένει ο του 16 με την Πόρσε που φέρνει τη γκόμενα κάθε Πέμπτη στο ξενοδοχείο. Άφηναν βλέπετε ταυτότητα κι αυτοί, όπως καλή ώρα εσείς κρατάτε τη δική μου. Μάθαινα. Κρατούσα σημειώσεις.

Δύσκολα σπίτια, αλλά γεμάτα. Σχεδίαζα να μπω στα βαθειά. Σιγά σιγά. Χρειαζόταν μελέτη όμως. Δε μπαίνεις σε τέτοια σπίτια έτσι απλά. Και τότε ξεκίνησα τα χοντρά. Στην αρχή στη θεωρία. Επί εβδομάδες και μήνες μελετούσα το κάθε βήμα. Την κάθε πιθανότητα. Ετοιμαζόμουν για τη μεγάλη μέρα σα να έδινα εξετάσεις. Κοιτούσα το κάθε σπίτι από κάθε γωνιά. Να βρω την αδυναμία του για να μπω.

Το πρώτο μου ήταν ένα στη Θέρμη. Δε πάει το μυαλό σας για τι σπίτι μιλάω. Μου ‘χε φύγει το σάλιο, όταν μπήκα. Εκείνο το βράδυ καθάρισα δέκα χιλιάρικα σε μετρητά συν κοσμήματα. Πήρα ότι μπορούσα και χωρούσε στο σακίδιο. Αν είχα φορτηγάκι θα καθάριζα για έναν χρόνο.

 

Ακολούθησαν άλλα τέσσερα τέτοια μέσα στον επόμενο χρόνο. Πρόσεχα να μην αφήσω αποτυπώματα πουθενά. Να μη κάνω θόρυβο. Να μην καρφωθώ. Να μην καθυστερήσω ποτέ πάνω απο οκτώ λεπτά. Δε μίλησα ποτέ σε κανέναν για όλα αυτά.

 

Τέσσερα σπίτια. Αλλά είχα ήδη αρχίσει να φοβάμαι. Δεν υπάρχει το τέλειο έγκλημα. Το ήξερα. Είχα σταθεί τυχερός μέχρι τότε, το έβλεπα. Αν συνέχιζα υπήρχε πιθανότητα να πιαστώ. Σχεδίαζα να μπω σε άλλα δυο τελευταία που τα είχα σταμπάρει από καιρό. Καθαρά σπίτια, ούτε σκυλιά, ούτε συναγερμοί, μέσα στην ερημιά και αρκετές ώρες τη μέρα άδεια. Μετά θα σταματούσα. Είχα μαζέψει αρκετά στην άκρη για να φύγω. Ήθελα να φύγω. Για Σκόπελο. Έτσι έλεγα. Να πάω να μείνω εκεί. Να ανοίξω ένα εστιατόριο. Από το πρώτο εκείνο σπίτι στη Θέρμη αυτό ήθελα. Να κάνω καινούρια αρχή αλλού. Να γίνω άλλος κάπου, που κανείς δε θα με ήξερε.

 

Αλλά δεν πρόλαβα. Τα γεγονότα. Δεν υπολόγισα τα γεγονότα. Ποτέ δεν υπολογίζεις τα γεγονότα. Που να φανταστώ. Ανατράπηκαν όλα. Σε μια στιγμή μέσα όλα.

 

Σα να έπεσα εδώ μέσα από το ταβάνι νιώθω. Τόσο απότομα όλα.

 

Να συνεχίσω;

Τι θέλετε να μάθετε; Δεν ξέρω πώς να συνεχίσω.

Έτσι άρχισε πάντως. Τότε. Με εκείνη την πουτάνα και αυτά που είπε. Θα μου πείτε, έχει σημασία; Για μένα έχει. Να καταλάβετε».

 

 

Στο εν λόγω σπίτι πως μπήκατε;

Ξέρατε σε ποιον ανήκει;


Ναι, ήξερα. Μήπως μπορώ να έχω λίγο νερό; Στέγνωσε το στόμα μου. Λίγο νερό. Και θα σας πω.

 


end of episode one…
to be SOON continued……

 

froh-2.JPG

Η συμβίωση με το τσουνάμι

Πάνε ακριβώς τρία χρόνια, δύο μήνες, τρεις εβδομάδες και πέντε μέρες από τη μέρα που ο Φρο έγινε συγκάτοικός μου.

Ένας σκύλος ράτσας Σαρπέι, εκπληκτικής ομοιότητας με χνουδωτή, διπλωμένη πετσέτα μπάνιου, που αν και μόλις τριών μηνών κουτάβι, ζύγιζε τη μέρα της αγοράς του ήδη δεκαεπτά κιλά ακριβώς.

 

Εκείνη την πρώτη νύχτα της συμβίωσής μας τη θυμάμαι ακόμα καθαρά, άλλωστε δεν είχα κλείσει μάτι. Όχι μόνο εξαιτίας του απίστευτου ροχαλητού του, αλλά κι επειδή από παιδί ονειρευόμουν αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Τον κοιτούσα και λιγωνόμουν.

 

Κι έτσι η ζωή μου άλλαξε. Όλα άλλαξαν. Σα να απέκτησα ένα μωρό.

 

Ένα ατρόμητο, αιώνιο μωρό που καμιά σφαλιάρα ή απειλή δεν έδειχνε εξ αρχής να το σκιάζει.

 

Ένα πλασματάκι που μέσα στους πρώτους έξι μήνες γέμισε όλο το σπίτι με λιμνούλες διαφόρων σχημάτων και σε κάθε πιθανή απόχρωση (ανάλογα με το τι σαβούριαζε πιο πριν).

 

Ένας μπέμπης που έφαγε έξι πόμολα ντουλάπας, δυο χαλάκια μπάνιου, δυο κρεβατάκια, ένα μαγιό, επτά κάλτσες (διαφορετικών ζευγαριών), τα πόδια μιας καρέκλας κουζίνας, δυο ριχτάρια, το ύφασμα και τα μπράτσα του καναπέ, τα μαξιλάρια (τρία τον αριθμό) επίσης του καναπέ, αμέτρητα μανταλάκια, ένα κινητό τηλέφωνο, τρεις παντόφλες (επίσης διαφορετικών ζευγαριών), ένα παπούτσι, δύο φυτά εσωτερικού χώρου (αλλά όχι τη γλάστρα) και μία μάσκα κατάδυσης.

 

«Είσαι υπερβολικά δεμένη με τα υλικά αντικείμενα» θα μου πεις, φίλε μου.

«Έχεις όμως σε αντιστάθμισμα, έναν πιστότατο φίλο».

 

Έναν πιστότατο φίλο, θα σου απαντήσω, που αφού σταμάτησε επιτέλους να καταβροχθίζει Α.Τ.Α.Α. (Αγνώστου Ταυτότητος Ακίνητα Αντικείμενα), άρχισε αμέσως μετά να κυνηγάει μέχρις σχεδόν εσχάτων, οτιδήποτε κινιόταν και ανέπνεε. Δηλαδή άλλα σκυλιά, γάτες, περιστέρια, μύγες, πεταλούδες, και ενίοτε ανθρώπους, κατά προτίμηση ένστολους (δεν τολμούσε να περάσει αστυνομικός μπροστά από το σπίτι εκείνο το διάστημα). Τότε ήταν επίσης η περίοδος που άρχισε να απλώνεται κατά μήκος στα κεκτημένα μου, συγκεκριμένα στον καναπέ και στο κρεβάτι μου. Αλλά εντωμεταξύ είχε μεγαλώσει και τα τριάντα πέντε κιλά έχουν, όπως και να το κάνουμε, ένα άλφα εκτόπισμα.

 

«Ψιλά γράμματα», σε ακούω να μου λες.

«Έχεις όμως σε αντιστάθμισμα, έναν καλό φύλακα».

 

Υπολογίζω ψύχραιμα, πως μέχρι σήμερα έχω βγάλει αυτόν τον δεινό φύλακα 3024 βόλτες (διάρκειας τριάντα λεπτών έκαστη).

Επίσης έχω αγοράσει και κουβαλήσει στο σπίτι 270 κιλά ζωοτροφής αξίας 820 ευρώ (δηλαδή 18 συσκευασίες των 15 κιλών). Διαφορετικών γεύσεων για να μη κουραστεί το στομάχι του εξαιρετικού φύλακα.

Φυσικά, έχω επίσης ξοδέψει:

α) σε εμβόλια: περίπου 240 ευρώ (έπρεπε να γίνω κτηνίατρος, όποια ώρα και μέρα να περάσεις από το ιατρείο υπάρχουν τουλάχιστον έξι σκυλιά σε αναμονή να εξεταστούν ή να εμβολιαστούν)

β) σε παιχνίδια (για να σταματήσει να καταπίνει το σύμπαν αμάσητο): περίπου 260 ευρώ και

γ) σε αξεσουάρ (σαμπουάν, πάμπερς, βούρτσες, στρωματάκια, κρεβατάκια, κουβερτάκια, πετσέτες, ψαλιδάκια, ειδικά σπρέι για τη μυρωδιά, λουράκια και περιλαίμια): τουλάχιστον 780 ευρώ (καταραμένε Σχολικέ Επαγγελματικέ Προσανατολισμέ, ποτέ δε μας είπαν πόσα βγάζουν οι ιδιοκτήτες pet shop).

 

Αναρωτιέμαι αν ένας υπάλληλος Security θα μου έβγαινε φθηνότερος.

Τουλάχιστον δε θα ήμουν αναγκασμένη να τρέχω από πίσω του για να μαζεύω τις σοκολατί χρώματος τούρτες του.

Συγκεκριμένα, εκτιμώ ότι έχω μαζέψει 2016 τέτοιες μέχρι τώρα. Αν σκεφτείς, ότι έκαστη ζυγίζει περί τα 300 γραμμάρια, έχουμε ένα σύνολο 604.800 γραμμαρίων, ποσότητα ικανή να λειτουργήσει ως λίπασμα για ένα χωράφι 100 στρεμμάτων.

 

Και δε μπορείς να μη το κάνεις. Αν πας να το παίξεις Κινέζος, κινδυνεύεις. Οι γείτονες θα σε λιντσάρουν, πριν σε βουτήξουν. Με ή χωρίς νάιλον σακουλάκι ακαθαρσιών.

 

Στους δεκαοχτώ μήνες, ο προσωπικός μου σεκιουριτάς και συγκάτοικος αποφάσισε πως ήθελε δικό του δωμάτιο. Ούτε κρεβατάκια, ούτε αηδίες με ζωγραφισμένα σκυλάκια επάνω. Δικό του δωμάτιο. Το απέκτησε λοιπόν και αυτό. Μετά από ολόκληρες νύχτες αγρύπνιας, εξαιτίας του ολοένα και δυνατότερου ροχαλητού του, θα έκανα τα πάντα για λίγο ύπνο. Μέχρι και διακοπές στο Μπαλί ήμουν σε θέση να του κλείσω, προκειμένου να κοιμηθώ.

 

Και στο καπάκι, πλακώσανε οι έρωτες.

Ο Φρο γνώρισε σε μια από τις πρωινές του βόλτες, ένα θηλυκό λυκόσκυλο που του γυάλισε αμέσως, παρότι του έριχνε τουλάχιστον ένα κεφάλι. Και να σου τα κλάματα και τα ουρλιαχτά, όταν περνούσε πάνω από δεκαπενθήμερο που είχε να τη δει. Τι να κάνω, την έβαλα την ερωμένη στο πρόγραμμα. Κάθε δεύτερη Δευτέρα πηγαίνουμε επίσκεψη στη Λίζα. Μέχρι σήμερα. Ανελλιπώς. Διότι αν δεν, θα πρέπει να βρω μέρος να κρύψω τα παπούτσια μου κι εμένα μαζί.

 

 

[δευτερόλεπτα πριν πατήσω enter διεπίστωσα με τρόμο ότι ξέμεινα απο τσιγάρα. πετάχτηκα να πάρω. μόλις μπήκα σπίτι κι έκανα να βγάλω τα παπούτσια, ο σεκιουριτάς μου έφερε τις παντόφλες μου. ιστορική πρωτιά. ενθουσιάστηκε δε τόσο πολύ με τη φάτσα μου -ούρλιαζα απο χαρά σα να μου έφερε πτυχίο ιατρικής με άριστα- που άρχισε να μου φέρνει σταδιακά το μισό νοικοκυριό και να το εναποθέτει στα πόδια μου. η χαρά μου μετριάστηκε δραματικά, όταν μόλις προ ολίγου μου έφερε και το τηλεχειριστήριο του στερεοφωνικού, αγνώριστο πια απο τα σημάδια των δοντιών του. ]

Paris Paris, Malcolm McLaren feat. Catherine Deneuve

1994

Μέσα απο το πρώτο σιντί που αγόρασα για να παίξω στο πρώτο δικό μου στερεοφωνικό, μέσα στο πρώτο δικό μου σπίτι χιλιόμετρα μακριά.

Απόψε στο Club Fuzz ο Malcolm McLaren.

Κι εγώ να ζηλεύω απο μακριά -πιο μακριά δε γίνεται- και να παίζω όλη μέρα κομμάτια του, της μετά πανκ εποχής.

Και να διαβάζω παλιές συνεντεύξεις του στο Face. Και να χαζεύω τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που του τράβηξε τότε ο Jean Baptiste Mondino. Όλες με φόντο το Παρίσι κι ας μετανιώνει εκείνος σήμερα για το ότι κάποτε βρέθηκε για καιρό εκεί.

«It’s true, I don’t believe in love beyond the grave,

But then I listened to a trumpet play».

vespa129.JPG

Συμμετέχοντας στο παιχνίδι, πρέπει κι εγώ λοιπόν με τη σειρά μου, να αποκαλύψω πέντε αλήθειες για μένα, γνωστές στους φίλους, μάλλον άγνωστες στους υπόλοιπους, αν και κάποιοι ίσως τις ψυλλιάζονται ήδη. Η έκτη -bonus truth- μπήκε απο κεκτημένη. Διαβάζοντας την αλήθεια νούμερο 4 θα καταλάβεις γιατί.

Και να φανταστείς φίλε, ότι ξέρω καλά πως τίποτα δεν αντιπαθεί ο άνθρωπος πιο πολύ, απο το να βαδίσει στον δρόμο που τον οδηγεί στον εαυτό του.

Klein mein fraeulein.

1. Το πείσμα μου σπάει πέτρα, εκκενώνει ωκεανό, πλημμυρίζει Σαχάρα, ισοπεδώνει Έβερεστ και Κ2. Όταν θέλω κάτι και το θέλω πολύ, γίνεται το Es muss sein της ύπαρξής μου. Φυσικά δεν αποκτώ πάντα αυτό που θέλω. Έχω σε πόλεμο το νόμο του Μέρφι να μου κλείνει μονίμως το μάτι απο απέναντι. Κι όταν ενίοτε συναντώ αντίστοιχο πείσμα στον στόχο ή στο δρόμο μου, μπορεί στιγμιαία να θέλω να τα κάνω γυαλιά καρφιά όλα, μέσα μου όμως χαίρομαι σα σαδίστρια. Στοιχηματίζω πως σε προηγούμενη ζωή υπήρξα ο Κολόμβος. Τη στιγμή που κοπάνησε το περίφημο αυγό του μπροστά στα έκπληκτα μάτια της Μοναρχίας πάνω στο τραπέζι.

2. Όταν βαριέμαι, βαριέμαι. Δεν παίζω. Είμαι σε θέση τότε να κοιτάω την οθόνη του πισί, ή τη θέα απο το παράθυρο για ώρες. Μπορεί να πεινάω, αλλά κάνω πως δε το νιώθω. Μπορεί να κοντεύω να τα κάνω πάνω μου επί τόπου, αλλά το παίζω Βουδίστρια της αυτοσυγκέντρωσης. Κι αν τύχει να χτυπήσει το τηλέφωνο, καμώνομαι πως είμαι εξαιρετικά απασχολημένη με κάτι υπερβολικά σοβαρό, που δεν παίρνει άλλη αναβολή. Ιερή, λέμε, της βαρεμάρας η πολύτιμη στιγμή. Προσμένω την ώρα που θα καταφέρω κι εγώ να μετακινώ αντικείμενα, να φτιάχνω πραγματικότητες, να επηρεάζω ανθρώπους και κινήσεις, μέσω τηλεπάθειας. Ανάσταση.

3. Έκλεψα κάποτε λεφτά απο το πορτοφόλι της γιαγιάς μου. Μία και μοναδική φορά. Μετά ντράπηκα τόσο, που δεν το ξανάκανα ποτέ. Γιατί δεν μπορούσα να της τα ζητήσω. Απο παιδί δε μπορούσα ποτέ να ζητάω πράγματα. Απλά δε μπορούσα. Προτιμούσα να μη τα αποκτήσω ποτέ απο το να τα ζητήσω. Ήθελα ο άλλος να καταλάβει και να προσφέρει απο μόνος του. Μετά μεγάλωσα. Έφυγα στο εξωτερικό για πολλά χρόνια, έπρεπε να μάθω να ζω μόνη, ακούγοντας καλά μέσα μου τη φωνή, που μου λεγε πάντα με εξαιρετική ακρίβεια, τι ακριβώς χρειαζόμουν ή ήθελα. Κι έπρεπε επιτέλους μόνη μου πια να την ικανοποιήσω. Και τότε άρχισα να γίνομαι ανυπόμονη με τους άλλους. Επιλεκτική. Καμιά φορά ακόμη και κακιά.

4. Πάντα ήθελα να έχω τον τελευταίο λόγο. Στα πάντα. Άσπρο εσύ, μαύρο εγώ, στο μαύρο έπρεπε η κουβέντα να μείνει. Άπαξ κι έλεγε κάποιος καπάκι ριγέ, έπρεπε εγώ να ανταπαντήσω καρό. Καμιά φορά απόλυτη. Ούτε μύγα στο σπαθί μου, ούτε ελέφαντας στο παπούτσι μου. Και δεν είχε ποτέ να κάνει με πείσμα. Αν και υπήρχε κι απο αυτό μπόλικο. Είχε να κάνει με μια έμφυτη αίσθηση δικαίου που είχα απο πιτσιρίκι. Ήξερα πως κάπου είχα δίκιο, ergo έπρεπε όλη η υφήλιος να μου το αναγνωρίσει. Κορύφωση, όταν το Γερμανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης αποφάσισε να με σουτάρει απο τη Σχολή, μη δίνοντάς μου άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, πρόλαβα σε χρόνο ντε τε να τους στείλω επιστολή παραίτησης και να κάνω μεταγραφή σε άλλη αντίστοιχη Σχολή. Στο υστερόγραφο της επιστολής κατάφερα μάλιστα να τους μάθω και την πρώτη τους φράση στα ελληνικά.

5. Όποιο κι αν ήταν το υποθετικό αντίτιμο, δε θα άλλαζα και δε θα αρνιόμουν ποτέ τη θάλασσα και τη βέσπα μου. Όσες φορές το δοκίμασα, διεπίστωσα με τρόμο σχεδόν, ότι απλά δε μπορώ χωρίς. Για να το καταλάβω, χρειάστηκαν ένας δερματολόγος, ένας φυσιοθεραπευτής, ένας μηχανικός και ένας ψυχολόγος.

6. Όλα τα παραπάνω αναιρέθηκαν ταυτόχρονα και οικειοθελώς μία φορά. Και αν γυρνούσα το χρόνο πίσω, πάλι θα τα αρνιόμουν. Αβέκ πλεζίρ και χωρίς ίχνος τύψεων. Για κάποιο σημείο, στο οποίο συναντήθηκε το φαινόμενο του κόσμου με τον τρόπο αυτό που συναντήθηκε και όχι με άλλον, για μία και μόνο φορά, αλλά με περίεργη αχρονικότητα.

Στο παιχνίδι με έμπασε απο την πίσω πόρτα η Composition Doll, η οποία και πλέον φέρει ακεραία την ευθύνη. Τα παράπονά σας σε εκείνη. Ή στον Ύψιστο. Ή στον Πρωθυπουργό. Ή στον Paul Smith.

Για τη συνέχεια προτείνω τους εκλεκτούς:

CrazyMonkey

Isms end schisms

Kalamesygxwreis

Αμβρόσιος

Kopoloso

film-noir.JPG

Πίνω λίγο κρασί. Βαριέμαι.

Διαβάζω στη Yahoo για τον μυστηριώδη και ξαφνικό θάνατο της ζουμερής Anna Nicole Smith.

Ετών 39. Πέντε μήνες μετά τον επίσης παράλογο και out of the blue θάνατο του εικοσάχρονου γιου της, τη βρίσκουν, νεκρή στη σουίτα του ξενοδοχείου της. Στο δίπλα δωμάτιο κοιμάται ήσυχα η μόλις πέντε μηνών κόρη της (την οποία διεκδικούν με το δυνατό, σούπερ ντούπερ σπέρμα τους τρεις καλοθελητές μέχρι τώρα, εκκρεμεί dna εξέταση και ταύτιση). Ο εισαγγελέας διεξάγει αμέσως έρευνα και αναμένονται τα αποτελέσματα της νεκροψίας.

Τη θυμάμαι στις υπέροχες ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Ellen Von Unwerth, να στήνεται νωχελικά ως Jayne Mansfield και στην κωλότσεπη να γράφει Guess. Στο βίντεο κλιπ για το πρόμο του «Will You Love Me Tomorrow»του Bryan Ferry, αλλά και σε εκείνο για το «You Win, I Loose» των Supertramp.

Η πιο δυστυχισμένη ξανθιά των ninetees. Η πιο γλυκιά και το μεγαλύτερο τσόκαρο ταυτόχρονα. Μονίμως με ένα χαμόγελο. Δε παίζει φωτό της χωρίς. Ούτε μία. Όλα τα αντίθετα μαζεμένα σε συσκευασία ενός.
Με αφέλεια αντίστοιχης μιας Marilyn. Αλλά αντίθετα μ’ εκείνη, καταδικασμένη να μείνει για πάντα στην αποτυχία. Χωρίς ίχνος του αέρα μιας σταρ, δεν υπήρξε άλλωστε ποτέ της. Δε θα μπορούσε. Φθηνή. Υπερβολικά φθηνή. Αλλά με το στίγμα. Εκείνο, όταν παντρεύεται φως και σκοτάδι, ναι και όχι μαζί.

Μια επαρχιωτοπούλα απο το Τέξας που πίστεψε πως έγινε κάτι, όταν έκανε κάτι, αλλά ήταν πολύ λίγο. Αλλά πάλι, όχι και τόσο λίγο. Απλά όχι αρκετό. Και λάθος. Τελείως λάθος.

Η αγαπημένη Playmate των νταλικέρηδων ανά την υφήλιο, το νούμερο εννιά της Google, η αουτσάιντερ των περιοδικών μόδας. Το τελευταίο pin up κορίτσι με βουλωμένο στόμα, η αιώνια στάρλετ που δε χωρούσε ποτέ σε καμία τουαλέτα haute couture, παρά μόνο δυο φορές το χρόνο, με νάζι. Κι αυτήν ακόμα την ξέσκιζε στα «μέτρα» της.
Να λατρεύεις να τη μισείς. Να τη λατρεύεις και να ψευτοντρέπεσαι.

Να αυτοκτόνησε;

Να την καθάρισαν; Aν ναι, ποιος; Οι απόγονοι του δισεκατομμυριούχου;

Σενάριο Pulp σε βιβλίο τσέπης, απο αυτά που καταλήγουν στον πάγκο των δυο ευρώ.

Όπως στα φιλμ νουάρ. Δικός της ο δεύτερος ρόλος, πάλι, ο τελευταίος της. Αλλά περιέργως, αυτός που θυμάσαι μετά. Απο στόφα σταρ αυτός.

Φάτε στη μούρη τώρα Paris Hilton. Τα pin up τέλειωσαν.

il-paperina-1948.JPG

Θέλω να φορτώσω τη βέσπα με τα τελείως απαραίτητα και να την κάνω. Δυο μέρες, τρεις. Πέντε. Δεν έχει σημασία. Το νιώθω μέρες τώρα. Μόνο ένα συναίσθημα.

Κάπου, οπουδήποτε. Ούτε αυτό έχει σημασία.

Και τελικά κάθομαι αγκαλιά με το σπασμένο κράνος και την κοιτάζω. Πόση ώρα. Αυτό.

Συνδέω τη μπαταρία ξανά. Βάζω μπρος και την ακούω. Εγώ στο πεζούλι και μόνο την ακούω. Ούτε βήμα. Παγωμένα τα δάχτυλά μου. Τα πιέζω πάνω του, με κόβει το σπασμένο πλαστικό.

Και ξαφνικά σε επαρχιακό δρόμο για Έδεσσα, δυο ίσως χρόνια πριν. Με την Triumph του Π., κρυφή δοκιμή.

Στροφή γλυκιά και μετά περιθώριο και 120, 130, 140.

Και δυο νταλίκες. Μακριά, κοντά. Ξεκινάει η δεύτερη προσπέραση τη διπλή πρώτη σε αργό ρυθμό. Κλείνουν το δρόμο.

Και δεν έχω περιθώριο. Φρενάρω, αλλά δε μπορώ να σταματήσω, το νιώθω πως δε θα σταματήσω.

Πατάω τέρμα την κόρνα, ανάβω τα φώτα και πατάω. Περνάω ανάμεσα, ξυστά. Βουητό μηχανών, έχει κενό, κορνάρουν, φρενάρει λίγο η αριστερή, νομίζω. Μπορώ, μπορώ, λίγο ακόμα, λίγο ακόμα. Διακόσια μέτρα παρακάτω σταματάω ήρεμα και κοιτάζω πίσω. Αρχίζω να αναπνέω. Και τότε λυγίζουν τα γόνατα. Δε μπορώ να σηκώσω το βάρος μου. Κάθομαι στην άκρη, πάνω στην άσφαλτο και με πιάνει νευρικό γέλιο. Το στήθος μου καίει, τσούζει ο λαιμός μου.

Εγώ πάλι στην άκρη, στο πεζούλι. Κοίτα να δεις. Αλλά δεν καίει το στήθος μου.
Ήρθε η ώρα, μπέμπα μου. It’s alright . Σιγά σιγά.

math.JPG

Ο μυστηριώδης κύριος Δ. είχε νοικιάσει πριν περίπου δυο χρόνια το μικρό στούντιο στον δεύτερο όροφο της διπλανής πολυκατοικίας.

Συμπαθής στη φυσιογνωμία, αν και ουδέποτε συνομίλησε με κάποιον στη γειτονιά.

Ήσυχος, μόνος. Περίεργος.

Γύρω στα πενήντα, λεπτός. Η σπιτονοικοκυρά του, έλεγε πως η φωνή του ήταν λεπτή, όπως και οι κινήσεις του. Τον άκουγε να της λέει τις ίδιες τρεις φράσεις κάθε πρώτη του μηνός που της πήγαινε το ενοίκιο.

Έλεγε πως ήταν πολυταξιδεμένος. Πως έζησε μάλιστα στη Ρώμη για κάποια χρόνια. Μποέμ τύπος, έλεγε, εξερευνητής της ζωής. Δεν έχω ιδέα πως τα ήξερε όλα αυτά, ούτε αν ήταν αλήθεια. Τον είχε δει μάλιστα μισόγυμνο μια φορά -έτσι της άρεζε να διηγείται στη γειτονιά- όταν αναγκάστηκε να του χτυπήσει ξαφνικά την πόρτα μες στη νύχτα, επειδή είχε το σπίτι διαρροή. Είχε λέει στο χέρι του ένα μεγάλο τατουάζ. Μια ολόκληρη φράση στα Ιταλικά. Όταν τον είχε ρωτήσει τι σημαίνει, της είπε «περίεργος, αλλά όχι ξένος» κι αυτή ήταν η τέταρτη και τελευταία φράση που άκουσε ποτέ απο το στόμα του.

Κάθε πρωί, ο κύριος Δ. φορούσε τη μπεζ καμπαρντίνα του, πάνω απο το ίδιο πάντα γκρίζο μάλλινο κοστούμι του και πήγαινε στο καφέ της γωνίας. Αφού έπινε τον διπλό ελληνικό καφέ του και κάπνιζε τέσσερα τσιγάρα άφιλτρα, άφηνε το αντίτιμο πάνω στο τραπεζάκι κι έφευγε ακριβώς τριάντα πέντε λεπτά μετά την άφιξή του, δίχως να ρίξει έστω μια φευγαλέα ματιά πάνω απο τα γυαλιά του.

Και κάθε μεσημεράκι, στις δώδεκα ακριβώς, περνούσε απο το βιβλιοπωλείο της πλατείας, το βιβλιοπωλείο συγκεκριμένα του κύριου Γ., δεκαπέντε λεπτά απο το καφέ προς κέντρο, πριν ξαναγυρίσει στη μία στο μικρό του στούντιο, όπου και παρέμενε μέχρι το επόμενο πρωί, με κλειστά παράθυρα.

Πάντα, εκτός απο τις αργίες.

Στις αργίες δεν τον έβλεπε ανθρώπου μάτι όλη μέρα. Πολλές φορές οι γείτονες κολλούσαν τα αφτιά τους στην εξώπορτά του για να βεβαιωθούν ότι ήταν μέσα και ότι ήταν ζωντανός. Και κάθε φορά άκουγαν ένα περίεργο τακ τακ και τότε ησύχαζαν, έλεγαν είναι καλά, είναι μέσα.

Όχι απο ενδιαφέρον. Αλλά επειδή όλα όσα δε μπορούσαν να καταλάβουν και να εκλογικεύσουν, τα κορόιδευαν και χρειάζονταν πάντα καινούριο υλικό για το κουτσομπολιό τους.

Δεν τον είδα ποτέ απο κοντά. Ψέματα. Μόνο μία φορά. Και ήταν μάλιστα και η τελευταία φορά.

Την επομένη εξαφανίστηκε και έκτοτε δεν τον ξανάδε κανείς στη γειτονιά.

Εκείνο το πρωί είχα πάει στο βιβλιοπωλείο της πλατείας κι εγώ. Στις δύο ακριβώς θα συναντούσα μια φίλη που είχε γενέθλια την επομένη και σκόπευα να της αγοράσω ένα βιβλίο. Ίσα που προλάβαινα να βρω κάτι και να πάω να τη βρω.

Ο κύριος Γ. είχε στήσει εκείνη τη μέρα έναν πελώριο πάγκο μέσα στο κέντρο του βιβλιοπωλείου. Απο πάνω είχε κολλήσει μια αυτοσχέδια πινακίδα, «ότι πάρεις δυο ευρώ».

Γύρω απο τον πάγκο είχαν μαζευτεί αρκετοί που έπιαναν μια το ένα βιβλίο και μια το άλλο, άλλος κρατούσε πέντε μαζί, ενθουσιασμένος απο την τιμή, μια άλλη διάβαζε ταχύτατα τις περιλήψεις απο κάθε οπισθόφυλλο και κουνούσε ανεπαίσθητα το κεφάλι της πάνω κάτω.
Είχα μόλις διαλέξει ένα βιβλίο για τη φίλη μου, όταν μπήκε μέσα ο κύριος Δ., αμίλητος, σκυθρωπός.

Ήθελα να τον χαιρετήσω, μα δε με κοίταξε καν.

Περίεργος, πλησίασε τον πάγκο που στριμωχνόμασταν όλοι σκαλίζοντας τις προσφορές.

Αφηρημένα σχεδόν, κοίταξε την πινακίδα με την αναγραφόμενη τιμή κι έκανε μια γκριμάτσα απέχθειας.

Μουρμούρισε κάτι, δεν κατάλαβε κανείς τι, και με το χέρι του απλωμένο χάιδεψε τα εξώφυλλα όλων των βιβλίων μπροστά του.

Ετοιμαζόταν να γυρίσει την πλάτη του και να κατευθυνθεί προς την κυρίως βιβλιοθήκη με τα δερματόδετα ακριβά βιβλία, όταν ξαφνικά το μάτι του έπεσε πάνω σε ένα βιβλίο, πάνω στον πάγκο, τέρμα δεξιά.

Μου φάνηκε ότι σταμάτησε για λίγο να αναπνέει.

Το πήρε στα χέρια του. Έτρεμε ολόκληρος. Σταμάτησα κάθε μου κίνηση κι απέμεινα να τον κοιτάζω, για κάποιον μυστήριο λόγο δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου απο πάνω του.

Χάιδεψε το εξώφυλλό του, ξανά κα ξανά. Και διέκρινα τότε ένα χαμόγελο. Ναι, χαμογελούσε, πρώτη φορά.

Το γύρισε απο την άλλη, άρχισε να το φυλλομετρά. Πάλι το εξώφυλλο μετά.

«Το έχετε διαβάσει; Αξίζει να το πάρω;«, τον ρώτησε ξαφνικά μια κοπέλα δίπλα του, γύρω στα είκοσι.

Αστραπιαία το ύφος του άλλαξε. Φώτισε το πρόσωπό του. Τα μάτια του έβγαζαν μια περίεργη λάμψη, δεν το πίστευα ότι ήταν ο ίδιος κύριος Δ. που νόμιζα πως ήξερα. Που τι ήξερα. Τρίχες.

«Εγώ το έγραψα. Είναι δικό μου, δεσποινίς. Δεν είμαι ο καταλληλότερος να σας πω αν είναι καλό ή όχι. Αλλά είναι δικό μου«, της απάντησε με τρεμάμενη φωνή απο τη συγκίνηση.

Η κοπέλα άρχισε μεμιάς να χαχανίζει. Δείχνοντάς τον άρχισε να φωνάζει δυνατά στους υπόλοιπους γύρω απο τον πάγκο:

«Αυτός εδώ λέει ότι αυτό το βιβλίο εδώ, στον πάγκο των δυο ευρώ, είναι δικό του

«Κι εγώ έγραψα τον Κώδικα Ντα Βίντσι, φίλε«, απάντησε ένας νεαρός πιο πέρα γελώντας.

Ο κύριος Δ. έχασε το χρώμα του.

«Μα, όντως εγώ το έγραψα. Σας λέω, είναι δικό μου. Δείτε το όνομα. Δ. Χ., εγώ είμαι. Το τέλειωσα πριν ακριβώς οκτώ χρόνια. Εκδόσεις Ελιά, εδώ. Δείτε«, πάλευε να τους πείσει εκείνος και ίδρωνε ολοένα και περισσότερο.

Άρχισε να ψάχνει σα μανιακός στις τσέπες του σακακιού στην αρχή, του παντελονιού και της καμπαρντίνας του αμέσως μετά.

«Κάπου εδώ την έβαλα. Θα σας δείξω την ταυτότητά μου«, μουρμούριζε εκνευρισμένος.

«Να σας δω να καταπίνετε τη γλώσσα σας, αυθάδικα πλάσματα, δεν έχετε ιερό και όσιο» και δώστου συνέχιζε το ψάξιμο και το μουρμουρητό, αλλά μάταια. Η ταυτότητά του δεν έδειχνε να θέλει να φανερωθεί.

Και όσο δε βρισκόταν πουθενά η ταυτότητα, ο νεαρός και η κοπέλα συνέχιζαν το δούλεμα ψιλό γαζί.

Και δώστου να του ζητάνε ντεμέκ αυτόγραφο και να βγάζουν με τα κινητά τους φωτογραφίες δίπλα του κρατώντας το φθηνό βιβλίο, έτσι που να το βλέπουν όλοι.

Ο κύριος Δ. είχε γίνει λευκός σαν κιμωλία.

Να επέμβω, αλλά να πω τι.

Παρέμενα βουβή και παρακολουθούσα.

Να πηγαίνει προς τα πίσω σιγά σιγά, βήμα βήμα, κρατώντας ακόμη την κόπια του βιβλίου στο δεξί χέρι του. Τα είχε χαμένα. Μουρμούριζε μόνο σιγανά, αλλά ίσα που τον άκουγες πια, ξεψυχισμένη έβγαινε η φωνή του, κουρασμένη, «είναι δικό μου».

Μόλις έφτασε στην έξοδο του βιβλιοπωλείου, τον πήρε χαμπάρι ο κύριος Γ. κι άρχισε να φωνάζει «άσε κάτω το βιβλίο μου ρε κλέφτη».
Το πέταξε κάτω κι άρχισε να τρέχει. Όπως ποτέ πριν δεν είδα άνθρωπο να τρέχει.

Εκείνη τη μέρα έφυγαν όλες οι κόπιες του βιβλίου που υπήρχαν πάνω στον πάγκο.