math.JPG

Ο μυστηριώδης κύριος Δ. είχε νοικιάσει πριν περίπου δυο χρόνια το μικρό στούντιο στον δεύτερο όροφο της διπλανής πολυκατοικίας.

Συμπαθής στη φυσιογνωμία, αν και ουδέποτε συνομίλησε με κάποιον στη γειτονιά.

Ήσυχος, μόνος. Περίεργος.

Γύρω στα πενήντα, λεπτός. Η σπιτονοικοκυρά του, έλεγε πως η φωνή του ήταν λεπτή, όπως και οι κινήσεις του. Τον άκουγε να της λέει τις ίδιες τρεις φράσεις κάθε πρώτη του μηνός που της πήγαινε το ενοίκιο.

Έλεγε πως ήταν πολυταξιδεμένος. Πως έζησε μάλιστα στη Ρώμη για κάποια χρόνια. Μποέμ τύπος, έλεγε, εξερευνητής της ζωής. Δεν έχω ιδέα πως τα ήξερε όλα αυτά, ούτε αν ήταν αλήθεια. Τον είχε δει μάλιστα μισόγυμνο μια φορά -έτσι της άρεζε να διηγείται στη γειτονιά- όταν αναγκάστηκε να του χτυπήσει ξαφνικά την πόρτα μες στη νύχτα, επειδή είχε το σπίτι διαρροή. Είχε λέει στο χέρι του ένα μεγάλο τατουάζ. Μια ολόκληρη φράση στα Ιταλικά. Όταν τον είχε ρωτήσει τι σημαίνει, της είπε «περίεργος, αλλά όχι ξένος» κι αυτή ήταν η τέταρτη και τελευταία φράση που άκουσε ποτέ απο το στόμα του.

Κάθε πρωί, ο κύριος Δ. φορούσε τη μπεζ καμπαρντίνα του, πάνω απο το ίδιο πάντα γκρίζο μάλλινο κοστούμι του και πήγαινε στο καφέ της γωνίας. Αφού έπινε τον διπλό ελληνικό καφέ του και κάπνιζε τέσσερα τσιγάρα άφιλτρα, άφηνε το αντίτιμο πάνω στο τραπεζάκι κι έφευγε ακριβώς τριάντα πέντε λεπτά μετά την άφιξή του, δίχως να ρίξει έστω μια φευγαλέα ματιά πάνω απο τα γυαλιά του.

Και κάθε μεσημεράκι, στις δώδεκα ακριβώς, περνούσε απο το βιβλιοπωλείο της πλατείας, το βιβλιοπωλείο συγκεκριμένα του κύριου Γ., δεκαπέντε λεπτά απο το καφέ προς κέντρο, πριν ξαναγυρίσει στη μία στο μικρό του στούντιο, όπου και παρέμενε μέχρι το επόμενο πρωί, με κλειστά παράθυρα.

Πάντα, εκτός απο τις αργίες.

Στις αργίες δεν τον έβλεπε ανθρώπου μάτι όλη μέρα. Πολλές φορές οι γείτονες κολλούσαν τα αφτιά τους στην εξώπορτά του για να βεβαιωθούν ότι ήταν μέσα και ότι ήταν ζωντανός. Και κάθε φορά άκουγαν ένα περίεργο τακ τακ και τότε ησύχαζαν, έλεγαν είναι καλά, είναι μέσα.

Όχι απο ενδιαφέρον. Αλλά επειδή όλα όσα δε μπορούσαν να καταλάβουν και να εκλογικεύσουν, τα κορόιδευαν και χρειάζονταν πάντα καινούριο υλικό για το κουτσομπολιό τους.

Δεν τον είδα ποτέ απο κοντά. Ψέματα. Μόνο μία φορά. Και ήταν μάλιστα και η τελευταία φορά.

Την επομένη εξαφανίστηκε και έκτοτε δεν τον ξανάδε κανείς στη γειτονιά.

Εκείνο το πρωί είχα πάει στο βιβλιοπωλείο της πλατείας κι εγώ. Στις δύο ακριβώς θα συναντούσα μια φίλη που είχε γενέθλια την επομένη και σκόπευα να της αγοράσω ένα βιβλίο. Ίσα που προλάβαινα να βρω κάτι και να πάω να τη βρω.

Ο κύριος Γ. είχε στήσει εκείνη τη μέρα έναν πελώριο πάγκο μέσα στο κέντρο του βιβλιοπωλείου. Απο πάνω είχε κολλήσει μια αυτοσχέδια πινακίδα, «ότι πάρεις δυο ευρώ».

Γύρω απο τον πάγκο είχαν μαζευτεί αρκετοί που έπιαναν μια το ένα βιβλίο και μια το άλλο, άλλος κρατούσε πέντε μαζί, ενθουσιασμένος απο την τιμή, μια άλλη διάβαζε ταχύτατα τις περιλήψεις απο κάθε οπισθόφυλλο και κουνούσε ανεπαίσθητα το κεφάλι της πάνω κάτω.
Είχα μόλις διαλέξει ένα βιβλίο για τη φίλη μου, όταν μπήκε μέσα ο κύριος Δ., αμίλητος, σκυθρωπός.

Ήθελα να τον χαιρετήσω, μα δε με κοίταξε καν.

Περίεργος, πλησίασε τον πάγκο που στριμωχνόμασταν όλοι σκαλίζοντας τις προσφορές.

Αφηρημένα σχεδόν, κοίταξε την πινακίδα με την αναγραφόμενη τιμή κι έκανε μια γκριμάτσα απέχθειας.

Μουρμούρισε κάτι, δεν κατάλαβε κανείς τι, και με το χέρι του απλωμένο χάιδεψε τα εξώφυλλα όλων των βιβλίων μπροστά του.

Ετοιμαζόταν να γυρίσει την πλάτη του και να κατευθυνθεί προς την κυρίως βιβλιοθήκη με τα δερματόδετα ακριβά βιβλία, όταν ξαφνικά το μάτι του έπεσε πάνω σε ένα βιβλίο, πάνω στον πάγκο, τέρμα δεξιά.

Μου φάνηκε ότι σταμάτησε για λίγο να αναπνέει.

Το πήρε στα χέρια του. Έτρεμε ολόκληρος. Σταμάτησα κάθε μου κίνηση κι απέμεινα να τον κοιτάζω, για κάποιον μυστήριο λόγο δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου απο πάνω του.

Χάιδεψε το εξώφυλλό του, ξανά κα ξανά. Και διέκρινα τότε ένα χαμόγελο. Ναι, χαμογελούσε, πρώτη φορά.

Το γύρισε απο την άλλη, άρχισε να το φυλλομετρά. Πάλι το εξώφυλλο μετά.

«Το έχετε διαβάσει; Αξίζει να το πάρω;«, τον ρώτησε ξαφνικά μια κοπέλα δίπλα του, γύρω στα είκοσι.

Αστραπιαία το ύφος του άλλαξε. Φώτισε το πρόσωπό του. Τα μάτια του έβγαζαν μια περίεργη λάμψη, δεν το πίστευα ότι ήταν ο ίδιος κύριος Δ. που νόμιζα πως ήξερα. Που τι ήξερα. Τρίχες.

«Εγώ το έγραψα. Είναι δικό μου, δεσποινίς. Δεν είμαι ο καταλληλότερος να σας πω αν είναι καλό ή όχι. Αλλά είναι δικό μου«, της απάντησε με τρεμάμενη φωνή απο τη συγκίνηση.

Η κοπέλα άρχισε μεμιάς να χαχανίζει. Δείχνοντάς τον άρχισε να φωνάζει δυνατά στους υπόλοιπους γύρω απο τον πάγκο:

«Αυτός εδώ λέει ότι αυτό το βιβλίο εδώ, στον πάγκο των δυο ευρώ, είναι δικό του

«Κι εγώ έγραψα τον Κώδικα Ντα Βίντσι, φίλε«, απάντησε ένας νεαρός πιο πέρα γελώντας.

Ο κύριος Δ. έχασε το χρώμα του.

«Μα, όντως εγώ το έγραψα. Σας λέω, είναι δικό μου. Δείτε το όνομα. Δ. Χ., εγώ είμαι. Το τέλειωσα πριν ακριβώς οκτώ χρόνια. Εκδόσεις Ελιά, εδώ. Δείτε«, πάλευε να τους πείσει εκείνος και ίδρωνε ολοένα και περισσότερο.

Άρχισε να ψάχνει σα μανιακός στις τσέπες του σακακιού στην αρχή, του παντελονιού και της καμπαρντίνας του αμέσως μετά.

«Κάπου εδώ την έβαλα. Θα σας δείξω την ταυτότητά μου«, μουρμούριζε εκνευρισμένος.

«Να σας δω να καταπίνετε τη γλώσσα σας, αυθάδικα πλάσματα, δεν έχετε ιερό και όσιο» και δώστου συνέχιζε το ψάξιμο και το μουρμουρητό, αλλά μάταια. Η ταυτότητά του δεν έδειχνε να θέλει να φανερωθεί.

Και όσο δε βρισκόταν πουθενά η ταυτότητα, ο νεαρός και η κοπέλα συνέχιζαν το δούλεμα ψιλό γαζί.

Και δώστου να του ζητάνε ντεμέκ αυτόγραφο και να βγάζουν με τα κινητά τους φωτογραφίες δίπλα του κρατώντας το φθηνό βιβλίο, έτσι που να το βλέπουν όλοι.

Ο κύριος Δ. είχε γίνει λευκός σαν κιμωλία.

Να επέμβω, αλλά να πω τι.

Παρέμενα βουβή και παρακολουθούσα.

Να πηγαίνει προς τα πίσω σιγά σιγά, βήμα βήμα, κρατώντας ακόμη την κόπια του βιβλίου στο δεξί χέρι του. Τα είχε χαμένα. Μουρμούριζε μόνο σιγανά, αλλά ίσα που τον άκουγες πια, ξεψυχισμένη έβγαινε η φωνή του, κουρασμένη, «είναι δικό μου».

Μόλις έφτασε στην έξοδο του βιβλιοπωλείου, τον πήρε χαμπάρι ο κύριος Γ. κι άρχισε να φωνάζει «άσε κάτω το βιβλίο μου ρε κλέφτη».
Το πέταξε κάτω κι άρχισε να τρέχει. Όπως ποτέ πριν δεν είδα άνθρωπο να τρέχει.

Εκείνη τη μέρα έφυγαν όλες οι κόπιες του βιβλίου που υπήρχαν πάνω στον πάγκο.

Advertisements