il-paperina-1948.JPG

Θέλω να φορτώσω τη βέσπα με τα τελείως απαραίτητα και να την κάνω. Δυο μέρες, τρεις. Πέντε. Δεν έχει σημασία. Το νιώθω μέρες τώρα. Μόνο ένα συναίσθημα.

Κάπου, οπουδήποτε. Ούτε αυτό έχει σημασία.

Και τελικά κάθομαι αγκαλιά με το σπασμένο κράνος και την κοιτάζω. Πόση ώρα. Αυτό.

Συνδέω τη μπαταρία ξανά. Βάζω μπρος και την ακούω. Εγώ στο πεζούλι και μόνο την ακούω. Ούτε βήμα. Παγωμένα τα δάχτυλά μου. Τα πιέζω πάνω του, με κόβει το σπασμένο πλαστικό.

Και ξαφνικά σε επαρχιακό δρόμο για Έδεσσα, δυο ίσως χρόνια πριν. Με την Triumph του Π., κρυφή δοκιμή.

Στροφή γλυκιά και μετά περιθώριο και 120, 130, 140.

Και δυο νταλίκες. Μακριά, κοντά. Ξεκινάει η δεύτερη προσπέραση τη διπλή πρώτη σε αργό ρυθμό. Κλείνουν το δρόμο.

Και δεν έχω περιθώριο. Φρενάρω, αλλά δε μπορώ να σταματήσω, το νιώθω πως δε θα σταματήσω.

Πατάω τέρμα την κόρνα, ανάβω τα φώτα και πατάω. Περνάω ανάμεσα, ξυστά. Βουητό μηχανών, έχει κενό, κορνάρουν, φρενάρει λίγο η αριστερή, νομίζω. Μπορώ, μπορώ, λίγο ακόμα, λίγο ακόμα. Διακόσια μέτρα παρακάτω σταματάω ήρεμα και κοιτάζω πίσω. Αρχίζω να αναπνέω. Και τότε λυγίζουν τα γόνατα. Δε μπορώ να σηκώσω το βάρος μου. Κάθομαι στην άκρη, πάνω στην άσφαλτο και με πιάνει νευρικό γέλιο. Το στήθος μου καίει, τσούζει ο λαιμός μου.

Εγώ πάλι στην άκρη, στο πεζούλι. Κοίτα να δεις. Αλλά δεν καίει το στήθος μου.
Ήρθε η ώρα, μπέμπα μου. It’s alright . Σιγά σιγά.

Advertisements