the-deceiver.JPG

Από πού να αρχίσω δηλαδή; Δεν ξέρω πρώτη φορά έρχομαι εδώ. Δεν έχω ιδέα από πού αρχίζουν όλοι.

Με λένε Χρήστο. Από εδώ; Οκ.

Με λένε Χρήστο. Το είπα αυτό.

Είμαι 22 ετών. Από το κεφάλι μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου μεσολαβούν ακριβώς 179 εκατοστά, το λέει η ταυτότητα αυτό.
Είμαι Θεσσαλονικιός, γέννημα θρέμμα, μέχρι το τελευταίο μου αιμοπετάλιο.

Έχεις την ταυτότητά μου, βλέπεις το νούμερο. Είμαι ένα νούμερο.

Τι θες να σου πω, δηλαδή, δεν ξέρω. Μάλλον από την αρχή όλα πρέπει. Να στα πω. Να σας τα πω. Πληθυντικός, συγνώμη. Δε βαριέστε να ακούτε μαλάκες σαν εμένα νυχτιάτικα;

 

Εντάξει.

Έπρεπε να αποφασίσω πώς να πληρώνω το ενοίκιο του μικρού μου διαμερίσματος στην Τούμπα και το κάπως ακριβό μου γούστο στο ντύσιμο, όταν το όνειρό μου να μπω στο Οικονομικό του Αριστοτέλειου είχε ήδη ναυαγήσει με την τριπλή αποτυχία μου στις Εισαγωγικές. Μαζί του είχε καταρρεύσει και η σχέση με τους δικούς μου. Μου έκοψαν την καλημέρα απότομα, κάπου μεταξύ της τρίτης και δέκατης φοράς που τους ζήτησα δανεικά, κάπου εκεί. Δε μπορούσαν βλέπετε να καμαρώνουν για το γιο τους το μικρό, ενώ ο αδερφός μου έφερνε σπίτι το ένα χαρτί μετά το άλλο, ο μπάσταρδος. Απογοητευμένος, χρειαζόμουν χρήματα, να είμαι ελεύθερος, ανεξάρτητος από την τσιγκούνα τσέπη του μπαμπά.

Ένα φιλαράκι από το Γυμνάσιο με έμπασε στη νύχτα, άρχισα να δουλεύω σε ένα μικρό μπαράκι στο κέντρο, λίγους μήνες αργότερα σε ένα μεγαλύτερο, πιο χλιδάτο. Καλά τα λεφτά, όχι όμως αρκετά. Καλός και ο κόσμος που ερχόταν να δοκιμάσει τις μαργαρίτες μου, δρούσε όμως καταλυτικά στο μυαλό και τη σκέψη μου. Ζήλευα, ήθελα να περάσω κι εγώ από την άλλη μεριά της μπάρας για να μπορώ με το φουσκωμένο μου πορτοφόλι και τις σακούλες από του Γαβαλά στα χέρια να γκρινιάξω για το ποτήρι που είναι βρώμικο, ή το Cointreau που έπεσε πολύ.

Όλα άρχισαν εκείνο το απόγευμα λοιπόν. Δηλαδή όχι αυτά που ξέρετε. Τα άλλα. Η αιτία. Θα καταλάβετε σε λίγο. Έχει σημασία να πω και αυτά. Αλλιώς θα με περάσετε για κανένα μαλάκα.


Ήταν Αύγουστος, ξέρω ‘γω, να μη πέρασαν δυο χρόνια, πέρασαν όντως, ναι.

Είχε τρελή ζέστη, η πόλη ήταν μισοάδεια κι εγώ όπως πάντα ήμουν ριζωμένος στο διαμερισματάκι στη Τούμπα, μιας και πάλι δεν μπορούσα να πάρω κανένα σοβαρό ρεπό και να την κάνω για καμιά βουτιά Χαλκιδική. Για νησί ούτε λόγος.

Καθόμουν στο στενό μου μπαλκονάκι με το σορτσάκι, ξυπόλητος. Έπινα τον κρύο καπουτσίνο μου, στιγμιαίο εννοείται, που λεφτά για εσπρεσσομηχανή και περίμενα τη Χριστίνα να περάσει, μια γκόμενα που ερχόταν στο μπαρ κάθε βράδυ επί μια εβδομάδα και συνήθως φεύγαμε μαζί. Καλή γκόμενα. Έμπαινα στο μάτι και του μαλάκα του μαρκαδόρου μαζί της. Ήρθε, όταν τέλειωνα τον καφέ. Αλλά δεν έμεινε, όπως πίστευα. Ήρθε να μου την πει και την έκανε μετά. Για το ότι δεν είμαι φραγκάτος, για το ότι ξέμεινα καλοκαιριάτικα μέσα και δεν την πήγα σε κανένα νησί. Για το ότι δεν ήτανε λέει για τα μούτρα μου. Οι φίλες της λέει της έλεγαν, ότι χάνει τις μέρες της μαζί μου. Ήμουν ένας μαλάκας, ένα τίποτα. Μου τα έλεγε ποια, αυτή που τη χαρτζιλίκωνε η μάνα της ακόμα. Ανωτάτη παντρευτική και βιαστική κιόλας, ταχύρρυθμα λέμε.

Έφυγε και μ’ άφησε πίσω μες στα νεύρα. Βροντούσα ντουλάπια, έσπαγα ποτήρια. Το πουτανάκι να με πει έτσι. Και τι περίμενε να της προσφέρω δηλαδή. Κλωτσούσα καρέκλες. Πουτάνα. Καταλαβαίνετε. Εγωισμός. Η τρελή να με πει εμένα έτσι. Ξέφυγαν όλες τους και αυτή πρώτη πρώτη.

 

Δε ξεθύμανα ούτε όταν πήγα για δουλειά το ίδιο βράδυ. Κι εκεί νεύρα. Έσπασα κι από μαλακία κανά δυο ποτήρια. Μου την είπε εκείνο το βράδυ και ο μαρκαδόρος, την ψώνισα, τον έβρισα τον μαλάκα, από καιρό του τη φύλαγα, τα βρόντηξα κι έφυγα.

 

Ήταν την μεθεπόμενη μέρα που κατάλαβα, ότι το πουτανάκι είχε δίκιο. Όχι για εκείνη και τι της προσέφερα. Ποιος τη χέζει εκείνη. Για μένα είχε δίκιο. Και ποιος ήμουν δηλαδή; Κανείς.

Και τότε ψιλοπανικοβλήθηκα. Έφυγαν και τα νεύρα και κατάλαβα, ότι έχασα και τη δουλειά μου.

 

Έπρεπε να βρω καινούρια. Πάλι. Να αρχίσω από την αρχή. Πάλι στο ίδιο σημείο.

Πήρα μπλοκ και μολύβι να τα βάλω κάτω. Έσοδα – έξοδα. Δε θα έβγαινα. Ούτε μια εβδομάδα μπροστά. Ξαμολήθηκα στα τηλέφωνα, να βρω κάτι καινούριο. Ψιλά γράμματα. Καλοκαιριάτικα ήταν όλοι κλεισμένοι, δε χρειάζονταν προσωπικό. Να γυρίσω στο μαλάκα τον μαρκαδόρο να ζητήσω συγνώμη, με τίποτα. Δεν έπαιζε αυτό. Εγωισμός.

 

Και ήταν πάλι απόγευμα, πάλι εγώ στο μπαλκόνι, όταν κατέβασα την ιδέα. Ήμουν σε αδιέξοδο. Ναι. Θα μπεις στο νόημα τώρα.

 

Όλα ήταν λουσμένα στην κρεμμυδίλα του απέναντι τρισάθλιου σουβλατζίδικου του κυρ Στράτου. Βοηθούσε και το στοκ σάπιων φρούτων του από κάτω σούπερ μάρκετ, δε λέω, αλλά εκείνη η κρεμμυδίλα ήταν άλλο πράγμα. Επιβολή δια της μπόχας. Καλός ανθρωπάκος ο κυρ Στράτος, ωραιότατα και τα μπινελίκια που σέρβιρε, αν και αγνώστου προελεύσεως. Μπορεί να μας ταΐζε και γάτες, πάντως ήταν νόστιμα.

 

Καλός ανθρωπάκος λοιπόν, είχε κάνει λένε και Αυστραλία ένα διάστημα, θα ταΐσε διακόσια ληγμένα καγκουρό στους Κροκοδειλάκιες και μετά επέστρεψε και άνοιξε το μαγαζάκι του για να μπορεί να ισοφαρίζει τα έξοδα της Μερσεντές. Κάθε Λαζό που σέβεται τον εαυτό του οδηγεί άλλωστε μαύρη Μερσεντές. Το έχετε προσέξει; Τέλος πάντων.

Δεν ήταν προσεκτικός. Καθόλου.
Είχα πάρει γραμμή από καιρό, αλλά εστίασα στο ζήτημα κανονικά εκείνο το απόγευμα μέσα στην απελπισία μου, ότι έβαζε τα λεφτά σε ένα μεγάλο τσίγγινο κυλινδρικό κουτί, σαν αυτά του καφέ και το έκρυβε μετά κάπου πίσω από τον πάγκο με τις σαλάτες. Αφήνοντας πάντα το πλαϊνό παραθυράκι μισάνοιχτο. Για να φεύγει η μπόχα.

Εκείνο το απόγευμα τον πρόσεξα την ώρα που άνοιγε, πως πήγε και πάλι πίσω από τον πάγκο κι έβγαλε το εν λόγω κουτί. Και μου ήρθε η ιδέα. Και τι άλλο να έκανα δηλαδή. Δεν έβλεπα άλλη λύση. Ήξερα πως συναγερμούς και μαλακίες δεν είχε.

Μπήκα το ίδιο βράδυ, πριν ξημερώσει και με πάρει χαμπάρι η γειτονιά κι έχουμε άλλα. Ευτυχώς δεν σφήνωσα στο μικρό παραθυράκι, αν και λίγο έλειψε. Έψαξα κανά δίλεπτο το περιβόητο κυλινδρικό κουτί. Το βρήκα, το βούτηξα, έβγαλα τα χαρτονομίσματα από μέσα, τα τσέπωσα, το άφησα στη θέση του, άρπαξα κι ένα μπουκάλι Μοσχοφίλερο από ένα ράφι και την έκανα ακολουθώντας την ακριβώς ανάποδη διαδρομή.

Όταν λίγο αργότερα άνοιξα το κρασί στο σπίτι, κατέληξα στο συμπέρασμα, ότι
οι σουβλατζήδες βγάζουν τελικά πολύ περισσότερα από ότι φανταζόμαστε. Εκτός του ότι αν κάνει κανένα γιουρούσι το Υγειονομικό δεν θα ξαναφάμε γύρο ποτέ.

Είδα και ότι μπορούσα. Τελικά μπορούσα. Έβγαλα κοντά χίλια ευρώ μέσα σε πέντε λεπτά.

Με την ίδια μέθοδο χτύπησα και στο φουρνάρικο της γειτονιάς, ακριβώς δυο βδομάδες μετά. Και σιχάθηκα τη ζωή μου. Δεν ξαναγόρασα ψωμί από κει. Αυτός πάλι δεν είχε καν κουτί, χρησιμοποιούσε έναν κίτρινο φάκελο Α4 ταχυδρομείου και τον έκρυβε κάτω από τα κρουασάν. Άλλη μια πεντακοσαρού.

Η αστυνομία δεν εμφανίστηκε τότε, οι κλοπές δεν έγιναν καν αντιληπτές στη γειτονιά. Άχνα. Φαίνεται πως καλά κουμάσια ήταν και ο κυρ Στράτος και ο φούρναρης και αποφάσισαν να την κάνουν τουμπεκί. Κρίμα τα γάντια που αναγκάστηκα να φορέσω μες στη ντάλα μην αφήσω αποτυπώματα. Ξέρετε τι είναι να φοράς γάντια μάλλινα καλοκαιριάτικα;

Πήρα τα πάνω μου εγώ.

Άρχισα τις αναγνωριστικές περιπολίες με το βεσπάκι.
Καλαμαριά, Κρήνη, Επτάλοφος, Ντεπώ, Επταπύργιο, σπίτια ξεκλείδωτα, χωρίς συναγερμό, μπαλκόνια χαμηλά, σκαλωσιές, φωταγωγοί προσβάσιμοι, σκυλιά αποβλακωμένα από το πολύ φαί. Κι εγώ διάλεγα. Συνήθως έβγαζα κάμποσα έτσι. Αφήνει ο κόσμος ρευστό στο σπίτι. Στον καταψύκτη, κάτω από στρώματα, σε συρταριέρες. Για την κακή την ώρα; Δεν ξέρω, ίσως από απροσεξία. Από τις είκοσι φορές, μόνο μία έφυγα άπραγος. Κι αυτό από τύψεις. Ήταν ένα διαμέρισμα στην Ανθέων που ο ιδιοκτήτης του δεν πρέπει να είχε λεφτά. Φαινόταν. Οπότε να του έπαιρνα και τα εκατό ευρώ που βρήκα, δεν έλεγε. Ντράπηκα και έφυγα.

Μετέφερα και τα υπάρχοντά μου σύντομα στο τριαράκι στην Καλαμαριά που είδατε. Ρετιρεδάκι με ιδιωτικό γκαράζ. Αυτοκίνητο ακόμα τότε δεν είχα βέβαια. Άραζα τη βέσπα εκεί. Αλλά υπολόγιζα ότι σε κανένα τετράμηνο θα μπορούσα να πάρω και αμάξι. Τα πράγματα πήγαιναν καλά. Δεν υπήρχαν μεγάλα ποσά, αλλά πεντακόσια από εδώ, χίλια από εκεί, μισθός έβγαινε με τη μία. Γλυκάθηκα. Αφήστε που δε συνάντησα ούτε μία φορά συναγερμό.

 

Κάπου τότε ήταν που άρχισα να δουλεύω και δυο βράδια την εβδομάδα στη ρεσεψιόν στο Ηλέκτρα. Για ξεστράβωμα κυρίως. Αλλά θα εκπλαγείτε αν μείνετε κι εσείς δυο βράδια σερί εκεί πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν με όσα θα πάρετε γραμμή. Θα μάθετε -για παράδειγμα- με τον πιο εύκολο τρόπο που μένει ο του 16 με την Πόρσε που φέρνει τη γκόμενα κάθε Πέμπτη στο ξενοδοχείο. Άφηναν βλέπετε ταυτότητα κι αυτοί, όπως καλή ώρα εσείς κρατάτε τη δική μου. Μάθαινα. Κρατούσα σημειώσεις.

Δύσκολα σπίτια, αλλά γεμάτα. Σχεδίαζα να μπω στα βαθειά. Σιγά σιγά. Χρειαζόταν μελέτη όμως. Δε μπαίνεις σε τέτοια σπίτια έτσι απλά. Και τότε ξεκίνησα τα χοντρά. Στην αρχή στη θεωρία. Επί εβδομάδες και μήνες μελετούσα το κάθε βήμα. Την κάθε πιθανότητα. Ετοιμαζόμουν για τη μεγάλη μέρα σα να έδινα εξετάσεις. Κοιτούσα το κάθε σπίτι από κάθε γωνιά. Να βρω την αδυναμία του για να μπω.

Το πρώτο μου ήταν ένα στη Θέρμη. Δε πάει το μυαλό σας για τι σπίτι μιλάω. Μου ‘χε φύγει το σάλιο, όταν μπήκα. Εκείνο το βράδυ καθάρισα δέκα χιλιάρικα σε μετρητά συν κοσμήματα. Πήρα ότι μπορούσα και χωρούσε στο σακίδιο. Αν είχα φορτηγάκι θα καθάριζα για έναν χρόνο.

 

Ακολούθησαν άλλα τέσσερα τέτοια μέσα στον επόμενο χρόνο. Πρόσεχα να μην αφήσω αποτυπώματα πουθενά. Να μη κάνω θόρυβο. Να μην καρφωθώ. Να μην καθυστερήσω ποτέ πάνω απο οκτώ λεπτά. Δε μίλησα ποτέ σε κανέναν για όλα αυτά.

 

Τέσσερα σπίτια. Αλλά είχα ήδη αρχίσει να φοβάμαι. Δεν υπάρχει το τέλειο έγκλημα. Το ήξερα. Είχα σταθεί τυχερός μέχρι τότε, το έβλεπα. Αν συνέχιζα υπήρχε πιθανότητα να πιαστώ. Σχεδίαζα να μπω σε άλλα δυο τελευταία που τα είχα σταμπάρει από καιρό. Καθαρά σπίτια, ούτε σκυλιά, ούτε συναγερμοί, μέσα στην ερημιά και αρκετές ώρες τη μέρα άδεια. Μετά θα σταματούσα. Είχα μαζέψει αρκετά στην άκρη για να φύγω. Ήθελα να φύγω. Για Σκόπελο. Έτσι έλεγα. Να πάω να μείνω εκεί. Να ανοίξω ένα εστιατόριο. Από το πρώτο εκείνο σπίτι στη Θέρμη αυτό ήθελα. Να κάνω καινούρια αρχή αλλού. Να γίνω άλλος κάπου, που κανείς δε θα με ήξερε.

 

Αλλά δεν πρόλαβα. Τα γεγονότα. Δεν υπολόγισα τα γεγονότα. Ποτέ δεν υπολογίζεις τα γεγονότα. Που να φανταστώ. Ανατράπηκαν όλα. Σε μια στιγμή μέσα όλα.

 

Σα να έπεσα εδώ μέσα από το ταβάνι νιώθω. Τόσο απότομα όλα.

 

Να συνεχίσω;

Τι θέλετε να μάθετε; Δεν ξέρω πώς να συνεχίσω.

Έτσι άρχισε πάντως. Τότε. Με εκείνη την πουτάνα και αυτά που είπε. Θα μου πείτε, έχει σημασία; Για μένα έχει. Να καταλάβετε».

 

 

Στο εν λόγω σπίτι πως μπήκατε;

Ξέρατε σε ποιον ανήκει;


Ναι, ήξερα. Μήπως μπορώ να έχω λίγο νερό; Στέγνωσε το στόμα μου. Λίγο νερό. Και θα σας πω.

 


end of episode one…
to be SOON continued……

Advertisements