Archives for the month of: Απρίλιος, 2007

Να ξυπνάς το πρωί και να φοράς πελώρια μαύρα γυαλιά ηλίου, ενώ σε βγάζει ο σκύλος χορογραφημένη βόλτα. Κι εσύ να σκέφτεσαι -ενώ σε σέρνει με δύναμη μια προς ανατολάς και μια προς δυσμάς- τι ακριβώς έχεις να κάνεις. Να προγραμματίζεις το κάθε τι με φοβερή και θαυμαστή σημασία στην κάθε λεπτομέρεια. Και ενώ ήδη υποσυνείδητα ξέρεις, ότι δε πρόκειται να κάνεις απολύτως τίποτα απο όλα όσα θα τσεκάρεις στο ακόμα χωρίς ίχνος καφείνης μυαλό σου. Η γειτονιά να ξυπνάει σιγά σιγά, εσύ να μοιράζεις καλημέρες αριστερά και δεξιά και να ακούς τη μουρμούρα της. Ακόμα και η γκρίνια με ήλιο είναι ζάχαρη.

Και μετά να γυρίζεις σπίτι, να βάζεις στην αγαπημένη σου κούπα τον πρώτο καφέ της ημέρας και μουσική. Απρίλη μήνα πάντα Brand New Heavies. Και παλιό Jamiroquai.

Και να μη μπορεί να σε πιάσει πάλι εκείνη η γνωστή ασπρόμαυρη χειμωνιάτικη τεμπελιά. Αντίθετα να πιάνεις τον εαυτό σου να μη μπορεί να μαζευτεί με τίποτα. Μάταια να παλεύεις μέχρι το μεσημέρι να συγκεντρώσεις την κάθε σου σκέψη σε ένα σημείο.

Κι αυτή να είναι σε άλλο. Συγκεκριμένα στο πότε επιτέλους το σημάδι απο το ρολόι στο δεξί χέρι θα γίνει πάλι, αντίθετα με το υπόλοιπο μπράτσο, τελείως -φωσφορούχο σχεδόν- λευκό.

img06-12.jpg

 

Στις 8 Απρίλη η δημοσιογράφος Joanna Kakissis των New York Times αφιέρωσε το ταξιδιωτικό άρθρο της στήλης της Travel στη Θεσσαλονίκη.

Ζγουάου. Ευχαριστούμε. Τώρα μπορούμε να αναπαυθούμε. Κατάλαβε κάποιος επιτέλους την αξία μας.

 

«Το Seattle των Βαλκανίων» ονόμασε -όμως- την Ψωμούπολη και «grunge bar» την Πασταφλώρα και πάνω που πήγε να με κάνει μαρμελάδα, με φρίκαρε η τύπισσα τελείως.

 

Μάγκεψαν τα ρηχά πιάτα* και ζητάνε σούπα**, έλεγε η γιαγιά μου η Σμυρνιά, η οποία αμφιβάλω αν έμαθε πριν φύγει απο τον μάταιο τούτο κόσμο που πέφτει το Seattle, επίκαιρη όμως πάντα, έπεσε -καραμπινάτα- εν αγνοία της μέσα. Και γεωγραφικά και πρωτίστως μάλιστα ση-μει-ο-λο-γι-κά (το παθαίνω αυτό όταν την ψωνίζω…να συλλαβίζω μέχρι μαλακίας κάθε λέξη).

 

Βρε τι μου θυμίζει το Seattle….. Τι μου θυμίζει….

Seattle, μα βέβαια, ίσον συνειρμικά ninetees, ίσον grunge, ίσον Nirvana, ίσον Kurt Cobain, ίσον γλίτσα στο μαλλί και τρύπα μεγέθους κρατήρα στο παπούτσι, ίσον μέχρι σκασμού ναρκωτικά, ίσον σύζυγος Courtney Love, ίσον τελικά κρίμα στον σύζυγο που μας άφησε νωρίς μεν πανηγυρικά δε, ίσον άρα χήρα πλούσια με συνολάκια Donatelle Versace και βίλες στο L.A. και το Παρίσι και χωρίς γλίτσα στο μαλλί πια.

 

Seattle λοιπόν, πατρίδα για τις ανάγκες του «Sleepless in Seattle» της Meg Ryan και του Tom Hanks (κάποτε τόσο μα τόσο χιπ ζευγάρι επί της οθόνης, να σταυροκοπιέσαι τρεις μέρες) που επειδή ακριβώς είχαν τόσα πράγματα να κάνουν μέσα σε αυτή την πόλη που ντεμέκ ποτέ δεν κοιμάται, ξόδεψαν τρία τέταρτα της ταινίας μπροστά από τους ραδιοφωνικούς δέκτες, τα γραμματοκιβώτια και τα τηλέφωνά τους, περιμένοντας ένα κάτι.

 

«The tsipouro is flowing» ιντίντ, αγαπητή Joanna. Μήπως τελικά ήπιες κομμάτι παραπάνω;

 

 

* Seattle

**Ψωμούπολη

papagei.jpg

Είναι που καμιά φορά ελπίζεις, ότι κάπου μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης βότκας θα καταφέρεις να εκκενώσεις το μέσα απο το έξω. Κι εκείνη σε αυτό πόνταρε. Και σχεδόν το είχε καταφέρει. Σα μέσα σε αυγό. Προστατευμένη απο ένα λεπτό κέλυφος, έτοιμη να βγει ανά πάσα στιγμή, σχεδόν καινούρια.

Ο πυρετός έκανε το κεφάλι της να βράζει, ένιωθε το βάρος του να θέλει να πέσει μια προς τα δεξιά και μια προς τα αριστερά. Με το ζόρι το κρατούσε. Αλλά ούτε αυτό την ενοχλούσε πραγματικά.

Παρατηρούσε τους σερβιτόρους που έρχονταν κι έφευγαν με ταχύτητα, αλλά δεν έβλεπε τίποτα.

Ζεστή νύχτα με φεγγάρι. Καθρεφτιζόταν στα νερά έξω, το έβλεπε. Μόνο αυτό έβλεπε. Και τον παπαγάλο με τα έντονα τροπικά χρώματα, στην πίσω γωνία του μπαρ. Έτοιμος να μιλήσει, ολοζώντανος.

Ήρθε πίσω της ξαφνικά. Της έκλεισε τα μάτια, ντεμέκ έκπληξη.

Θα προτιμούσε να μείνει μόνη, γαμώτο, απο που στο διάολο είχε βγει αυτός ξαφνικά, αυτός ο ασήμαντος, κάποτε κομπάρσος αναγκαίος, πως την βρήκε.Ήθελε μόνη να μείνει. Με τον παπαγάλο που δε μιλάει. Με το φεγγάρι που ίσα που φαίνεται. Μόνο αυτό. Αλλά απο ευγένεια δεν το είπε.

Χαμογέλασε, έκανε πως χάρηκε. Με το ζόρι τον αγκάλιασε κιόλας. «Πέρασε πράγματι καιρός»...

Εκείνος έβαλε την κασέτα. Μέσα σε πέντε λεπτά να τα πει όλα. Προγραμματισμένα. Τεχνητή νοημοσύνη, σκεφτόταν εκείνη. Ρομπότ, γεμίσαμε ρομπότ.

Αλλά πρέπει ο μπάσταρδος να είδε ότι έβλεπε μέσα του, ανάμεσα απο τη μοριακή ύλη του πίσω στον χώρο, όχι εκείνον, πρέπει. Δεν εξηγείται αλλιώς.

Γιατί ξαφνικά της το είπε. Χωρίς καν εκείνη να ρωτήσει. Το και το…

Το κεφάλι της δεν κρατιόταν πια. Το ένιωθε. Τα γόνατά της λύγισαν.

Ο μπάσταρδος το είδε. Το χάρηκε σχεδόν ο σαδιστής αγγελιοφόρος, πήρε δικό του αίμα πίσω απο αλλού, αλλά απο εκείνη τελικά. «Ακόμα λοιπόν;», της είπε. «Θεώρησα ότι έπρεπε να το ξέρεις».

Ένιωσε να ανακατεύεται το στομάχι της. Έβλεπε τα χρώματα του παπαγάλου στην πίσω γωνία να ανακατεύονται και αυτά σαν σε παλέτα μεταξύ τους.

Όλα άνω κάτω και μέσα και έξω. Αφόρητο.

Να φύγω, σκέφτηκε. Αλλά όπου κι αν πάω αυτό το «το» μαζί. Να μην ήξερε. Ας νόμιζε, μόνο να μην ήξερε.

Αντ’ αυτού ψέλλισε ένα σε ευχαριστώ. Ένα σε ευχαριστώ ίδιο κι απαράλλαχτο με ένα σε μισώ. Σαν παπαγάλος. Με τροπικά χρώματα. Που δεν ξέρει τι λέει. Μόνο αναπαράγει ήχους. Πίσω απο μια γωνία κρυφή μέσα. Και παρακαλούσε μέσα της να μη δει. Ας ξέρει, αφού δε γινόταν πια απλώς να νομίζει. Αλλά τουλάχιστον να μη δει. Αυτό το «το». Που έκανε μέσα σε δεύτερα όλα τα πολύ του κόσμου να γίνουν λίγο. Τόσο δα λίγο. Τόσο κρίμα.

Αυγό. Πάλι αυγό.