papagei.jpg

Είναι που καμιά φορά ελπίζεις, ότι κάπου μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης βότκας θα καταφέρεις να εκκενώσεις το μέσα απο το έξω. Κι εκείνη σε αυτό πόνταρε. Και σχεδόν το είχε καταφέρει. Σα μέσα σε αυγό. Προστατευμένη απο ένα λεπτό κέλυφος, έτοιμη να βγει ανά πάσα στιγμή, σχεδόν καινούρια.

Ο πυρετός έκανε το κεφάλι της να βράζει, ένιωθε το βάρος του να θέλει να πέσει μια προς τα δεξιά και μια προς τα αριστερά. Με το ζόρι το κρατούσε. Αλλά ούτε αυτό την ενοχλούσε πραγματικά.

Παρατηρούσε τους σερβιτόρους που έρχονταν κι έφευγαν με ταχύτητα, αλλά δεν έβλεπε τίποτα.

Ζεστή νύχτα με φεγγάρι. Καθρεφτιζόταν στα νερά έξω, το έβλεπε. Μόνο αυτό έβλεπε. Και τον παπαγάλο με τα έντονα τροπικά χρώματα, στην πίσω γωνία του μπαρ. Έτοιμος να μιλήσει, ολοζώντανος.

Ήρθε πίσω της ξαφνικά. Της έκλεισε τα μάτια, ντεμέκ έκπληξη.

Θα προτιμούσε να μείνει μόνη, γαμώτο, απο που στο διάολο είχε βγει αυτός ξαφνικά, αυτός ο ασήμαντος, κάποτε κομπάρσος αναγκαίος, πως την βρήκε.Ήθελε μόνη να μείνει. Με τον παπαγάλο που δε μιλάει. Με το φεγγάρι που ίσα που φαίνεται. Μόνο αυτό. Αλλά απο ευγένεια δεν το είπε.

Χαμογέλασε, έκανε πως χάρηκε. Με το ζόρι τον αγκάλιασε κιόλας. «Πέρασε πράγματι καιρός»...

Εκείνος έβαλε την κασέτα. Μέσα σε πέντε λεπτά να τα πει όλα. Προγραμματισμένα. Τεχνητή νοημοσύνη, σκεφτόταν εκείνη. Ρομπότ, γεμίσαμε ρομπότ.

Αλλά πρέπει ο μπάσταρδος να είδε ότι έβλεπε μέσα του, ανάμεσα απο τη μοριακή ύλη του πίσω στον χώρο, όχι εκείνον, πρέπει. Δεν εξηγείται αλλιώς.

Γιατί ξαφνικά της το είπε. Χωρίς καν εκείνη να ρωτήσει. Το και το…

Το κεφάλι της δεν κρατιόταν πια. Το ένιωθε. Τα γόνατά της λύγισαν.

Ο μπάσταρδος το είδε. Το χάρηκε σχεδόν ο σαδιστής αγγελιοφόρος, πήρε δικό του αίμα πίσω απο αλλού, αλλά απο εκείνη τελικά. «Ακόμα λοιπόν;», της είπε. «Θεώρησα ότι έπρεπε να το ξέρεις».

Ένιωσε να ανακατεύεται το στομάχι της. Έβλεπε τα χρώματα του παπαγάλου στην πίσω γωνία να ανακατεύονται και αυτά σαν σε παλέτα μεταξύ τους.

Όλα άνω κάτω και μέσα και έξω. Αφόρητο.

Να φύγω, σκέφτηκε. Αλλά όπου κι αν πάω αυτό το «το» μαζί. Να μην ήξερε. Ας νόμιζε, μόνο να μην ήξερε.

Αντ’ αυτού ψέλλισε ένα σε ευχαριστώ. Ένα σε ευχαριστώ ίδιο κι απαράλλαχτο με ένα σε μισώ. Σαν παπαγάλος. Με τροπικά χρώματα. Που δεν ξέρει τι λέει. Μόνο αναπαράγει ήχους. Πίσω απο μια γωνία κρυφή μέσα. Και παρακαλούσε μέσα της να μη δει. Ας ξέρει, αφού δε γινόταν πια απλώς να νομίζει. Αλλά τουλάχιστον να μη δει. Αυτό το «το». Που έκανε μέσα σε δεύτερα όλα τα πολύ του κόσμου να γίνουν λίγο. Τόσο δα λίγο. Τόσο κρίμα.

Αυγό. Πάλι αυγό.

Advertisements