Archives for the month of: Μαΐου, 2007

herbs.jpg

Κάνω πως είμαι κουρασμένη.

Μετρημένες στα δάχτυλα κινήσεις. Απλώνω τις γιγάντιες μαξιλάρες στις βαριές σιδερένιες πολυθρόνες του μπαλκονιού, βυθίζομαι μέσα τους.

Έχει δροσιά. Αναμονή για βροχή. Τα κάγκελα είναι υγρά ακόμα απο τη νύχτα.

Δεν επιδιώκω επικοινωνία. Ούτε βάζω μουσική. Ησυχία. Ήχοι της γειτονιάς. Όσων απέμειναν εδώ.

Κοιτάζω τα χέρια μου. Έσπασε το λευκό. Κρύβω τις πατούσες κάτω απο τη μαξιλάρα.

Μυρωδιά βασιλικού και δυόσμου απο τις γλάστρες που φύτεψε η μαμά με προσοχή. Καταπράσινα όλα.

Οι μπιγκόνιες άοσμες. Αλλά το φουξ τους ανοίγει τα μάτια. Τόσες μέρες γύρω μου, σήμερα τις παρατηρώ. Πλησιάζει Ιούνης.

Ένας πάκος εφημερίδες και περιοδικά πάνω στο τραπέζι. Σουβέρ μόνο, ίσα να ακουμπήσω την κανάτα με το παγωμένο νερό. Κυκλικό σημάδι πάνω τους απο τον «ιδρώτα» της.

Δε σκέφτομαι. Ηρεμεί η ψυχή μου.

Τρώω τυροκεφτέδες και σαλάτα με παξιμάδια, ντομάτα και φρέσκο βασιλικό. Κάθε μπουκιά να κλείνεις ασυναίσθητα τα μάτια. Βρέχω το στόμα με λίγο ούζο, αραιωμένο με μπόλικο παγωμένο νερό. Να χαζεύεις το χρώμα του, σα σεληνόπετρα.

Χαζεύω την μικρή καρφίτσα με το Ρώμο, το Ρωμύλο και τη Λουπέρκα. Την έχω μπροστά μου όλη μέρα. Μου τη χάρισε ένα αγόρι, πριν δυο βράδια. Θαρρείς και ήξερε την ανάγκη που της είχα. Να ξαναζωντανέψει και η Λουπέρκα και όλα.

Θυμάμαι τον Παλατίνο, πριν γίνει Ρώμη, την εποχή που -όπως έλεγε η γιαγιά- το μάρμαρο ήταν ακόμα άχυρο.

Τον Αμιούλιο, που θέλοντας να σκοτώσει τους πρίγκιπες απογόνους του Νουμίτορα, διέταξε τον πνιγμό τους στον Τίβερη. Αλλά ο βοσκός και ιερέας της Τροφού Φαύστουλος, δε μπόρεσε.

Αντίθετα, τα έδωσε κρυφά στη Λουπέρκα που τα μεγάλωσε σα να ήταν δικά της. Ένα μελαχρινό, γκρινιάρικο μωρό και ένα ξανθό, ήσυχο. Που μύριζαν λίλιουμ και λυγαριά. Το αλάνθαστο άγγιγμα του Θείου. Να τα λατρεύεις και να τα φοβάσαι μαζί.

Πρίγκιπες με κουρέλια, να κρύβονται στο δάσος. «Γιατί ο χρυσός είναι ο καλύτερος, αλλά το ασήμι όμως, εξελίσσεται σε χρυσό». Η αξία της μεταμόρφωσης την κατάλληλη στιγμή.

Θυμάμαι ζεστά μεσημέρια να τρώμε ξυπόλητοι στο μπαλκόνι, «γιατί μόνο έτσι ευχαριστιέσαι κάθε μπουκιά, όταν είσαι μακριά απο τη θάλασσα» και μετά δροσερό ντους και ξάπλα και οι τρεις στο μεγάλο κρεβάτι, με τις κοιλιές τουρλωμένες απο τα τηγανητά κολοκυθάκια, τις καφτερές πράσινες πιπεριές και τις μελιτζάνες. Με μυρωδιά βασιλικού και δυόσμου στο στόμα.

Εγώ ανάμεσά τους. Εκείνη με το μακρύ λευκό νυχτικό της κι εκείνος με τη φανελένια γκρι πυτζάμα του. Να με ρωτάνε ποιο παραμύθι θέλω κι εγώ να φωνάζω «Τη Λουπέρκα, τη Λουπέρκα». Τη λύκαινα με τα μάτια στο χρώμα της σεληνόπετρας. Και μετά φιλί δικό του, με μια ιδέα ούζου.

mialeksi.jpg

Ζήτησα κάποτε απο κάποιον να μου πει τι σκεφτόταν. Με λέξεις.

Αντ’ αυτού, μου έστειλε αυτή τη φωτογραφία.

Τώρα, κοίτα να δεις που εγώ δεν έχω λέξεις να πω όσα νιώθω. Εδώ καλά καλά δε καταφέρνω να τα αναγνωρίσω.

Για την Αμαλία.

Που έφυγε πολύ νωρίς. Αλλά πρόλαβε να μας θυμίσει τα σημαντικά και τα αυτονόητα.

Δικό σου, όμορφη.

Δύο και δε μου κολλούσε ύπνος.

Σηκώθηκα, έβαλα ένα ποτήρι κρασί. Ο Φάις μπήκε για λίγο στην άκρη [με το δικό του ποτήρι, που έμαθα πως μεταφράστηκε στην αγγλική επιτέλους και καμαρώνω].

Θυμόμουν ότι είχα πάρει ένα ντιβιντί τις προάλλες, κακό συνήθειο, παίρνω δυο και τρεις ταινίες μαζί, τις βλέπω μια εβδομάδα μετά και τις πληρώνω το βάρος τους σε διαμάντια γαλάζια Hope. Kαμία αίσθηση χρόνου. Ούτε καν σε αυτό.

«Lie with me«. Clement Virgo, καρφί στην οθόνη μου απο Καναδά.

[Μεν, άι φιλ γιουνιβέρσαλ]

Το ρούφηξα όλο με τη μία. Και δεν είναι ότι μου άρεσε. Όχι. Kartoffelsalat.

Αλλά ήταν η ημίτρελη πιτσιρίκα της ταινίας που είχε ένα κάτι. Κάτι πάνω της, στο βλέμμα της. Δε ξέρω. Φώναζε σεξ κάθε της κίνηση. Μαγνήτιζε κι ας μην έκανε τίποτε. Άβαφη, ατημέλητη, χύμα, ουδέτερη, αλλά καθαρή. Με αλυσίδες που μόνη της πέρασε στα πόδια της να αυτοτιμωρηθεί. Σπάνιο είδος. Ψεύτρα και ειλικρινής μαζί.
Ένιωθες ότι είσαι πίσω απο μια κλειδαρότρυπα. Και ήξερες ότι επί ενενήντα λεπτά σε κοιτάζει. Αλλά δε δίνει μία.

Θεοί ανύπαρκτοι, αν ποτέ τον δω με άλλη, μια τέτοια θέλω να είναι. Τίποτε λιγότερο απο Έγκλημα και αυτή.

[Down on my knees for the very first time I remember there was all this hair in my mouth. I didn’t think that was what it would feel like and the guy kept forcing himself in my face saying «please, please, please.» He sounded like a little girl…I didn’t know if I was supposed to close my eyes or keep them open, but it all just happened so quick. There was this flash. I looked up and I saw his head reeling and I knew he was happy because he kept saying my name. «Leila, Leila, Leila.» His hand got lack on the back of my head and you know what I did? I got off of my knees and ran. That was what I thought to do. I kept running and running and running. I raced so fast that what happened made my heart burn. My heart hurt…as if I had just twisted a muscle.]

1.jpg

Έξω στο τραπεζάκι που βλέπει παραλία. Για μία βότκα.

Απέναντι στο βάθος αστραπές.

Υγρασία και ζακετάκι, ξυπόλητες πατούσες παγωμένες. Όχι πολύ.

Λατρεμένη μπαργούμαν μετά, με άγρια χαρακτηριστικά, σχεδόν δανεικά. Κι άλλες βότκες. Πέντε τετράγωνα, δέκα λεπτά και δέκα χρόνια απόσταση.

Και ο dj να σκίζει απο τις τρεις και μετά Bucketheads, Basement Jaxx, Tori Amos σε remix απο Professional Widow, Armand van Helden και 2Unlimited. Στο αφτί «Σ’ ευχαριστώ για τα ninetees δίπλα μου», αγαπώ πολύ, φιλί.
Σε κάψουλα χρόνου μέσα οικειοθελώς, να μη σταματήσει σε καμιά χρονιά. Να τις περάσει όλες ξανά, όπως το ασπρόμαυρο λεωφορειάκι του Fletcher.

Το Α και το Ω σε τατού, λέει. Και ποιο είναι το Α και ποιο το Ω. Και τι κάνεις και που είσαι στο ενδιάμεσο. Που νιώθεις τοίχο σπιτιού, σε ποιο γράμμα. Στο Μι, λέει ένιωσε. Ο Σίγμα.

Αλλά να λείπει. Εκείνος με το αυτοκίνητο που στην αρχή απαγορευόταν το κάπνισμα εντός, αλλά μέσα σε λίγους μήνες έγινε τρυπητήρι. Που χόρευε απο τη θέση του οδηγού κι έπρεπε ο συνοδηγός να κρατάει το τιμόνι. Που αγαπούσε τον Dimitri from Paris. [αύριο παίζει στο Cloud Level 9, ακούς;]. Αυτός με το Μι στο Φρίσκο. Με τις προβολές βίντεο μέσα του. Με τα βράδια μπροστά απο το Λωτό σκυμμένοι και οι δυο τους, εγώ πιο κει να μετράω δίσκους οριζόντια και κάθετα απο βαρεμάρα. Αλλά ήταν όλα ακριβώς εκεί.

[δε θα έρθεις. το ξέρει, λέει]

 

takashi-murakami_genki-ball.jpg

Την ταχύτητα από τη βραδύτητα. Τη φασαρία από την ησυχία. Ένα δημιουργικό -αν και υπερμεγέθες- μπέρδεμα από μια ισορροπημένη, χλιαρή κατάσταση.

Όταν με ρωτάνε τελευταία με τι ασχολούμαι πραγματικά, μου αρέσει να λέω ότι είμαι πολεμιστής του φωτός. Η έκφραση των ανθρώπων αλλάζει τραγικά τότε. Σχεδόν τρομάζουν, τα χάνουν. Είναι υπέροχο..