herbs.jpg

Κάνω πως είμαι κουρασμένη.

Μετρημένες στα δάχτυλα κινήσεις. Απλώνω τις γιγάντιες μαξιλάρες στις βαριές σιδερένιες πολυθρόνες του μπαλκονιού, βυθίζομαι μέσα τους.

Έχει δροσιά. Αναμονή για βροχή. Τα κάγκελα είναι υγρά ακόμα απο τη νύχτα.

Δεν επιδιώκω επικοινωνία. Ούτε βάζω μουσική. Ησυχία. Ήχοι της γειτονιάς. Όσων απέμειναν εδώ.

Κοιτάζω τα χέρια μου. Έσπασε το λευκό. Κρύβω τις πατούσες κάτω απο τη μαξιλάρα.

Μυρωδιά βασιλικού και δυόσμου απο τις γλάστρες που φύτεψε η μαμά με προσοχή. Καταπράσινα όλα.

Οι μπιγκόνιες άοσμες. Αλλά το φουξ τους ανοίγει τα μάτια. Τόσες μέρες γύρω μου, σήμερα τις παρατηρώ. Πλησιάζει Ιούνης.

Ένας πάκος εφημερίδες και περιοδικά πάνω στο τραπέζι. Σουβέρ μόνο, ίσα να ακουμπήσω την κανάτα με το παγωμένο νερό. Κυκλικό σημάδι πάνω τους απο τον «ιδρώτα» της.

Δε σκέφτομαι. Ηρεμεί η ψυχή μου.

Τρώω τυροκεφτέδες και σαλάτα με παξιμάδια, ντομάτα και φρέσκο βασιλικό. Κάθε μπουκιά να κλείνεις ασυναίσθητα τα μάτια. Βρέχω το στόμα με λίγο ούζο, αραιωμένο με μπόλικο παγωμένο νερό. Να χαζεύεις το χρώμα του, σα σεληνόπετρα.

Χαζεύω την μικρή καρφίτσα με το Ρώμο, το Ρωμύλο και τη Λουπέρκα. Την έχω μπροστά μου όλη μέρα. Μου τη χάρισε ένα αγόρι, πριν δυο βράδια. Θαρρείς και ήξερε την ανάγκη που της είχα. Να ξαναζωντανέψει και η Λουπέρκα και όλα.

Θυμάμαι τον Παλατίνο, πριν γίνει Ρώμη, την εποχή που -όπως έλεγε η γιαγιά- το μάρμαρο ήταν ακόμα άχυρο.

Τον Αμιούλιο, που θέλοντας να σκοτώσει τους πρίγκιπες απογόνους του Νουμίτορα, διέταξε τον πνιγμό τους στον Τίβερη. Αλλά ο βοσκός και ιερέας της Τροφού Φαύστουλος, δε μπόρεσε.

Αντίθετα, τα έδωσε κρυφά στη Λουπέρκα που τα μεγάλωσε σα να ήταν δικά της. Ένα μελαχρινό, γκρινιάρικο μωρό και ένα ξανθό, ήσυχο. Που μύριζαν λίλιουμ και λυγαριά. Το αλάνθαστο άγγιγμα του Θείου. Να τα λατρεύεις και να τα φοβάσαι μαζί.

Πρίγκιπες με κουρέλια, να κρύβονται στο δάσος. «Γιατί ο χρυσός είναι ο καλύτερος, αλλά το ασήμι όμως, εξελίσσεται σε χρυσό». Η αξία της μεταμόρφωσης την κατάλληλη στιγμή.

Θυμάμαι ζεστά μεσημέρια να τρώμε ξυπόλητοι στο μπαλκόνι, «γιατί μόνο έτσι ευχαριστιέσαι κάθε μπουκιά, όταν είσαι μακριά απο τη θάλασσα» και μετά δροσερό ντους και ξάπλα και οι τρεις στο μεγάλο κρεβάτι, με τις κοιλιές τουρλωμένες απο τα τηγανητά κολοκυθάκια, τις καφτερές πράσινες πιπεριές και τις μελιτζάνες. Με μυρωδιά βασιλικού και δυόσμου στο στόμα.

Εγώ ανάμεσά τους. Εκείνη με το μακρύ λευκό νυχτικό της κι εκείνος με τη φανελένια γκρι πυτζάμα του. Να με ρωτάνε ποιο παραμύθι θέλω κι εγώ να φωνάζω «Τη Λουπέρκα, τη Λουπέρκα». Τη λύκαινα με τα μάτια στο χρώμα της σεληνόπετρας. Και μετά φιλί δικό του, με μια ιδέα ούζου.

Advertisements