Archives for the month of: Ιουνίου, 2007

monkey-business-in-vienna.jpg

Vienna calling [monkey business]. Εννιά μήνες μετά και πάλι, τρεις μέρες και νύχτες.

Η Αθήνα σήμερα, μαθαίνω απο το Κρατικό Αυστριακό Ραδιόφωνο, ότι καίγεται. Λίβας απο την Αφρική, 46 βαθμοί. Ξυπνάει η Αφρικανή μέσα μου, ζηλεύω.

Στη Βιέννη συννεφιά, 26 βαθμοί. Της πάει όμως απίστευτα πολύ. Μολυβένια σύννεφα και που και που για λίγα λεπτά ήλιος που καίει.Δροσιά και ζέστη μαζί.

downtown-running.jpg

Εγώ να τρέχω να προλάβω. Απο γραφείο σε γραφείο, με το κινητό σκουλαρίκι και τον φορητό στην τσάντα. Αγωνία. Μόνο τα βράδια ησυχία, φαγητό, κρασί. Κάθε βράδυ και επόμενη δοκιμή. Άλλος δρόμος. Άλλο παντελόνι, άλλη σερβιτόρα.Δεν έχει πλάκα μετά απο μια ηλικία να ταξιδεύεις μόνος σου. Ακόμα κι όταν είναι για δουλειά. Ακόμα κι όταν πρέπει, όπως τώρα. Θέλω τον Κρύπτον μου κάθε βράδυ που γυρίζω στο ξενοδοχείο, τους κρυστάλλους μου, τους φίλους μου. Αντ’ αυτού μουλιάζω στη wannabe αυτοκρατορική μπανιέρα με αφρόλουτρα μπανάνα, να ξεγελάσω το δέρμα μου που άλλα θέλει.
volta.jpg

Βόλτες στην πόλη την τελευταία μέρα. Χωρίς ρολόι. Επιτέλους ασορτί με τους Βιεννέζους γύρω μου. Όλα αργά. Εδώ έγραψε τη Βραδύτητα ο Κούντερα, όλα τα άλλα ψέμα, είμαι σίγουρη. Εδώ που νομίζεις ότι ακόμα και το σπίρτο κάνει να ανάψει ολόκληρα λεπτά.

Ζεστός καφές στη Schottengasse, χυμός ρόδι στο Freyung. Μόνη, αλλά σήμερα δε με νοιάζει. Σήμερα βολτάρω σε κήπους καταπράσινους, ανάμεσα σε αγάλματα με όμορφα ονόματα και δε με νοιάζει τίποτα.
Αγοράζω κολιέ και βραχιόλια της εξαιρετικής Uli απο το Kaufhaus Schiepek. Μικρούς πορσελάνινους νάνους σε χρυσό και μεταλλικό χακί. Μαγνητάκια για το ψυγείο με τη φάτσα της Σίσσυ επάνω, καρφίτσες playmobil Μότσαρτ.

maria-theresia-platz.jpg

Τα σύννεφα απο πάνω να ακουλουθούν. Σε παγκάκι καθισμένη μπροστά στο συντριβάνι της καταπράσινης πλατείας με τα άλογα να χαζεύω, όσα μόνο ο Έρωτας μπορεί. «Αυτό το κτίριο χτίστηκε απο τον Αυτοκράτορα Franz Josef για την Αυτοκράτειρα Elisabeth». Στα σχήματα που εκείνη αγαπούσε. Με άλογα που εκείνη λάτρευε. Στα χρώματα που εκείνη ήθελε. Λιώνω αυτοκρατορικά.

leopold-cafe-inside-and-out.jpg

Και μετά γεύμα στο «Lebenwert».Τόφου ψητό με μπίλιες ολοστρόγγυλες καρπουζιού και πεπονιού, οργανικό ρύζι με κολοκυθάκια και υπέροχη αγνώστου ταυτότητος σάλτσα.

Νωρίς απόγευμα στο «Leopold Cafe». Και πεπόνι με προσούτο Βιεννέζικο και φυστίκια Αιγίνης σε σάλτσα πόρτο κόκκινη.

Απέναντί μου καθισμένο ζευγάρι. Άνω των εβδομήντα. Με όμορφα πρόσωπα, άσπρα μαλλιά και οι δυο. Ντυμένοι στην τρίχα να σιγοπίνουν τη ζεστή σοκολάτα τους με σαντιγύ όπως επιβάλει ο κώδικας.

Εκείνος να κάνει απότομη κίνηση, αναποδογυρίζει το τραπεζάκι μπροστά τους, ανεπίτρεπτος θόρυβος απο φλυτζάνια πορσελάνινα που σπάνε την ησυχία του Πρωτόκολλου.

Εκείνη,ατάραχη, νεύμα σε σερβιτόρο, και μετά σε ‘κείνον «Κάθε μέρα μαζί σου εδώ και σαράντα πέντε χρόνια μια περιπέτεια. Γι’ αυτό σ’ αγαπώ».

museumsquartier-legos.jpg

Και μετά ξαπλωμένη σε ένα απο τα δεκάδες γύψινα lego στην αυλή του Museums Quartier. Κλειστά μάτια, μαύρα γυαλιά, iPod. Αναμονή να αρχίσουν οι Vienna Scientists. Να έρθει ο Flo. Πόδια πονεμένα. Στο δίπλα αναποδογυρισμένο lego ένας κύριος με macbook, παραδίπλα ξανθά πιτσιρίκια να ανταλλάσουν φιλιά, δοκιμές, τώρα χωρίς γλώσσα, τώρα με. Πίσω μου μια κοπέλα διαβάζει το βιβλίο της, αρχίζει να ψιχαλίζει. Δεν κουνιέται κανείς. Σκέφτομαι, κάτι ξέρουν, θα σταματήσει αμέσως, φαίνεται. Όντως. Λαγοκοιμάμαι.

Με ξυπνάει εκείνος, αγκαλιές, φιλιά, έχει βγει ήλιος, δε πήρα χαμπάρι.

the-bar.jpg

Μεταφερόμαστε στο μπαρ, παγωμένα ντακίρι φράουλας και ροδάκινου, μοχίτο, μυρωδιά μέντας παντού. Σάντουιτς με τόνο και μαγιονέζα, σολωμό και τυρί. Δοκιμάζουμε την καινούρια ξανθιά μπίρα με γκρέιπφρουτ που κάνει θραύση αυτή την εποχή στην πόλη. Μούρλια. Ένας πιτσιρίκος παίρνει φόρα και πέφτει στο συντριβάνι. Είναι δεν είναι πέντε. Η μαμά του πάει να τον βγάλει, αυστηρή. Την τραβάει τελικά κι αυτήν μέσα. Ξεκαρδίζεται. Ο Flo ζηλεύει, με παίρνει αγκαλιά, να με βουτήξει κι εμένα. Ο πιτσιρίκος τσιρίζει ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ και χτυπάει με τα χεράκια του ρυθμικά. Δεν έχει βάθος μεγάλο, στη μέση της γάμπας φτάνει. Αλλά οι μπαλαρίνες μου μετά κάνουν κλιτς κλιτς με κάθε βήμα. Όπως το παντελόνι του Flo που στάζει για ώρες μετά.

leopold.jpg

Μεθυσμένοι θέλουμε να δούμε τους πίνακες του Egon Schiele. Για τριακοστή φορά. Μπαίνουμε στο Leopold με μοχίτο στο χέρι. Βγαίνουμε μισή ώρα αργότερα, αρχίζουν οι Thievery. Ο ήλιος πέφτει σε απελπιστικά αργή κίνηση, δε λέει να νυχτώσει με τίποτα. Κι εγώ είμαι betrunken / drank / drunk / drinkee dee drank drunk.

Shaolin Satellite και λιώνω σε αγαπημένο lego. Ο Flo λέει κάτι για την ακουστική στο χώρο, δεν καταλαβαίνω τίποτε. Όποτε πιει παραπάνω αρχίζει τα τιρολέζικα και δεν πιάνω Χριστό.

ilios-pefti_vienna-scientists.jpg

«Είσαι ένας αγελαδάρης», του λέω.

«Αυτοκρατορικός, όμως», απαντάει.

Και μετά ξενοδοχείο. Αποχαιρετισμός. Έχω αρχίσει να τους συνηθίζω. Αναρωτιέμαι, αν μπορεί όντως όμως να τους συνηθίσει κανείς. Λίγος ύπνος. Όλα λίγα. Και γρήγορα. Μια γουλιά καφέ, μια μπουκιά ψωμί μαύρο με μαρμελάδα βατόμουρο. Και ξαφνικά ρολόι. Και check out. Πάλι δε θα προλάβω. Run Lola, run. Και τι θα γινόταν άραγε, αν όντως αυτή τη φορά το έχανα το αεροπλάνο; Θα άλλαζε όλη μου η ζωή; Στο ταξί μέσα να φαντάζομαι επί είκοσι λεπτά το σενάριο. Σε κάθε εκδοχή. Εγώ και οι πιθανότητες μιας άλλης ζωής μετά. Όπου όλα θα έχουν γυρίσει ανάποδα.

wer.jpg

Αλλά τελικά στο τσαφ να περνάω την είσοδο του αεροδρομίου. Austrian και check in. Αεροπλάνο.

Κι εγώ να θέλω επειγόντως καφέ. Σκέτο.

Μαύρα γυαλιά πάλι. Κουβερτούλα και σσσςςςς.

Επιστροφή στην Αφρική.

Advertisements

Έφτασα στο κτίριο της Διεύθυνσης Τροχαίας κατά τις δώδεκα το μεσημέρι.

Με σκοπό να μπω στην ψύχρα και να βρω τον γενικό διευθυντή, τον Ζαχαρόπουλο.

Περίμενα τρία τέταρτα έξω απο το γραφείο του, γιατί είχε πολλή δουλειά. Αλλά ήταν οκέι, ετοίμαζα μέσα μου όλα όσα θα του έλεγα μόλις τον έβλεπα.

Πρώτα αυτό, μετά εκείνο, να μη ξεχάσω την τάδε λεπτομέρεια.

Και μετά ήρθε η σειρά μου και μπήκα.

Και με άκουσε. Φυσικά προσπάθησε να μετριάσει την τσατίλα μου, μετά να μετριάσει το γεγονός, είδε ότι δεν ηρεμούσα, ότι δεν μετριαζόταν, δεν έπαιζε καμιά δικαιολογία. Τα δέχτηκε όλα.

«Κοπελιά, η κατάσταση έχει ως εξής: τον ψάχνω, τον φέρνω εδώ και μιλάμε και οι τρεις μαζί. Επειδή προφανώς εσύ δε θα θέλεις ούτε ζωγραφιστό να τον δεις, τότε θα χρειαστεί να τον δω εγώ μόνος μου. Θα τον ρωτήσω τι έγινε ακριβώς, να μου πει τη δική του εκδοχή».

Θα τα αρνηθεί όλα, του λέω.

«Φυσικά, αλλά πρέπει να ακούσω και την δική του πλευρά», μου απαντάει. «Μάρτυρες υπήρχαν;»

Δύο, οι φρουροί του Προξενείου, γνωστοί, αλλά δε πρόκειται να παραδεχτούν τίποτα. Ήδη το ίδιο βράδυ είπαν πως δεν άκουσαν.

Κούνησε το κεφάλι του. Δεν ήξερε πως να μου πει την αλήθεια. Τότε αντιλήφθηκα τι πήγα να κάνω. Να τα βάλω με αόρατο.

«Θα του μιλήσω, θα τον μαλώσω, αλλά δεν είμαι μπαμπάς του, δε μπορώ να τον αλλάξω, κανέναν δε μπορώ να αλλάξω».

Μα, είστε διευθυντής του!

«Πάραυτα».

Πάντως, εγώ πλήρωσα το πρόστιμο σήμερα κιόλας νωρίς το πρωί, δεν πρόκειται για τα λεφτά. Δε δινω μία γι’ αυτό. Στην τελική, για την παράβαση είχε δίκιο. Να το ξέρετε αυτό. Δε ζητάω καν ένσταση.

«Το κατάλαβα, κορίτσι μου». Ζεματισμένος.

Ευχαριστώ, να είστε καλά.

«Λυπάμαι».

Έφυγα γελώντας. Όσο δε γέλασα εδώ και μήνες.

Αν βρισκόμουν σε ελληνική ταινία της δεκαετίας του ’60, ο κύριος διευθυντής θα έπρεπε να πεταχτεί επάνω σα να καθόταν σε σούστες και ως άλλος Παπαγιαννόπουλος να φωνάζει προς πάσα κατεύθυνση μέχρι να δοθεί στα μάτια του τρίτου -τα δικά μου δηλαδή- άμεσα (χωρίς μεν και δεν) επίπληξη στον Λ.Κ.. Έστω και για το θεαθήναι. Μπα. Νοτ ιν δις μούβι.

Στην πόρτα έπιασα κουβέντα με τρεις αστυνομικούς. Νεαρά παιδιά μέχρι 28-29. Τα είπα όλα. Στράβωσαν με τον τύπο.

«Ντροπή του». Επιτέλους μια σωστή πρώτη αντίδραση απο ανθρώπους του συναφιού του.

Επιστροφή σπίτι. Στο φανάρι του Λευκού Πύργου, μπλόκο Ζητάδες, σταματούν μηχανές. Οικειοθελώς σταματώ κι εγώ. Απορούν. Βγάζω κράνος και πλησιάζω. Ο ένας με αναγνωρίζει απο πριν, όσο περίμενα έξω απο το γραφείο του Ζαχαρόπουλου.

» Ή τραβήξτε του μια μήνυση -χρονοβόρο και θα σας σπάσουν τα νεύρα όμως- ή αφήστε το. Πιστέψτε με όμως, η επίπληξη με την τροπή που πήραν τα πράγματα θα του γίνει έτσι κι αλλιώς. Ο Ζαχαρόπουλος είναι κουλ. Θα μιλήσει πιστεύω στον Κολτσίδα της Διεύθυνσης Αμέσου Δράσεως στην οποία υπάγεται ο τύπος».

Ήταν της Αμέσου Δράσεως και όχι της Τροχαίας; Με πιάνουν τα γέλια.

[χτυπάει κινητό, είναι ο κύριος Ζαχαρόπουλος, το επιβεβαιώνει, ζητεί συγνώμη που δεν το πρόσεξε νωρίτερα, εύχεται τα καλύτερα, δίνει οδηγίες με ποιον να μιλήσω, τι να κάνω πλέον, πολύ ευγενικός, το μπαλάκι πετάγεται με φόρα λοιπόν αλλού, χα! κοίτα να δεις].

«Όχι. Επίσης, δε μπορούσε να σας κάνει άμεση αφαίρεση διπλώματος επί τόπου. Στην απειλή έμεινε. Βέβαιος ότι με την αναφορά στον ανώτερό του, θα πραγματοποιηθεί άμεσα στις επόμενες μέρες. Πράγμα το οποίο ίσως και γίνει, αν και δεν το νομίζω», συνεχίζει ο Ζητάς.

«Δεσποινίς, ήταν ατυχής στιγμή ίσως, δεν ξέρω. Δεν τον γνωρίζω. Πάντως δεν είμαστε όλοι έτσι, πιστέψτε με. Πέσατε σε περιπτωσάρα. Λυπάμαι. Καλή σας ημέρα, να προσέχετε. Αν μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι, πείτε μου».

Σε τίποτα απολύτως.

Και ξαφνικά ένιωσα σα να πήρα το αίμα πίσω. Έτσι απλά. Όλα όσα η ευγένεια μπορεί. Κουλ.

Σ’ ευχαριστώ, του είπα. Πολύ.

Έχουμε ελπίδες. Υπάρχουν. Καθόλου άσχημη πρώτη μέρα μετά. Τελικά.

[Αρκεί να καταλάβουν όλοι τους, κι όσοι ακόμη για κάποιον λόγο δε το έχουν βάλει κάτω απο το πετσί τους ακόμα, ότι δεν ΕΙΝΑΙ εξουσία, απλά την αποκτούν, δανεική είναι, όταν οι συνθήκες καθιστούν την παρουσία τους στο χώρο απαραίτητη (λόγω ανάγκης, παράβασης, κλπ). Όχι εξουσία όμως στο να επιβληθούν πάνω σου και να σε μειώσουν, αλλά εξουσία επιβολής της κατάστασης, όπως ακριβώς αυτή ήταν, πριν τις συνθήκες, που κατέστησαν την παρουσία τους στον αυτό χώρο απαραίτητη.

Από την άλλη βέβαια, ποιος σε αυτή τη χώρα ΔΕΝ πιστεύει ότι ΕΙΝΑΙ εξουσία, μόλις αποκτήσει λίγη απο δαύτη στα χέρια του;

Η σήψη έφτασε μέχρι το κόκκαλο, το θράσος, η αλαζονεία, η αγένεια, η επιβολή, όλα,  όλες μου τις μάρκες τις ποντάρω πλέον στο νέο πετσί που πάει [πρέπει] να βγει δειλά δειλά απο πάνω.]

Tρεις και μισή μετά τα μεσάνυχτα.

Απο «Μάμα» πηγαίνω με βέσπα στο «Έλβις». Στρίβω παράνομα στην Καρόλου Ντηλ για να κατέβω παραλία. 6 μέτρα δηλαδή, με χαμηλά φώτα και τέρμα αριστερά, για να παρκάρω εκεί.

Όπως πάντα. Όπως εδώ και δέκα χρόνια κάθε μέρα.

Στη γωνία, το Γερμανικό Προξενείο. Ο φρουρός γνωστή μούρη, τον βλέπω κάθε μέρα. Αστυνομικός, ειδικός φρουρός. Χαιρετάω με νεύμα. Ανταποδίδει. Με κράνος, φίλε. Και δίπλωμα. Και σέα και μέα. Και με γράφει. Όχι ο ίδιος, ο φίλος του. Ένας αστυνομικός με ξυρισμένο κεφάλι, φαλακρός εντελώς, νεαρός, το πολύ 29 με 30 ετών, ύψος περίπου 1,85, όχι ιδιαίτερα λεπτός, αρκετά μάλλον γυμνασμένος, με πολύ άγριο βλέμμα και ακόμη πιο άγριες διαθέσεις.

Το όνομα αυτού Λ.Κ.*

Ο οποίος τυχαία ήταν εκεί καθισμένος και έπινε φραπέ, προφανώς κάνοντας παρέα στον πρώτο που είχε βάρδια. Δεν επρόκειτο για μπλόκο. Επαναλαμβάνω για την ιστορία, ότι δεν επρόκειτο για μπλόκο. Απλώς δυο συνάδελφοι έπιναν καφέ παρέα, καθισμένοι δίπλα δίπλα. Το περιπολικό ήταν κανονικά παρκαρισμένο και με σβηστά φώτα και μηχανή.

Και με είπε «π…άνα», επειδή λέει, όταν μου σφύριξε, δε σταμάτησα.

Η πρώτη του λέξη. Αντί για «καλησπέρα».Εκμεταλλευόμενος, το γεγονός, ότι ο δεύτερος, ο φρουρός, μετά άνετα θα δήλωνε, ότι ντεμέκ δεν τον άκουσε. Όπως και έγινε.

«Δεν είμαι σκύλος, κύριε», του λέω. «Δεν συνηθίζω να απαντάω σε σφυρίγματα. Αλλάζω χρώματα, κάνω πως δεν άκουσα το «π…άνα». Λέω μέσα μου, δε σε παίρνει. Δε λέει. Άστο.

200 ευρώ και αφαίρεση αδείας, φίλε.

[Απο δίπλα μας πέρασαν, όσο έγραφε την κλήση ο αστυνομικός Λ.Κ., διαδοχικά μια μηχανή Varadero -της οποίας ο αναβάτης δε φορούσε καν κράνος- και μια Africa Twin -και οι δυο με απώτερο σκοπό να παρκάρουν εκεί, όπως κι εγώ λίγο νωρίτερα-, φυσικά όχι μόνο δεν έγραψε κανέναν τους, αλλά δε τους φώναξε με το γνωστό του σφύριγμα καν].

Δίκαιο, θα μου πεις. Μπήκα ανάποδα. Έξι μέτρα, όμως ανάποδα. Το δέχομαι. Το αναγνωρίζω. Δίκαιον.

Αλλά με είπε «π…άνα», ρε φίλε, επειδή δε σταμάτησα στο σφύριγμα (με τα χείλια, όχι με σφυρίχτρα), παρά μόνο δύο μέτρα μετά. Έπρεπε να κοκκαλώσω, όπως τότε παιδιά που παίζαμε αγαλματάκια. Να κοκκαλώσω ανάποδα στο δρόμο. Να παραμείνω κίνδυνος για λίγα λεπτά, μέχρι να μου πει εκείνος, πότε θα φύγω. Αντίθετος, περίεργος ζαμπουνισμός.

Ωραίο παιδί, πόσο κρίμα, αλήθεια.
Και φώναζε, νόμιζα ότι δε θα σταματήσει ποτέ τις φωνές, φώναζε. Ότι καλά να πάθω. Πάντα στον ενικό σα να με γνώριζε χρόνια. Ούτε ο ίδιος μου ο πατέρας δε μου έχει μιλήσει έτσι ποτέ. Ειρωνικός. Και κάθε φορά που ρωτούσα κάτι, για την κλήση, η απάντησή του να με αγριοκοιτάζει μόνο.

«Ας πρόσεχες», λέει δίνοντάς μου την κλήση με το γνωστό υφάκι, στο τέλος.

Δεν άντεξα, φίλε. Λέω μέσα μου, ας με γράψει για εξύβριση, χαλάλι.

«Είσαι όμορφος στην πραγματικότητα. Αλλά είσαι τόσο αναιδέστατος. Και τόσο ανόητο το όλο αυτό. Τόσο άσχημος τελικά…κρίμα».Μπατσάκι στο μάγουλό του. «Τόσο κρίμα».

Να ζήσει η Ελληνική Αστυνομία, λοιπόν, να τη χαιρόμαστε.

Αυτή που αφήνει μαλάκες να χτυπάνε μηχανές και καπάκι να φεύγουν, αφήνοντας τους αναβάτες τους στο έδαφος μες στα αίματα. Ακόμα κι αν έχεις συγκρατήσει την πινακίδα τους. Αυτή που αφήνει διαρρήκτες να την κάνουν πρώτα, γιατί δε τολμάει να επέμβει έγκαιρα. Ακόμα κι αν εσύ τους έχεις δει κατά πρόσωπο. Αυτή που αφήνει τον Ψωμιάδη να κυκλοφορεί δώδεκα χρόνια τώρα χωρίς κράνος και δεν τον έχει γράψει μία φορά έστω, έτσι για την ιστορία. Γιατί λέει δε γίνεται αλλιώς. Αυτή που προ τριών εβδομάδων έλαβε ειδικά μαθήματα καλής συμπεριφοράς προς γυναίκες οδηγούς, κατόπιν ειδικής παρέμβασης (και πολύ σωστής) του κυρίου Πολύδωρα, όπως τόσο όμορφα μας έδειξε η τιβί. Αυτή που έμπρακτα δείχνει ότι τα εμπέδωσε τόσο καλά. Αυτή ακριβώς.

Να μου ζήσουν.

Party Zone.

υ.γ.  Αυτά τα γράφει άνθρωπος που πάντα είχε άριστες σχέσεις με τα εν λόγω στρουμφάκια της αυτής φυλής. Πάντα. Ίσως επειδή η μισή οικογένεια σχεδόν, ανήκει στο είδος τους. Ίσως επειδή δεν αντιμετώπισα ουδέποτε πρόβλημα μαζί τους. Ίσως πάλι επειδή έμαθα τα χούγια τους απο μικρή. Εντάξει, δεν είναι όλοι ίδιοι.

Αλλά αν δεν πετύχει η συνταγή, τότε είναι το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί. Η χαρά των αποτυχημένων G.I. Joe. Με αγάπη τα λέω αυτά. Για τη μία στο τρις που κάποιος απο δαύτους διαβάζει αυτές τις γράμμες. Συνέλθετε. Τον κόσμο προστατεύετε και υπηρετείτε. Αυτή είναι όλη κι όλη η δουλειά σας. Έργο σπουδαίο. Απο τον ίδιο του τον εαυτό καμιά φορά πρέπει τον κοσμάκη να τον προστατέψετε, όπως εμένα σήμερα ξημερώματα. Μη ξεχνάτε όμως ότι για εκείνον και μόνο το κάνετε. Και η δύναμή σας, απο εκείνον σας δόθηκε κάποτε. Όχι απο τον Ουρανό.

Και από πότε, τέλος πάντων, είναι η ευγένεια αδυναμία και η εξύβριση δύναμη; Εγώ αν ανταπαντούσα στην εξύβριση θα πλήρωνα το μερτικό μου αυτόματα. Εκείνος; Θα το βρει καρμικά στην επόμενη ζωή;

Μαζέψτε τη γλώσσα σας λοιπόν. Έχει βγει τρία μέτρα έξω και αυτομαστιγώνεται, χωρίς κανέναν απολύτως εμφανή λόγο.

*Φυσικά το όνομα του εν λόγω ευγενέστατου αστυνομικού μπορεί να δοθεί σε όποιον αρμόδιο το ζητήσει.Αν μη τι άλλο μήπως και τελικά του γίνει έστω επίπληξη. Για μια φορά έστω, να αποδοθεί προς πάσα κατεύθυνση δικαιοσύνη, είναι άραγε σχήμα οξύμωρον απο μόνο του?

Ετοιμάζομαι. Stan Smith και μίνι τζιν φούστα. Κοντά μαλλιά αγοριού. Καστανά. Ανακατεμένα. Ετοιμάζομαι. Και δε φοράω μέικ απ. Μόνο τζελ και liposan.

Ετοιμάζομαι και ακούω στο κασετόφωνο Leila K., Open sesame. Είναι επτά και ετοιμάζομαι για τις δώδεκα.

Η Λ. ετοιμάζεται κι εκείνη. Για τις μία. Θέλει να ακούσει το ογδοηκοστό έκτο remix του 100% Pure Love. Και το βάζουμε άλλες δέκα. Φοράει φόρεμα και γόβες. Μετά Usura και Open your mind. Βγάζει τις γόβες, όταν ο Γ. την παίρνει τηλέφωνο και χοροπηδάει πάνω στο κρεβάτι της μαμάς. Βαμμένη. Όπως στα βίντεο κλιπ του Robert Palmer.

Δε μοιάζουμε καθόλου. Ακόμα.

********

Αν σου πω ένα νούμερο θα το θυμάσαι αύριο;

Κούνημα το κεφάλι προς τα κάτω. Κατάφαση ενθουσιασμού.

Εξαψήφιο. Δύσκολο. Αρχίζει απο εννιάρι. Πως στο διάολο θα το θυμάμαι εγώ αύριο; Ταχυπαλμία. Όχι φιλί. Τίποτα.

Πρέπει να φύγω με χάρη. Δε κοιτάς πίσω. Δε κάνει. Ίσια κοιτάς. Όχι, πίσω λέμε. Βγες απο την κεντρική πόρτα, ψύχραιμα, δεν έγινε τίποτα.

Και φτάνεις εκεί. Τώρα γύρνα πίσω. Κι αν κοιτάζει, σούπερ.

Κοιτάζει.

Το νούμερο, το νούμερο. Λες μέσα σου το νούμερο συνέχεια. Δε κάνει να χαίρεσαι, θα ξεχάσεις το νούμερο. Ψάχνεις χαρτί και στιλό στις τσέπες, τίποτα. Ρωτάς όσους έχεις γύρω σου, ένα στιλό; Όχι;

Είσαι στον κεντρικό για σπίτι. Είκοσι λεπτά με το πενηνταράκι. Ψύχρα. Να τρέμεις. Αλλά το νούμερο έξι φορές το λεπτό. Επί του είκοσι.

Σηματοδότης κόκκινος, περνάς. Το νούμερο, το νου σου στο νούμερο. Γαμώ τα στιλό μου, γαμώ.

Είσαι στην άσφαλτο.

Κοπελιά είσαι καλά;

Το νούμερο. Άρχιζε απο εννιά. Δύσκολο. Ξέχασα το νούμερο. Η πινακίδα δεν αρχίζει απο εννιά. Σιχτίρι.

Επιστροφή σπίτι. Το νούμερο άφαντο. Σκατά.

Ύπνος στενάχωρος.

Και να ανοίγεις τα μάτια μετά, το μεσημέρι, ζέστη. Και το πρώτο πράγμα που βλέπεις είναι το νούμερο. Είναι παντού ξαφνικά. Στον καφέ, στο τσιγάρο, στο πακέτο, στη φάτσα του απέναντι.

*******

Αν σου πω εγώ ενα νούμερο θα το θυμάσαι;
Φιλί στο μάγουλο.

Το θυμάσαι ακόμα;
Τσουκ. Όχι πια. Αλλά άρχιζε απο εννιά.

Αν το θυμόσουν ακόμα θα μας πάντρευε αυτή τη στιγμή ο Έλβις. Αεροπλάνο και Βέγκας.

*******

Και ήταν ίδιος. Όμορφος. Σαν ψεύτικος. Με λίγο γκρι πίσω απο τα αφτιά.

[photo by steph goralnick, new york]

Copied and pasted from his Majesty, Monsieur M. Hulot.

amalia.jpg

«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του.» (Διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας…» (Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)
Η μεγαλύτερη ηλεκτρονική κινητοποίηση που έγινε ποτέ στην Ελλάδα πραγματοποιείται σήμερα, 1η Ιουνίου 2007, με τη συμμετοχή χιλιάδων πολιτών που απαιτούν ικανούς γιατρούς και αποτελεσματική περίθαλψη – χωρίς φακελάκια και γραφειοκρατία. Χιλιάδες Έλληνες βομβαρδίζουν με μηνύματα διαμαρτυρίας το Υπουργείο Υγείας, Iατρικούς Συλλόγους, βουλευτές και Μ.Μ.Ε. στη μνήμη της νεαρής Αμαλίας Καλυβίνου που πέθανε την περασμένη εβδομάδα μετά από χρόνια αγώνα ενάντια στον καρκίνο από τη μία και την παθογένεια του ΕΣΥ από την άλλη.
**
Η Αμαλία κατέγραψε την προσωπική της οδύσσεια στο ηλεκτρονικό της ημερολόγιο, το
http://fakellaki.blogspot.com/.
«Στόχος της ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ’ αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.» – (Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου – μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)
**
Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα. Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια κι επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εκτός από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.
Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαϊου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών..
Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο καταγγέλοντας επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει και επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον Ορκο του Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.
**
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ: «Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας.»
Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα..Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

*ΝΑ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ
*ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ
*ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ
*ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.
*ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

*ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ
*ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ
*ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ

ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ.
ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

EΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΣ / BLOGGERS
-όλες οι πληροφορίες εδώ

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.

(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, email: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι “για την Αμαλία”).