Έφτασα στο κτίριο της Διεύθυνσης Τροχαίας κατά τις δώδεκα το μεσημέρι.

Με σκοπό να μπω στην ψύχρα και να βρω τον γενικό διευθυντή, τον Ζαχαρόπουλο.

Περίμενα τρία τέταρτα έξω απο το γραφείο του, γιατί είχε πολλή δουλειά. Αλλά ήταν οκέι, ετοίμαζα μέσα μου όλα όσα θα του έλεγα μόλις τον έβλεπα.

Πρώτα αυτό, μετά εκείνο, να μη ξεχάσω την τάδε λεπτομέρεια.

Και μετά ήρθε η σειρά μου και μπήκα.

Και με άκουσε. Φυσικά προσπάθησε να μετριάσει την τσατίλα μου, μετά να μετριάσει το γεγονός, είδε ότι δεν ηρεμούσα, ότι δεν μετριαζόταν, δεν έπαιζε καμιά δικαιολογία. Τα δέχτηκε όλα.

«Κοπελιά, η κατάσταση έχει ως εξής: τον ψάχνω, τον φέρνω εδώ και μιλάμε και οι τρεις μαζί. Επειδή προφανώς εσύ δε θα θέλεις ούτε ζωγραφιστό να τον δεις, τότε θα χρειαστεί να τον δω εγώ μόνος μου. Θα τον ρωτήσω τι έγινε ακριβώς, να μου πει τη δική του εκδοχή».

Θα τα αρνηθεί όλα, του λέω.

«Φυσικά, αλλά πρέπει να ακούσω και την δική του πλευρά», μου απαντάει. «Μάρτυρες υπήρχαν;»

Δύο, οι φρουροί του Προξενείου, γνωστοί, αλλά δε πρόκειται να παραδεχτούν τίποτα. Ήδη το ίδιο βράδυ είπαν πως δεν άκουσαν.

Κούνησε το κεφάλι του. Δεν ήξερε πως να μου πει την αλήθεια. Τότε αντιλήφθηκα τι πήγα να κάνω. Να τα βάλω με αόρατο.

«Θα του μιλήσω, θα τον μαλώσω, αλλά δεν είμαι μπαμπάς του, δε μπορώ να τον αλλάξω, κανέναν δε μπορώ να αλλάξω».

Μα, είστε διευθυντής του!

«Πάραυτα».

Πάντως, εγώ πλήρωσα το πρόστιμο σήμερα κιόλας νωρίς το πρωί, δεν πρόκειται για τα λεφτά. Δε δινω μία γι’ αυτό. Στην τελική, για την παράβαση είχε δίκιο. Να το ξέρετε αυτό. Δε ζητάω καν ένσταση.

«Το κατάλαβα, κορίτσι μου». Ζεματισμένος.

Ευχαριστώ, να είστε καλά.

«Λυπάμαι».

Έφυγα γελώντας. Όσο δε γέλασα εδώ και μήνες.

Αν βρισκόμουν σε ελληνική ταινία της δεκαετίας του ’60, ο κύριος διευθυντής θα έπρεπε να πεταχτεί επάνω σα να καθόταν σε σούστες και ως άλλος Παπαγιαννόπουλος να φωνάζει προς πάσα κατεύθυνση μέχρι να δοθεί στα μάτια του τρίτου -τα δικά μου δηλαδή- άμεσα (χωρίς μεν και δεν) επίπληξη στον Λ.Κ.. Έστω και για το θεαθήναι. Μπα. Νοτ ιν δις μούβι.

Στην πόρτα έπιασα κουβέντα με τρεις αστυνομικούς. Νεαρά παιδιά μέχρι 28-29. Τα είπα όλα. Στράβωσαν με τον τύπο.

«Ντροπή του». Επιτέλους μια σωστή πρώτη αντίδραση απο ανθρώπους του συναφιού του.

Επιστροφή σπίτι. Στο φανάρι του Λευκού Πύργου, μπλόκο Ζητάδες, σταματούν μηχανές. Οικειοθελώς σταματώ κι εγώ. Απορούν. Βγάζω κράνος και πλησιάζω. Ο ένας με αναγνωρίζει απο πριν, όσο περίμενα έξω απο το γραφείο του Ζαχαρόπουλου.

» Ή τραβήξτε του μια μήνυση -χρονοβόρο και θα σας σπάσουν τα νεύρα όμως- ή αφήστε το. Πιστέψτε με όμως, η επίπληξη με την τροπή που πήραν τα πράγματα θα του γίνει έτσι κι αλλιώς. Ο Ζαχαρόπουλος είναι κουλ. Θα μιλήσει πιστεύω στον Κολτσίδα της Διεύθυνσης Αμέσου Δράσεως στην οποία υπάγεται ο τύπος».

Ήταν της Αμέσου Δράσεως και όχι της Τροχαίας; Με πιάνουν τα γέλια.

[χτυπάει κινητό, είναι ο κύριος Ζαχαρόπουλος, το επιβεβαιώνει, ζητεί συγνώμη που δεν το πρόσεξε νωρίτερα, εύχεται τα καλύτερα, δίνει οδηγίες με ποιον να μιλήσω, τι να κάνω πλέον, πολύ ευγενικός, το μπαλάκι πετάγεται με φόρα λοιπόν αλλού, χα! κοίτα να δεις].

«Όχι. Επίσης, δε μπορούσε να σας κάνει άμεση αφαίρεση διπλώματος επί τόπου. Στην απειλή έμεινε. Βέβαιος ότι με την αναφορά στον ανώτερό του, θα πραγματοποιηθεί άμεσα στις επόμενες μέρες. Πράγμα το οποίο ίσως και γίνει, αν και δεν το νομίζω», συνεχίζει ο Ζητάς.

«Δεσποινίς, ήταν ατυχής στιγμή ίσως, δεν ξέρω. Δεν τον γνωρίζω. Πάντως δεν είμαστε όλοι έτσι, πιστέψτε με. Πέσατε σε περιπτωσάρα. Λυπάμαι. Καλή σας ημέρα, να προσέχετε. Αν μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι, πείτε μου».

Σε τίποτα απολύτως.

Και ξαφνικά ένιωσα σα να πήρα το αίμα πίσω. Έτσι απλά. Όλα όσα η ευγένεια μπορεί. Κουλ.

Σ’ ευχαριστώ, του είπα. Πολύ.

Έχουμε ελπίδες. Υπάρχουν. Καθόλου άσχημη πρώτη μέρα μετά. Τελικά.

[Αρκεί να καταλάβουν όλοι τους, κι όσοι ακόμη για κάποιον λόγο δε το έχουν βάλει κάτω απο το πετσί τους ακόμα, ότι δεν ΕΙΝΑΙ εξουσία, απλά την αποκτούν, δανεική είναι, όταν οι συνθήκες καθιστούν την παρουσία τους στο χώρο απαραίτητη (λόγω ανάγκης, παράβασης, κλπ). Όχι εξουσία όμως στο να επιβληθούν πάνω σου και να σε μειώσουν, αλλά εξουσία επιβολής της κατάστασης, όπως ακριβώς αυτή ήταν, πριν τις συνθήκες, που κατέστησαν την παρουσία τους στον αυτό χώρο απαραίτητη.

Από την άλλη βέβαια, ποιος σε αυτή τη χώρα ΔΕΝ πιστεύει ότι ΕΙΝΑΙ εξουσία, μόλις αποκτήσει λίγη απο δαύτη στα χέρια του;

Η σήψη έφτασε μέχρι το κόκκαλο, το θράσος, η αλαζονεία, η αγένεια, η επιβολή, όλα,  όλες μου τις μάρκες τις ποντάρω πλέον στο νέο πετσί που πάει [πρέπει] να βγει δειλά δειλά απο πάνω.]

Advertisements