Archives for the month of: Ιουλίου, 2007

stam-baby.jpg

Έτσι λέει ο Σταμ.

Άσχημη μέρα, καπάκι σε άσχημη νύχτα. Δύσκολη. Σφιγμένα δόντια μη φανεί τίποτε. Αλλά άσχημα. Όλα άσχημα. Όλα τα δεδομένα ανάποδα. Με το depon να μη φεύγει τίποτα. Το κεφάλι μου να εκραγεί. Να φαντάζομαι να παγώνει ο κόσμος γύρω και να σταματούν για λίγο όλα, να προλάβω να συνηθίσω τα καινούρια.

Και μετά τηλέφωνο και Β., και γελάκια με σαχλά αστεία.
Και Δ. με Σ. στο άλλο γραφείο, δίπλα δίπλα. Να κάνουμε ένα τσιγάρο. Και δεύτερο. Και η Σ. να σιγοτραγουδάει ενώ χτυπάει γράμματα στο πληκτρολόγιο.

Απέναντι ο ασορτί στρουμπουλός μπέμπης του Σταμ, στην αφίσα με το καρπούζι. Με το χαμόγελο το γλυκό και το αυθάδικο.

Και η Σ.:

«Έλεγε η καρδιά, αν βρεις αγάπη χτύπα’
Στο ‘πα μια βραδιά που είχα γίνει σκνίπα».
Στο σπίτι διαβάζω στο εσωτερικό του cd:

«…με τον καιρό εξατμίζονται τα πρόσωπα και μένει…».

[δικό σου, Α., που ξέρω πως αγαπάς τον Σταμ πολύ,πάει κι αυτό μαζί με όλα, είμαι απόλυτη, ούτε αυτό αλλάζει, δεν αλλάζει ο άνθρωπος, στο’χα πει, δεν αλλάζει, όταν πονάει φεύγει, είναι οι προδιαγραφές τέτοιες και η στιγμή δε γυρνάει να αλλάξει, και η επόμενη δεν έρχεται, και Χαλ Χάρτλει και τι’ ναι αγάπη τελικά, θυμάσαι; και είναι εμπιστοσύνη και περηφάνεια μόνο, αλλά μας τέλειωσαν τα αποθέματα, κοίτα να δεις, οπότε, οπότε, οπότε τι, φιλί, γεια μας, μέτρησα μέχρι το πέντε απελπιστικά αργά, μήπως, αλλά τελικά δεν]

Advertisements

pict0002.jpg

for Hotel Memory.

Δεν υπάρχει χειρότερο από έναν καβγά νωρίς το πρωί, όταν ακόμα δεν έχεις πιει καν μια γουλιά καφέ.

Ειδικά αν βρίσκεσαι σε ξερονήσι και η παρέα σου αποτελείται από άλλον έναν.
Αν κι αυτός ο άλλος ένας, είναι και αυτός που κρατάει τα κλειδιά του αυτοκινήτου, ζεις για λίγο στα Τάρταρα.

Μες στην ερημιά.
[Έτσι ήμουν από παιδί. Τη στιγμή που ένιωθα ότι πρέπει να κατέβω, κατέβαινα. Δίχως μεν και δεν].

Αλλά είχε ζέστη εκείνο το πρωί. Πηχτή, να την κόψεις με μαχαίρι και να κρατήσεις κομμάτι. Δεν έπαιρνα ανάσα.

Πίστευα ότι με μια βουτιά στα παγωμένα νερά θα κατάφερνα να συνέλθω από τον λήθαργο.

Η μικρή παραλία ήσυχη. Μεσάνυχτα κι όμως με τρανταχτό ήλιο.

Κολύμπησα για ώρα πολλή, πέρα δώθε, από τα νεύρα, το ορκίζομαι. Με κάθε βουτιά ένιωθα το παγωμένο νερό να μουδιάζει ολοένα και περισσότερο κάθε χιλιοστό και μιλιγκράμ του σώματος που ένιωθα πριν βαρύ σα μολύβι.

Την πρόσεξα μετά από ώρα.

Αλλά την αγνόησα. Ξάπλωσα πάνω στην πετσέτα που βρήκα στο σακίδιο. Δικιά του. Τον μύριζα. Με κλειστά μάτια και πάλι εκείνος μπροστά μου, αναιδέστατος, εξαιρετικά διεφθαρμένος.

Και τότε πλησίασε. Βγήκε στα ρηχά και ανακάθισε στη βρεγμένη άμμο, αφήνοντας τα πόδια της να τα βρέχει η θάλασσα.

Τα πόδια της;
Αλίμονο.
[και είχε υπέροχα μαύρα μαλλιά].

Πόδια σαν ουρά. Σαν πλοκάμι. Καλυμμένο από βεντούζες μικρές, ροζ.

Μήτε άνθρωπος, μήτε τέρας, όλα, τόση ομορφιά.

Όταν γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος μου, είδα βλέμμα ξεπλυμένο, σχεδόν λευκό. Έδειχνε τη χούφτα της. Ένα μεγάλο μαργαριτάρι, ούτε ροζ, ούτε ακριβώς λευκό, ιρίδιζε όπως το ούζο στο ποτήρι.

Μετά έδωσε μια και βούτηξε πάλι μέσα. Τόσο γρήγορα όσο εμφανίστηκε. Και χάθηκε.
Δεν την ξαναείδα.

Ούτε όταν μετά από χρόνια πήγα πάλι εκεί. Με άλλη γεύση, ακόμα και το νερό γλυκύτερο.

[κι αν ήταν όνειρο; κι όμως, μαλώνω τη σκέψη μου].

____________________________________________________

… «Και τελικά είναι μια γυναίκα, μισή ιπποκάμπη και μισή περιδέραιο»…

«Ελεωνόρα»

Νίκου Εγγονόπουλου