Archives for the month of: Αύγουστος, 2007

1.jpg

Κάθομαι και κοιτάζω εδώ και τρεις μέρες και νύχτες τηλεόραση. Δεν μπορώ να πιστέψω όσα βλέπουν τα μάτια μου.

Το στομάχι κόμπος. Να κάνω εμετό. Ξανά μετά.

Σα να κάθεται κάποιος πάνω στο στήθος μου.

Βαρύς. Δεν αφήνει να αναπνεύσω.

Να πάρω τηλέφωνο, να κάνω κάτι, να πάω, να προσπαθήσω. Που. Τι. Πως.

Μια μάνα παίρνει τηλέφωνο σε τηλεοπτικο σταθμό και κλαίγοντας μέσα σε αναφιλητά παρακαλάει τον παρουσιαστή να φέρει βοήθεια στο χωριό της, στην Ηλεία, τη Φιγαλεία. Κλαίει. Δε μπορώ να την ακούσω, με πιάνουν τα κλάμματα, δε μπορεί. Ψέματα όλα, δε μπορεί να είναι αληθινά. Λέει πως κλείστηκαν γυναίκες και παιδιά μαζί μέσα στην εκκλησία, γύρω γύρω φωτιά. Εγκλωβισμένοι μέσα στην εκκλησία. Κλαίω μαζί της. Να μπορούσα να πάω. Αλλά που και πως. Αν αργήσετε μισή ώρα θα είμαστε ήδη νεκροί, λέει. Πέφτει η μπαταρία απο το κινητό της. Δεν αντέχω.

Η Δ. απο το δίπλα διαμέρισμα βγαίνει στο μπαλκόνι. Κλαίει, δεν αντέχω μου λέει. Δε μπορώ να βλέπω. Ούτε να ακούω.

Σταθερές τηλεφωνίες έχουν πάψει. Τα κινητά δεν έχουν πια μπαταρία. Μισή ώρα πέρασε. Κανένας πια δεν τηλεφωνεί απο το χωριό εκείνο. Κοιτάζω το ρολόι.

Τα οδικά δίκτυα κομμένα στα δυο και τρία. Κάθε δρόμος κλειστός. Δυο χιλιάδες εγκλωβισμένοι, ένα σούπερ πούμα να προσπαθεί να προσεγγίσει. Πόσοι χωράνε;

Αλλάζω κανάλι. Ν’ ακούσω κάτι καλό. Δε μπορεί. Κάτι. Ένα.

Καίγεται η Αρχαία Ολυμπία. Το Μουσείο, όλα. Φήμες οργιάζουν. Δε μπορεί κανείς να δει καθαρά λόγω καπνού. Δεν υπάρχει επικοινωνία. Σαρώθηκαν όλα. Κανένας δεν μπορεί να δει. Ο Νομάρχης κλαίει. Ντρέπομαι, λέει. Κλαίει. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Νομίζει ότι όλα τέλειωσαν. Όλοι αυτό νομίζουν.

Πολίτες παλεύουν να σώσουν το Μουσείο.

Δε μπορώ να ακούσω άλλο τίποτε. Αλλά συνεχίζω. Δε μπορώ να κλείσω τον δέκτη. Απλά δε μπορώ.

Που είναι τα καναντέρ της Γαλλίας και της Νορβηγίας και Δανίας που έφτασαν χτες; Τα ρώσικα με τις δεξαμενές 60 τόνων νερού; Που είναι η βοήθεια;

Δεν υπάρχει νερό λένε. Στην Ελλάδα να μην υπάρχει νερό.

Φήμες κι άλλες, συνέχεια. Τα ρώσικα δε μπορούν να ανεφοδιαστούν απο θαλάσσης. Μόνο απο αεροδρόμιο. Οπότε οι ρίψεις λίγες. Επιλεκτικές. Κατά διαστήματα. Τίποτα μαζί τους, θαρρείς και όλα εναντίον.

Κάποιοι δεν αφήνουν τα σπίτια τους. Αρνούνται να τα εγκαταλείψουν. Πως να φύγει ρε η γιαγιά; Όταν επί εξήντα χρόνια πάλευε να στήσει το σπίτι της και της το παίρνουν οι φλόγες; Δε φεύγει.

Γυναίκα κλαίει, παίρνει τηλέφωνο σε κανάλι, ο άντρας της έφυγε για τα αρχαία, να βοηθήσει, είναι μόνη της, κλείστηκε στο υπόγειο του σπιτιού με τα παιδιά. Το σπίτι καίγεται. Φωνάζει βοήθεια. Ο παρουσιαστής την παρακαλεί να φύγει.

Αντίο. Λέει αντίο. Είπε αντίο και πέφτει η γραμμή.

Τηλεθεατές επιβεβαιώνουν τις φωτιές, δίνουν στίγμα, γίνονται ρεπόρτερ της μιζέριας τους. Πρώτη φορά.
Δυο νέες εστίες. Εύβοια. Εμπρησμοί. Κι άλλοι. Κι άλλοι. Τελικά είναι εμπρησμοί. Τα περισσότερα.

Δεν είμαστε άξιοι για τίποτα. Για τίποτα. Για τίποτα. Πρώτη φορά να ντρέπομαι για την πατρίδα μου. Τη δική μου πατρίδα. Που γέννησε το χέρι που έβαλε φωτιά. Που γέννησε το μυαλό που την σκέφτηκε. Δε μπορεί.

Και περήφανη. Για κάθε έναν πυροσβέστη. Για κάθε μία και κάθε έναν πολίτη που μένει εκεί και παλεύει να κάνει το αδύνατο δυνατό, το κόκκινο μαύρο. Για κάθε έναν στρατιώτη, φανταράκο.

Δε μπορεί να είναι αλήθεια. Ψέματα θα είναι όλα, δε μπορεί.

Η χώρα μου, η πατρίδα μου, σε επίθεση, σε πόλεμο. Ακόμα και ο καιρός και ο άνεμος εναντίον της. Η φλόγα του πολιτισμού της Ολυμπίας πιο δυνατή απο ποτέ. Σαν σήμα ΣΟΣ. Ψέματα δε μπορεί. Ας πει κάποιος πως όλα είναι ψέμα.

Κάψαν τον Ερμή, φήμες, δε φαίνεται τίποτα. Ο δήμαρχος το έχει πιστέψει, να κλαίει, κάψαν τον Ερμή μου.

Να φτάνω σε σημείο να φωνάζω στην οθόνη, χέστε την Ακαδημία. Τον κόσμο ρε. Τον κόσμο. Δε μπορεί. Αδιανόητο. Ψέμα.Τρεις χιλιάδες χρόνια μετά μας βαρέθηκε και ο καιρός και ο θεός και οι πέτρες. Να λυγίζουν τα γόνατά σου. Ζεματάει το κεφάλι σου.

hawaiian vespa

Ούτε νησιά, ούτε πλοία φέτος. Θαρρείς και συνεννοηθήκαμε, όλοι τελικά αυτό επιλέξαμε.
Φορτώνω αυτή τη φορά τη βέσπα με ένα σακ βουαγιάζ με τα τελείως απαραίτητα για να ζήσω μερικές μέρες σαν τσιγγανάκι στο δεύτερο πόδι, τέρμα κάτω. να τους βρω πάλι. Ο Κρύπτον μετακόμισε. Σαγιονάρες, μαγιό, φορεματάκια, σορτσάκια σρατιωτικά με τις σούπερ βολικές χιλιάδες τσέπες, φωτογραφική, φουτεράκια, ζακετάκια, υπνόσακο.

iPod κάτω απο το σούπερ κράνος, τέρμα. James Taylor Quartet. Στη διαδρομή πιάνω τον εαυτό μου να χορεύει και να τσιρίζει.
Στοπ ανά μισή ώρα για τσιγάρο και φώτος. Όπου είναι πολύ όμορφα και θέλω.

Στν τρίτη στάση ζευγάρι Ιταλών με δυο βέσπες όμοιες σταματούν δίπλα μου. Απο Τορίνο με βέσπες. Τους λατρεύω με τη μία. Με ρωτούν που να πάνε. Κουκλάκια και τα δυο, συνομήλικοι. Δε μπορούσαν λέει να αποφασίσουν ποιος θα οδηγάει, οπότε πήραν και τις δυο. Χα!
Τους λέω Κριαρίτσι. Πηγαίνουμε τελικά μαζί να τους δείξω.

Στο δρόμο κάνουμε στάση και τους κερνάω φραπέ σε καντίνα. Τον πίνουν σαν εσπρέσσο. Είμαι σίγουρη ότι θα βρυκολακιάσουν το βράδυ. Τους το λέω, τα ιταλικά μου δε βοηθάνε πολύ.

Σε δύο ώρες και σαρανταπέντε λεπτά είμαστε κάτω. Ντεζαβού απανωτά. Ήρθα σπίτι.

Το βράδυ με την αλμύρα στο δέρμα -σωστά γυφτάκια- πάμε για τσίπουρα στο Λιναράκι. Στο πρώτο «γεια μας» Έλληνας απο δίπλα τραπέζι κάνει τη μαλακία και εύχεται «Καλό χειμώνα».
Αγριοκοιτάζω. Του στέλνουμε με το σερβιτόρο ένα κονιάκ.

Και την επομένη με την πιτσιρίκα μου να βγαίνουμε για μακροβούτια, «στην ξέρα, στην ξέρα», να βρούμε αχινούς.
Και με το ποδήλατο μέχρι το χωριό για μπουγάτσες και να ‘ναι ζεστές, μούρλια.

Και διαγωνισμός ακόμα και για αρκετά ακόμα, ποια θα μαυρίσει πιο πολύ, ποια θα ξανθύνει πιο πολύ, ποια θα κρατήσει αναπνοή πιο πολύ.

Και οι Ιταλοί να περνούν για να φέρουν γκράπα δωράκι και τελικά να την πίνουμε όλη παρέα και να μη θέλουν λέει να φύγουν, έχετε παράδεισο εδώ. Και «Βίβα Μπερλουσκόνι».

Στο σούπερ μάρκετ να αγοράσουμε καφέ και παίρνουμε φεύγοντας μαζί μινιατούρα Maisto κόκκινη Ducatti 1000 Μultistrada.
Και σε κάθε μπαρ την παρκάρουμε πάνω στη μπάρα, δίπλα στο σκαμπό το χιουτζ κράνος της βέσπας. Ο μπάρμαν να κοιτάζει σα ροφός. O Γ.:»Εδώ είναι ασφαλής, δεν έχει συναγερμό». Αστροπελέκι. «Εδώ δεν κλέβουν».Ουγκ.

Και ο Χ. απο Αυστραλία μαζί μας, ραντεβού. Να μας λέει ότι θα φύγει απο κει, εδώ δεν έχει κροκόδειλους και καρχαρίες στη θάλασσα, μόνο μαλάκες στη στεριά και είναι καλά. Βγαίνεις ολόκληρος απο βουτιά.

Το βράδυ βότκες με ροδάκινο και λάιμ και ότι σκατά έχουμε σε χυμό, να σκεπαζόμαστε με κουβερτάκια μικρά και ξύπνιοι ακόμα κι ας κλείνουν τα μάτια. Και η πιτσιρίκα έχει μεγαλώσει τελικά πολύ και να μας ρωτάει όλους με τη σειρά αν είμαστε ερωτευμένοι και πότε ήμασταν πιο πολύ απο ποτέ και πως ήταν. Και μετά να χαζογελάει. Και να λέει «εγώ νόμιζα ότι ήμουν κάποτε (μα, πότε?), αλλά τελικά αντί για τον πρίγκιπα με το λευκό άλογο, έσκασε μύτη σκέτο το άλογο και ήταν τελικά πόνυ».

Αύριο συνέχεια. Και μετά πάλι και πάλι μέχρι να αδειάσουν οι παραλίες και να φύγουν επιτυχώς οι βάρβαροι, όλοι. Ουστ στη βασίλισσα του χιονιού.

kitsos.jpg

  • Καλοκαίρια με το πορτοκαλί VW. Που το λένε «Κίτσος». Βγαίνει απο το ΚΙΤ+ΣΟΣ (γιατί λάτρευα τότε τη σειρά Knight Rider). Εγώ κοιμάμαι στην πίσω κουκέτα-φυσούνα. Ο καλύτερος ύπνος του κόσμου, στο ορκίζομαι, ο πιο γλυκός. Η μαμά κι ο μπαμπάς στην τραπεζαρία που γίνεται με τρεις κινήσεις κρεβάτι διπλό. Ο μπαμπάς είναι περήφανος. Σε σχέδιο δικό του όλα. Και η κουζίνα και η χημική τουαλέτα και η διάταξη και όλα. Όλα στην εντέλεια, ένα μικρό σπιτάκι για τρεις. 
  • Τον αγόρασε απο το ΟΔΔΥ τον Απρίλη του 1978, ήδη τότε 12 ετών. Με σκοπό να τον κάνει camper. Μόνος του.  Δυο μήνες μετά γεννήθηκα εγώ. Σχεδόν στο δρόμο. Στο τσαφ πρόλαβαν και την έβγαλαν τη μάνα μου απο μέσα. Πάντα όμως άκουγα ιστορίες. Ότι η Ντόγια εδώ γεννήθηκε. Μέσα στον Κίτσο. Ψέμα, αλλά με τα χρόνια το υιοθέτησα, το έκανα δικό μου, εκεί γεννήθηκα. Απο εκεί με έβγαλαν. Ίσως γι’αυτό να τον αγάπησα τόσο πολύ και τόσο αυτόματα.
  • Εγώ δυο εβδομάδων μωρό και ελεύθερο κάμπινγκ. Τίγκα στα μπιμπερό και τα πάμπερς ο Κίτσος.Πέρασαν χρόνια. Απέκτησα πορτοκαλί ποδήλατο, μεγάλωσα, μπήκα στο γυμνάσιο, ψήλωσα απότομα. Και πάντα κάμπινγκ ελεύθερο, ο Κίτσος μαζί.Το κρεβάτι της φυσούνας απέκτησε μετά απο ομηρικούς καυγάδες με το μπαμπά αυτοκόλλητα της Fiorucci με αγγελάκια και πιν απ κορίτσια. Πρώτη ελευθερία. Αυτή και να οδηγάω βέσπα. Ταυτόχρονα. Ζγουάου. Ο μπαμπάς μέχρι και ειδική θήκη προσάρμοσε στον πίσω προφυλακτήρα για να παίρνουμε τη βέσπα μαζί. Τη μικρή βέσπα τότε, πενηνταράκι.
  • Καλοκαίρι 1990, πρώτος έρωτας. Λεγόταν Λαρς. Γερμανός, ψηλός, ξανθός, με υπέροχα γαλάζια μάτια, δεινός σέρφερ, άνω των είκοσι. Να μην ξέρει ότι υπάρχω καν. 
  • Τον επόμενο χειμώνα μαθαίνω γερμανικά.Και μετά Γερμανικό σχολείο. Γυμνάσιο. Με τον Κίτσο να με πηγαίνει ο μπαμπάς απο τις επτά στο σχολείο, πριν πάει μετά στη δουλειά.
  • Και μετά Λύκειο. Ελεύθερο κάμπινγκ. Καλοκαίρι προς τρίτη Λυκείου. Επόμενος μεγάλος έρωτας. Ο Μπεν. Επίσης Γερμανός, ξανθός, με γαλάζια μάτια, ίδιος με τον πιτσιρικά απο τη Γαλάζια Λίμνη που τότε έκανε πάταγο, συνομήλικος και φυσικά δεινός σέρφερ. Μου μαθαίνει σερφ και να πίνω μαργαρίτες. Ήπια τόσες πολλές εκείνο το καλοκαίρι που έκτοτε ούτε να τις μυρίσω πια δε μπορώ. Δουλειά σε μπαρ, δεύτερη ελευθερία μετά απο καυγά. Και να μπαίνω για ύπνο στη φυσούνα απο πίσω να μη τους ξυπνήσω.Ο μπαμπάς του Μπεν, ο Ούλι, ένας πενηντάρης χίπης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν. Δημοσιογραφίας. Μας πείθει οικογενειακώς με τις κοσμοθεωρίες του να πάω εκεί για σπουδές.
  • Την επόμενη χρονιά ο μπαμπάς και η μαμά με πηγαίνουν πράγματι μέχρι εκεί -σωστή μετακόμιση με τα όλα της- με τον Κίτσο. Που κοντεύει να κλατάρει απο το βάρος των αντικειμένων και στη διαδρομή μας προσπερνούν ακόμη και ποδηλάτες, έτσι νιώθω. Τελικά σπουδάζω Νομικά. Με τον Μπεν δε βρεθήκαμε ξανά ποτέ όμως. Έπρεπε να την ψυλλιαστώ ότι η Γαλάζια Λίμνη στο Γκέττινγκεν είναι μια ουτοπία. Δεν είχε καν λίμνη. Έστω μία παγωμένη… Έμαθα πρόσφατα πως είναι φωτογράφος και δουλεύει τώρα στη Μοζαμβίκη. 
  • Το δεύτερο καλοκαίρι που επέστρεψα σπίτι για τις διακοπές, κάπου μεταξύ των μεθυσιών έδωσα εξετάσεις για δίπλωμα αυτοκινήτου. Το πήρα με την πρώτη (γνήσιος γιος του μπαμπά, εκείνο το διάστημα με φώναζε «Σωτήρη»).Ο μπαμπάς μου έδωσε για δώρο τα κλειδιά του Κίτσου. Είχε πάρει πια καινούριο αυτοκίνητο, ένα σούπερ ντούπερ πολυμορφικό, ασημί χρώμα. Το ονόμασε επίσης Κίτσο, αλλά ποτέ κανείς μας δεν το αποδέχτηκε. Ούτε καν, όταν του έβαλε και αυτοκόλλητο στο πλάι, όπως στα σκάφη, «ΚΙΤΣΟΣ ΙΙ». Οι υπόλοιποι το λέμε Οδυσσέα. ΤΟ όχι ΤΟΝ. Και δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξει αυτό. Προχτές και εκείνος το είπε «Οδυσσέα». Χα!
  • Τον Κίτσο τον οδήγησα με λαχτάρα μέχρι τους Ευζώνους την ίδια εκείνη μέρα κιόλας. Ήθελα να πάω μέχρι τα σύνορα με τα Σκόπια, όπως κάναμε παλιά με τον μπαμπά όταν βαριόμασταν τις Κυριακές να κάτσουμε σπίτι και στήναμε ημερήσια εκδρομή για να φάμε εκεί, στην ταβέρνα του Νικηφόρου, τα πιο τέλεια σουτζουκάκια της γης, απέναντι απο τα Ντιούτι Φρι, σε ελληνικό έδαφος.Θυμάμαι τη διαδρομή λεπτό προς λεπτό. Γιατί συνάντησα εκείνη τη μέρα τουλάχιστον έξι αμερικάνικες φάλλαγγες τανκς και βαρέων βαρών τετρατρόχων και φορτηγών που πήγαιναν αργά αργά σαν σε πομπή κηδείας προς Γιουγκοσλαβία.Στο δρόμο οι φαντάροι, μόλις τους προσπερνούσα, κόρναραν και φώναζαν.Είχα τρομοκρατηθεί. Δε μπόρεσα να ξαναπιάσω το τιμόνι για πολύ καιρό. Έχοντας ακόμα στη μνήμη την πομπή. Τα σφυρίγματα, τις κόρνες. Το που πήγαιναν και γιατί. Και ότι μόλις έφτασα στους Ευζώνους, το τοπίο έρημο, άδεια τα σύνορα,  μόνο οι ατέλειωτες φάλαγγες μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Και στο βάθος, στον ορίζοντα καπνός, σα νέφος. Και θόρυβος υπόκωφος, κάπου απο το βάθος, σα σε λατομείο. Και η ταβέρνα του Νικηφόρου κλειστή.
  • Πάντα έχω τα κλειδιά του περασμένα στα κλειδιά μου. Πάντα τα έχω μαζί μου. Εκείνος είναι τώρα σε ένα γκαράζ ενός σπιτιού φίλων, κάπου μια ώρα εκτός Θεσσαλονίκης. Και περιμένει. Εδώ και έξι χρόνια.
  • Η Ντόγια να γυρίσει απο τη Γερμανία, μετά απο τη Βιέννη, η Ντόγια να βρει δουλειά, να βρει λεφτά, να βρει χρόνο, να τον θυμηθεί.Να τον βγάλει, να τον μαζέψει, να τον φτιάξει, να τον γυαλίσει, όπως τον γυάλιζε ο μπαμπάς τις Κυριακές, νωρίς πριν καν πιει καφέ.