kitsos.jpg

  • Καλοκαίρια με το πορτοκαλί VW. Που το λένε «Κίτσος». Βγαίνει απο το ΚΙΤ+ΣΟΣ (γιατί λάτρευα τότε τη σειρά Knight Rider). Εγώ κοιμάμαι στην πίσω κουκέτα-φυσούνα. Ο καλύτερος ύπνος του κόσμου, στο ορκίζομαι, ο πιο γλυκός. Η μαμά κι ο μπαμπάς στην τραπεζαρία που γίνεται με τρεις κινήσεις κρεβάτι διπλό. Ο μπαμπάς είναι περήφανος. Σε σχέδιο δικό του όλα. Και η κουζίνα και η χημική τουαλέτα και η διάταξη και όλα. Όλα στην εντέλεια, ένα μικρό σπιτάκι για τρεις. 
  • Τον αγόρασε απο το ΟΔΔΥ τον Απρίλη του 1978, ήδη τότε 12 ετών. Με σκοπό να τον κάνει camper. Μόνος του.  Δυο μήνες μετά γεννήθηκα εγώ. Σχεδόν στο δρόμο. Στο τσαφ πρόλαβαν και την έβγαλαν τη μάνα μου απο μέσα. Πάντα όμως άκουγα ιστορίες. Ότι η Ντόγια εδώ γεννήθηκε. Μέσα στον Κίτσο. Ψέμα, αλλά με τα χρόνια το υιοθέτησα, το έκανα δικό μου, εκεί γεννήθηκα. Απο εκεί με έβγαλαν. Ίσως γι’αυτό να τον αγάπησα τόσο πολύ και τόσο αυτόματα.
  • Εγώ δυο εβδομάδων μωρό και ελεύθερο κάμπινγκ. Τίγκα στα μπιμπερό και τα πάμπερς ο Κίτσος.Πέρασαν χρόνια. Απέκτησα πορτοκαλί ποδήλατο, μεγάλωσα, μπήκα στο γυμνάσιο, ψήλωσα απότομα. Και πάντα κάμπινγκ ελεύθερο, ο Κίτσος μαζί.Το κρεβάτι της φυσούνας απέκτησε μετά απο ομηρικούς καυγάδες με το μπαμπά αυτοκόλλητα της Fiorucci με αγγελάκια και πιν απ κορίτσια. Πρώτη ελευθερία. Αυτή και να οδηγάω βέσπα. Ταυτόχρονα. Ζγουάου. Ο μπαμπάς μέχρι και ειδική θήκη προσάρμοσε στον πίσω προφυλακτήρα για να παίρνουμε τη βέσπα μαζί. Τη μικρή βέσπα τότε, πενηνταράκι.
  • Καλοκαίρι 1990, πρώτος έρωτας. Λεγόταν Λαρς. Γερμανός, ψηλός, ξανθός, με υπέροχα γαλάζια μάτια, δεινός σέρφερ, άνω των είκοσι. Να μην ξέρει ότι υπάρχω καν. 
  • Τον επόμενο χειμώνα μαθαίνω γερμανικά.Και μετά Γερμανικό σχολείο. Γυμνάσιο. Με τον Κίτσο να με πηγαίνει ο μπαμπάς απο τις επτά στο σχολείο, πριν πάει μετά στη δουλειά.
  • Και μετά Λύκειο. Ελεύθερο κάμπινγκ. Καλοκαίρι προς τρίτη Λυκείου. Επόμενος μεγάλος έρωτας. Ο Μπεν. Επίσης Γερμανός, ξανθός, με γαλάζια μάτια, ίδιος με τον πιτσιρικά απο τη Γαλάζια Λίμνη που τότε έκανε πάταγο, συνομήλικος και φυσικά δεινός σέρφερ. Μου μαθαίνει σερφ και να πίνω μαργαρίτες. Ήπια τόσες πολλές εκείνο το καλοκαίρι που έκτοτε ούτε να τις μυρίσω πια δε μπορώ. Δουλειά σε μπαρ, δεύτερη ελευθερία μετά απο καυγά. Και να μπαίνω για ύπνο στη φυσούνα απο πίσω να μη τους ξυπνήσω.Ο μπαμπάς του Μπεν, ο Ούλι, ένας πενηντάρης χίπης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν. Δημοσιογραφίας. Μας πείθει οικογενειακώς με τις κοσμοθεωρίες του να πάω εκεί για σπουδές.
  • Την επόμενη χρονιά ο μπαμπάς και η μαμά με πηγαίνουν πράγματι μέχρι εκεί -σωστή μετακόμιση με τα όλα της- με τον Κίτσο. Που κοντεύει να κλατάρει απο το βάρος των αντικειμένων και στη διαδρομή μας προσπερνούν ακόμη και ποδηλάτες, έτσι νιώθω. Τελικά σπουδάζω Νομικά. Με τον Μπεν δε βρεθήκαμε ξανά ποτέ όμως. Έπρεπε να την ψυλλιαστώ ότι η Γαλάζια Λίμνη στο Γκέττινγκεν είναι μια ουτοπία. Δεν είχε καν λίμνη. Έστω μία παγωμένη… Έμαθα πρόσφατα πως είναι φωτογράφος και δουλεύει τώρα στη Μοζαμβίκη. 
  • Το δεύτερο καλοκαίρι που επέστρεψα σπίτι για τις διακοπές, κάπου μεταξύ των μεθυσιών έδωσα εξετάσεις για δίπλωμα αυτοκινήτου. Το πήρα με την πρώτη (γνήσιος γιος του μπαμπά, εκείνο το διάστημα με φώναζε «Σωτήρη»).Ο μπαμπάς μου έδωσε για δώρο τα κλειδιά του Κίτσου. Είχε πάρει πια καινούριο αυτοκίνητο, ένα σούπερ ντούπερ πολυμορφικό, ασημί χρώμα. Το ονόμασε επίσης Κίτσο, αλλά ποτέ κανείς μας δεν το αποδέχτηκε. Ούτε καν, όταν του έβαλε και αυτοκόλλητο στο πλάι, όπως στα σκάφη, «ΚΙΤΣΟΣ ΙΙ». Οι υπόλοιποι το λέμε Οδυσσέα. ΤΟ όχι ΤΟΝ. Και δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξει αυτό. Προχτές και εκείνος το είπε «Οδυσσέα». Χα!
  • Τον Κίτσο τον οδήγησα με λαχτάρα μέχρι τους Ευζώνους την ίδια εκείνη μέρα κιόλας. Ήθελα να πάω μέχρι τα σύνορα με τα Σκόπια, όπως κάναμε παλιά με τον μπαμπά όταν βαριόμασταν τις Κυριακές να κάτσουμε σπίτι και στήναμε ημερήσια εκδρομή για να φάμε εκεί, στην ταβέρνα του Νικηφόρου, τα πιο τέλεια σουτζουκάκια της γης, απέναντι απο τα Ντιούτι Φρι, σε ελληνικό έδαφος.Θυμάμαι τη διαδρομή λεπτό προς λεπτό. Γιατί συνάντησα εκείνη τη μέρα τουλάχιστον έξι αμερικάνικες φάλλαγγες τανκς και βαρέων βαρών τετρατρόχων και φορτηγών που πήγαιναν αργά αργά σαν σε πομπή κηδείας προς Γιουγκοσλαβία.Στο δρόμο οι φαντάροι, μόλις τους προσπερνούσα, κόρναραν και φώναζαν.Είχα τρομοκρατηθεί. Δε μπόρεσα να ξαναπιάσω το τιμόνι για πολύ καιρό. Έχοντας ακόμα στη μνήμη την πομπή. Τα σφυρίγματα, τις κόρνες. Το που πήγαιναν και γιατί. Και ότι μόλις έφτασα στους Ευζώνους, το τοπίο έρημο, άδεια τα σύνορα,  μόνο οι ατέλειωτες φάλαγγες μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Και στο βάθος, στον ορίζοντα καπνός, σα νέφος. Και θόρυβος υπόκωφος, κάπου απο το βάθος, σα σε λατομείο. Και η ταβέρνα του Νικηφόρου κλειστή.
  • Πάντα έχω τα κλειδιά του περασμένα στα κλειδιά μου. Πάντα τα έχω μαζί μου. Εκείνος είναι τώρα σε ένα γκαράζ ενός σπιτιού φίλων, κάπου μια ώρα εκτός Θεσσαλονίκης. Και περιμένει. Εδώ και έξι χρόνια.
  • Η Ντόγια να γυρίσει απο τη Γερμανία, μετά απο τη Βιέννη, η Ντόγια να βρει δουλειά, να βρει λεφτά, να βρει χρόνο, να τον θυμηθεί.Να τον βγάλει, να τον μαζέψει, να τον φτιάξει, να τον γυαλίσει, όπως τον γυάλιζε ο μπαμπάς τις Κυριακές, νωρίς πριν καν πιει καφέ. 
Advertisements