hawaiian vespa

Ούτε νησιά, ούτε πλοία φέτος. Θαρρείς και συνεννοηθήκαμε, όλοι τελικά αυτό επιλέξαμε.
Φορτώνω αυτή τη φορά τη βέσπα με ένα σακ βουαγιάζ με τα τελείως απαραίτητα για να ζήσω μερικές μέρες σαν τσιγγανάκι στο δεύτερο πόδι, τέρμα κάτω. να τους βρω πάλι. Ο Κρύπτον μετακόμισε. Σαγιονάρες, μαγιό, φορεματάκια, σορτσάκια σρατιωτικά με τις σούπερ βολικές χιλιάδες τσέπες, φωτογραφική, φουτεράκια, ζακετάκια, υπνόσακο.

iPod κάτω απο το σούπερ κράνος, τέρμα. James Taylor Quartet. Στη διαδρομή πιάνω τον εαυτό μου να χορεύει και να τσιρίζει.
Στοπ ανά μισή ώρα για τσιγάρο και φώτος. Όπου είναι πολύ όμορφα και θέλω.

Στν τρίτη στάση ζευγάρι Ιταλών με δυο βέσπες όμοιες σταματούν δίπλα μου. Απο Τορίνο με βέσπες. Τους λατρεύω με τη μία. Με ρωτούν που να πάνε. Κουκλάκια και τα δυο, συνομήλικοι. Δε μπορούσαν λέει να αποφασίσουν ποιος θα οδηγάει, οπότε πήραν και τις δυο. Χα!
Τους λέω Κριαρίτσι. Πηγαίνουμε τελικά μαζί να τους δείξω.

Στο δρόμο κάνουμε στάση και τους κερνάω φραπέ σε καντίνα. Τον πίνουν σαν εσπρέσσο. Είμαι σίγουρη ότι θα βρυκολακιάσουν το βράδυ. Τους το λέω, τα ιταλικά μου δε βοηθάνε πολύ.

Σε δύο ώρες και σαρανταπέντε λεπτά είμαστε κάτω. Ντεζαβού απανωτά. Ήρθα σπίτι.

Το βράδυ με την αλμύρα στο δέρμα -σωστά γυφτάκια- πάμε για τσίπουρα στο Λιναράκι. Στο πρώτο «γεια μας» Έλληνας απο δίπλα τραπέζι κάνει τη μαλακία και εύχεται «Καλό χειμώνα».
Αγριοκοιτάζω. Του στέλνουμε με το σερβιτόρο ένα κονιάκ.

Και την επομένη με την πιτσιρίκα μου να βγαίνουμε για μακροβούτια, «στην ξέρα, στην ξέρα», να βρούμε αχινούς.
Και με το ποδήλατο μέχρι το χωριό για μπουγάτσες και να ‘ναι ζεστές, μούρλια.

Και διαγωνισμός ακόμα και για αρκετά ακόμα, ποια θα μαυρίσει πιο πολύ, ποια θα ξανθύνει πιο πολύ, ποια θα κρατήσει αναπνοή πιο πολύ.

Και οι Ιταλοί να περνούν για να φέρουν γκράπα δωράκι και τελικά να την πίνουμε όλη παρέα και να μη θέλουν λέει να φύγουν, έχετε παράδεισο εδώ. Και «Βίβα Μπερλουσκόνι».

Στο σούπερ μάρκετ να αγοράσουμε καφέ και παίρνουμε φεύγοντας μαζί μινιατούρα Maisto κόκκινη Ducatti 1000 Μultistrada.
Και σε κάθε μπαρ την παρκάρουμε πάνω στη μπάρα, δίπλα στο σκαμπό το χιουτζ κράνος της βέσπας. Ο μπάρμαν να κοιτάζει σα ροφός. O Γ.:»Εδώ είναι ασφαλής, δεν έχει συναγερμό». Αστροπελέκι. «Εδώ δεν κλέβουν».Ουγκ.

Και ο Χ. απο Αυστραλία μαζί μας, ραντεβού. Να μας λέει ότι θα φύγει απο κει, εδώ δεν έχει κροκόδειλους και καρχαρίες στη θάλασσα, μόνο μαλάκες στη στεριά και είναι καλά. Βγαίνεις ολόκληρος απο βουτιά.

Το βράδυ βότκες με ροδάκινο και λάιμ και ότι σκατά έχουμε σε χυμό, να σκεπαζόμαστε με κουβερτάκια μικρά και ξύπνιοι ακόμα κι ας κλείνουν τα μάτια. Και η πιτσιρίκα έχει μεγαλώσει τελικά πολύ και να μας ρωτάει όλους με τη σειρά αν είμαστε ερωτευμένοι και πότε ήμασταν πιο πολύ απο ποτέ και πως ήταν. Και μετά να χαζογελάει. Και να λέει «εγώ νόμιζα ότι ήμουν κάποτε (μα, πότε?), αλλά τελικά αντί για τον πρίγκιπα με το λευκό άλογο, έσκασε μύτη σκέτο το άλογο και ήταν τελικά πόνυ».

Αύριο συνέχεια. Και μετά πάλι και πάλι μέχρι να αδειάσουν οι παραλίες και να φύγουν επιτυχώς οι βάρβαροι, όλοι. Ουστ στη βασίλισσα του χιονιού.

Advertisements