1.jpg

Κάθομαι και κοιτάζω εδώ και τρεις μέρες και νύχτες τηλεόραση. Δεν μπορώ να πιστέψω όσα βλέπουν τα μάτια μου.

Το στομάχι κόμπος. Να κάνω εμετό. Ξανά μετά.

Σα να κάθεται κάποιος πάνω στο στήθος μου.

Βαρύς. Δεν αφήνει να αναπνεύσω.

Να πάρω τηλέφωνο, να κάνω κάτι, να πάω, να προσπαθήσω. Που. Τι. Πως.

Μια μάνα παίρνει τηλέφωνο σε τηλεοπτικο σταθμό και κλαίγοντας μέσα σε αναφιλητά παρακαλάει τον παρουσιαστή να φέρει βοήθεια στο χωριό της, στην Ηλεία, τη Φιγαλεία. Κλαίει. Δε μπορώ να την ακούσω, με πιάνουν τα κλάμματα, δε μπορεί. Ψέματα όλα, δε μπορεί να είναι αληθινά. Λέει πως κλείστηκαν γυναίκες και παιδιά μαζί μέσα στην εκκλησία, γύρω γύρω φωτιά. Εγκλωβισμένοι μέσα στην εκκλησία. Κλαίω μαζί της. Να μπορούσα να πάω. Αλλά που και πως. Αν αργήσετε μισή ώρα θα είμαστε ήδη νεκροί, λέει. Πέφτει η μπαταρία απο το κινητό της. Δεν αντέχω.

Η Δ. απο το δίπλα διαμέρισμα βγαίνει στο μπαλκόνι. Κλαίει, δεν αντέχω μου λέει. Δε μπορώ να βλέπω. Ούτε να ακούω.

Σταθερές τηλεφωνίες έχουν πάψει. Τα κινητά δεν έχουν πια μπαταρία. Μισή ώρα πέρασε. Κανένας πια δεν τηλεφωνεί απο το χωριό εκείνο. Κοιτάζω το ρολόι.

Τα οδικά δίκτυα κομμένα στα δυο και τρία. Κάθε δρόμος κλειστός. Δυο χιλιάδες εγκλωβισμένοι, ένα σούπερ πούμα να προσπαθεί να προσεγγίσει. Πόσοι χωράνε;

Αλλάζω κανάλι. Ν’ ακούσω κάτι καλό. Δε μπορεί. Κάτι. Ένα.

Καίγεται η Αρχαία Ολυμπία. Το Μουσείο, όλα. Φήμες οργιάζουν. Δε μπορεί κανείς να δει καθαρά λόγω καπνού. Δεν υπάρχει επικοινωνία. Σαρώθηκαν όλα. Κανένας δεν μπορεί να δει. Ο Νομάρχης κλαίει. Ντρέπομαι, λέει. Κλαίει. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Νομίζει ότι όλα τέλειωσαν. Όλοι αυτό νομίζουν.

Πολίτες παλεύουν να σώσουν το Μουσείο.

Δε μπορώ να ακούσω άλλο τίποτε. Αλλά συνεχίζω. Δε μπορώ να κλείσω τον δέκτη. Απλά δε μπορώ.

Που είναι τα καναντέρ της Γαλλίας και της Νορβηγίας και Δανίας που έφτασαν χτες; Τα ρώσικα με τις δεξαμενές 60 τόνων νερού; Που είναι η βοήθεια;

Δεν υπάρχει νερό λένε. Στην Ελλάδα να μην υπάρχει νερό.

Φήμες κι άλλες, συνέχεια. Τα ρώσικα δε μπορούν να ανεφοδιαστούν απο θαλάσσης. Μόνο απο αεροδρόμιο. Οπότε οι ρίψεις λίγες. Επιλεκτικές. Κατά διαστήματα. Τίποτα μαζί τους, θαρρείς και όλα εναντίον.

Κάποιοι δεν αφήνουν τα σπίτια τους. Αρνούνται να τα εγκαταλείψουν. Πως να φύγει ρε η γιαγιά; Όταν επί εξήντα χρόνια πάλευε να στήσει το σπίτι της και της το παίρνουν οι φλόγες; Δε φεύγει.

Γυναίκα κλαίει, παίρνει τηλέφωνο σε κανάλι, ο άντρας της έφυγε για τα αρχαία, να βοηθήσει, είναι μόνη της, κλείστηκε στο υπόγειο του σπιτιού με τα παιδιά. Το σπίτι καίγεται. Φωνάζει βοήθεια. Ο παρουσιαστής την παρακαλεί να φύγει.

Αντίο. Λέει αντίο. Είπε αντίο και πέφτει η γραμμή.

Τηλεθεατές επιβεβαιώνουν τις φωτιές, δίνουν στίγμα, γίνονται ρεπόρτερ της μιζέριας τους. Πρώτη φορά.
Δυο νέες εστίες. Εύβοια. Εμπρησμοί. Κι άλλοι. Κι άλλοι. Τελικά είναι εμπρησμοί. Τα περισσότερα.

Δεν είμαστε άξιοι για τίποτα. Για τίποτα. Για τίποτα. Πρώτη φορά να ντρέπομαι για την πατρίδα μου. Τη δική μου πατρίδα. Που γέννησε το χέρι που έβαλε φωτιά. Που γέννησε το μυαλό που την σκέφτηκε. Δε μπορεί.

Και περήφανη. Για κάθε έναν πυροσβέστη. Για κάθε μία και κάθε έναν πολίτη που μένει εκεί και παλεύει να κάνει το αδύνατο δυνατό, το κόκκινο μαύρο. Για κάθε έναν στρατιώτη, φανταράκο.

Δε μπορεί να είναι αλήθεια. Ψέματα θα είναι όλα, δε μπορεί.

Η χώρα μου, η πατρίδα μου, σε επίθεση, σε πόλεμο. Ακόμα και ο καιρός και ο άνεμος εναντίον της. Η φλόγα του πολιτισμού της Ολυμπίας πιο δυνατή απο ποτέ. Σαν σήμα ΣΟΣ. Ψέματα δε μπορεί. Ας πει κάποιος πως όλα είναι ψέμα.

Κάψαν τον Ερμή, φήμες, δε φαίνεται τίποτα. Ο δήμαρχος το έχει πιστέψει, να κλαίει, κάψαν τον Ερμή μου.

Να φτάνω σε σημείο να φωνάζω στην οθόνη, χέστε την Ακαδημία. Τον κόσμο ρε. Τον κόσμο. Δε μπορεί. Αδιανόητο. Ψέμα.Τρεις χιλιάδες χρόνια μετά μας βαρέθηκε και ο καιρός και ο θεός και οι πέτρες. Να λυγίζουν τα γόνατά σου. Ζεματάει το κεφάλι σου.

Advertisements