Archives for the month of: Σεπτεμβρίου, 2007

logo-reworks-rgb.jpg

Με τον Κ. μετά τα μεσάνυχτα στο λιμάνι. Γνωριμία επιτέλους με την Κατερίνα (PR for Reworks) που σκάει μύτη ντυμένη στα λευκά για να την ξεχωρίζεις απο ένα χιλιόμετρο και παρά την κούραση έχει χαμόγελο κολγκέιτ . Μας βάζει κίτρινα βραχιολάκια, σαν αυτά των τροφίμων στα ιδρύματα και τα νοσοκομεία και κολιέ με τις διαπιστεύσεις, ρωτάω αν έχει και κάτι σε σκουλαρίκια, δεν έχει. Αργήσατε, λέει. Εχμ. Στον Θερμαικό έπαιζε καρέκλες και εξαιρετική νάιντις χιπ χοπ, δε το χάναμε. Ε, μετά να μην περάσουμε απο Έλβις να πάρουμε απουσίες απο Reworks να ‘χουμε να καρφώνουμε μετά; Εχμ. Ήρθαμε.

Ζεστή βραδιά, με μια βότκα στο χέρι, πάλι καλοκαίρι.

Αποθήκες 8 και 1Α. Ατελείωτο line up. Δίπλα στο φέρι της ΣΑΟΣ που φορτώνει οχήματα για Χίο και Μυτιλήνη.

Γνωρίσαμε το χαρούμενο γαλλάκι, το Νιλ, έπαιζε λίγο πριν στην 1Α, με μια τεκίλα στο χέρι μας ακολούθησε απο τον έναν χώρο στον άλλον. Ενθουσιασμένος, αν τον άφηναν να παίξει κι άλλο θα πήγαινε μέχρι το άλλο πρωί δυο μέρες μετά (έτσι κολλήσαμε τη γαλλική προφορά για κανένα μισάωρο και μιλούσαμε σαν τον Κλουζό σε όλον τον κόσμο).

reworks-06_ison-with-solar.JPG

Χάσαμε τους Ison & Solar που τελικά ήταν την προηγουμένη (ξανθιά λέμε) και τον Mixmaster Morris (που τον περίμενα πως και πως μετά απο όσα μου είχε πει για την πάρτη του ο Τάσος/ison πριν λίγες μέρες) στην 1Α, γιατί η επόμενη φορά που κοιτάξαμε ρολόι στην 8, ήταν όταν πια έδειχνε ήδη 7 και η πείνα μας είχε φτάσει ως τη γη Χαναάν.

Ακούσαμε όμως το γερμανικό μπλοκ Ellen Allien, Anja Schneider, Modeselektor και τους εξαιρετικούς Whignomy Bros (dj που να παίζει με χιούμορ έχεις ακούσει; ε, αυτοί). Στη δεύτερη συνειδητοποίησα, ότι δεν είχα τη φωτογραφική μηχανή μαζί. Φακ. [Η Ε. και ο Μ. ευτυχώς είχαν.]
Πολύ όμορφα τα video projections της δικιάς μας altervision και της γερμανικής pfandfiderei (κολεκτίβα βερολινέζων σχεδιαστών με vj πληρώματα) απο πίσω. Ήχος σούπερ. Καθαρά ποτά (το καταλαβαίνεις όταν μετά την πέμπτη βότκα είσαι ακόμα σε θέση να σχολιάσεις τα πάντα σε καθαρά ελληνικά χωρίς να μετατρέπεις το ρο σε σίγμα και το σίγμα σε ζήτα), καμία ουρά σε κανένα απο τα ομολογουμένως πολλά εξωτερικά ή εσωτερικά μπαρ, διοργάνωση πάνω σε ράγες, inter-city live.

Φουσκάλες στα πόδια. Ξημερώνει χωρίς να ξημερώνει. Άρα μπήκε φθινόπωρο, τι καλά που έχει σκοτάδι ακόμα στις 7. Η βέσπα αφημένη μακριά (μετά απο κάποια ώρα όλα φαίνονται μακριά), στην 1Α. Περπάτημα με σαντουιτσάκι στο χέρι, σερνόμαστε, ακούγεται ο ήχος ακόμα, μέχρι που μπροστά απο το απέναντι μπαρ σκάνε οι Guns ‘n Roses με το Sweet Child of Mine τσίτα. Με Κ. θυμόμαστε ακόμα τα λόγια τελικά. Όλα.

Μπράβο στους ΝΟΝ, εξαιρετική δουλειά. Αυτό έχεις όταν κάνεις αυτό που αγαπάς (θενκ γκαντ που πέταξε δηλαδή τα κοστούμια και τους χαρτοφύλακες πριν τέσσερα χρόνια ο Τάσος), τίποτε λιγότερο. Μπράβο και στο Δήμο που έβαλε τη σφραγίδα του σε μια απο τις καλύτερες έβερ διοργανώσεις. Άντε και του χρόνου. Με ακόμη περισσότερο κόσμο (τώρα που μετακόμισε στο λιμάνι η διοργάνωση σα να ‘χε λιγότερο κόσμο φαινόταν, τέτοια άνεση) και ακόμη μεγαλύτερα ονόματα. Και να πάμε κι εμείς στην ώρα μας νεξτ τάιμ, να δούμε και βίντεο αρτ (στις 1 και μετά απο τρεις βότκες δε βλέπεις βίντεο αρτ σε νταρκ ρουμ).

Μεθυσμένο -ακόμα και τελικά- φιλί.

80666061_ac4d3299f4.jpg

Νωρίς το πρωί πεταχτήκαμε με το μπαμπά απο κει.

Να δούμε με τι ακριβώς έχουμε να κάνουμε. Από που να ξεκινήσουμε.

Έσκασε έξω η μπογιά. Βρώμικος. Εγώ είχα το κλειδί, άνοιξα, μπήκα πρώτη μέσα. Άσε με, του λέω, πρώτα εγώ.

Ένιωσα το πάτωμα να κάνει κάτω απο τα πόδια μου γούβα. Χοροπήδησα ελαφριά, είχε ελαστικότητα πια, σαν τραμπολίνο σχεδόν, με πετούσε πάλι απαλά προς τα πάνω.

Τα παράθυρά του είχαν στα λάστιχα υγρασίες, έχουν πια φαγωθεί. Τα έπιπλα μέσα σχεδόν άθικτα. Σκονισμένα, νωπά, αλλά σχεδόν άθικτα.

Κοίταξα προς τα πίσω, στη φυσούνα. Το ξύλο απο πάνω έχει ξεκολλήσει, έχουν πεταχεί έξω οι ενώσεις, φαίνεται η μόνωση. Έσκασε. Έκανα να το αγγίξω, σταγόνες υγρασίας στα χέρια μου.

Ο μπαμπάς έχωσε το κεφάλι του από την ανοιχτή πόρτα να δει.

Γιατί κλαις, παιδί μου.

Ούτε το κατάλαβα ότι έκλαιγα. Υγρασίες μπαμπά. Τίποτα. Οκέι. Το τσεκάρω απλώς.

Δεν άντεξε, βγήκε εκείνος. Θα δω, μου λέει απο κάτω τι γίνεται. Αν έχει σαπίλες.

Ανέβηκα στη φυσούνα, στο παλιό κρεβάτι. Νωπά κι εδώ όλα. Ξάπλωσα όπως παλιά. Περίεργη μυρωδιά κλεισούρας. Και νωπά όλα ρε γαμώτο.

Θυμήθηκα την κρυψώνα. Με το δεξί χέρι ψηλάφισα προς τα πίσω και κάτω, τη βρήκα αμέσως, το χέρι θυμόταν ακόμα. Περίεργο, είχα πολλά χρόνια να κρύψω κάτι εκεί. Την είχα ξεχάσει.

Έπιασα ένα χαρτί μέσα – μέσα χωμένο. Το έβγαλα έξω. Δικά μου γράμματα.

Διάβασα τα στοιχεία μου πάνω. Ονοματεπώνυμο, τηλέφωνο, διεύθυνση.

«Προς όποιον το βρει, σας παρακαλώ να έρθετε σε επαφή μαζί μου απο τον Ιούνιο του 1996 και μετά. Θα τον αγοράσω πίσω. Σας ικετεύω. Δεν με ακούνε εδώ. Αλλά είναι δικός μου. Εδώ γεννήθηκα, έχει σημασία. Πρέπει να μείνει μαζί μου. Θα έχω πολλά χρήματα τότε. Θα σας πληρώσω όσα θέλετε. Μη με ξεχάσετε». Πίτα στα ορθογραφικά.

Θυμήθηκα. Γύρω στα δέκα ήμουν όταν ο μπαμπάς είπε φευγαλέα ότι ήθελε να τον πουλήσει. Φαίνεται είχα κρυφακούσει πάλι και το ‘μαθα. Γιατί δε θυμάμαι επίσημη ανακοίνωση, ούτε οικογενειακό συμβούλιο. Τίποτε άλλο. Απο την τρομάρα μου σκέφτηκα προφανώς, ότι όποιος το πάρει θα έχει παιδί. Και το παιδί θα βρει την κρυψώνα. Τα παιδιά πάντα βρίσκουν την κρυψώνα. Άρα θα βρει και το γράμμα. Και δε μπορεί, θα το διαβάσει. Δε μπορεί, θα καταλάβει. Και άρα θα επιστρέψει σε μένα, όταν πια θα είμαι δεκαοχτώ ετών. Φαίνεται στα δέκα μου πίστευα ότι στα δεκαοχτώ μου θα είμαι ζάμπλουτη και άρα όσα κι αν μου ζητήσουν θα τα δώσω και θα τον πάρω πίσω. Θα τον ελευθερώσω.

Βέβαια ποτέ δεν πουλήθηκε. Το γράμμα φαίνεται ξεχάστηκε. Ή ίσως να το άφησα τότε για καλό και για κακό εκεί. Ποιος ξέρει. Δε θυμάμαι.

Έχει σαπίλες απο κάτω. Θέλει και λάστιχα, μικρή. Θέλει καινούριο κιβώτιο ταχυτήτων, φρένα. Μπαταρία. Δε γίνεται αμμοβολή, θα μας μείνει στο χέρι. Θέλει μερεμέτι σιγά σιγά με το χέρι, τμήμα – τμήμα. Βάψιμο. Θέλει πολλά. Μόνο η μηχανή είναι εντάξει. Πάμε σπίτι, θέλει συζήτηση. Κουνάει το κεφάλι του. Έχει στεναχωρεθεί, άλλα ήλπιζε να βρει.

Σκέφτομαι ήδη ότι θα συγκληθεί και πάλι οικογενειακό συμβούλιο.

Μπαμπά, δες αυτό. Του δίνω το γράμμα. Καταλαβαίνει. Χαμογελάει. Υγρασία και αυτός. Και εμείς.

Δείχνω εγώ. Εγώ, αυτή τη φορά. Του το χρωστάω. Ήρθε ο καιρός.

teatime.jpg

20 πράγματα

[που πρέπει να έχεις κάνει οπωσδήποτε μέχρι τα 30]

[και σε κάνουν περήφανο τώρα πίνοντας τον πρώτο σου καφέ]

[το κομμάτι διαβάζεται καλύτερα με Batucada του Towa Tei feat. Bebel Gilberto, αφιερωμένο στον Σ. όλο]

1. Να έχεις κάψει κουζινικό σκεύος στην προσπάθειά σου να μαγειρέψεις κάτι. Ολοσχερώς. Αν έβαλες φωτιά και στην ίδια την κουζίνα ακόμη καλύτερα.

2. Να έχεις σκάσει ένα κάρο λεφτά σε εγγραφή γυμναστηρίου (με σκοπό απώτερο να κόψεις το τσιγάρο), να σου παίρνουν μέσω τραπέζης το μηνιαίο χαράτσι (όσα δίνεις το μήνα για τσιγάρα), αλλά εσύ να μην έχεις πατήσει παρά μόνο την πρώτη φορά. Για την εγγραφή. Αλλά να μη ξεγράφεσαι, γιατί «θα πάω αύριο, αλλά ας κάνω ένα τσιγάρο τώρα να το σκεφτώ».

3. Να έχεις απαντήσει με 12345 διαφορετικούς και άκρως εξωτικούς τρόπους στην ερώτηση «και; με τι είπαμε ότι ασχολείσαι τώρα, αν επιτρέπεται;», μόνο και μόνο για να δεις τη φάτσα του απέναντι.

4. Να ντρέπεσαι να περάσεις έστω και απο την απέναντι μεριά του δρόμου, μπροστά απο το μαγαζί το οποίο σε έζησε το προηγούμενο βράδυ απο φόβο μη σε πάρει κανένας απο τη χτεσινή βάρδια χαμπάρι (και ή σου ζητήσει αυτόγραφο, ή σου βγάλει την πέτσα).

5. Να φας κάτι χαλασμένο. Επειδή δεν το κατάλαβες έγκαιρα (περίεργη γεύση είχε το παστίτσιο σήμερα).

6. Να μετράς τα σεντ (τις δραχμές παλαιότερα) ένα προς ένα για να πας να πάρεις τα απαραίτητα για δυο μέρες (τσιγάρα, ψωμί, πακέτο μακαρόνια).

7. Σε μια κρίση ταυτότητας/προσωπικότητας/es muss sein/μαλακίας, να έχεις πάει να βάψεις τα μαλλιά σου πράσινα/μωβ/μπλε/κατράμι μαύρα. Εκείνη τη στιγμή να νομίζεις ότι είσαι η προσωποποίηση του κουλ. Και μετά απο λίγες ώρες κιόλας να προσπαθείς να τα επαναφέρεις. Επί έναν μήνα. Μάταια.

8. Να έχεις πάει Άμστερνταμ (απο το οποίο δε θυμάσαι τί-πο-τα μετά), Βερολίνο (όπου και την έβγαζες με φαλάφελ και κεμπάπ σε Τούρκους για να βγεις το βράδυ Τρεζόρ), Βιέννη (όπου σιχάθηκες τα μουσεία, μετά το ένατο που επισκέφτηκες σερί), Ρώμη (όπου έπιασες τον εαυτό σου να δακρύζει μπροστά απο βιτρίνες), Βαρκελώνη (όπου ερωτεύτηκες σφόδρα και αλμοδοβαρικά, αλλά φυσικά δεν ευδοκίμησε) και Λονδίνο (απο όπου ή δεν ήθελες να φύγεις ή το μίσησες, τίποτε ενδιάμεσο).

9. Να έχεις πεθάνει τουλάχιστον μία φορά τη μαμά/γιαγιά/θεία ή τον μπαμπά/παππού/θείο λόγω εξεταστικής/αργοπορίας/μαλακίας/απιστίας. Και φυσικά να ξεχνιέσαι και να την/τον ζωντανεύεις μετά, στη ροή μιας άσχετης συζήτησης, βλέποντας το συνομιλητή σου να αποκτά μάτια τάλιρα και πρασινωπό κομπλέξιον.

10. Να τελειώσεις μια σχέση μέσω τηλεφώνου/ποστ ιτ/μέηλ/μηνύματος/εμ ες εν, επειδή φοβάσαι ότι σε τετ α τετ συνάντηση θα γίνεις κακός ή θα λιγοψυχήσεις. Και τελικά να προκαλείς ακριβώς αυτό.

11. Να ξεκινάς μια σχέση μέσω τηλεφώνου/ποστ ιτ/μέηλ/μηνύματος/εμ ες εν επειδή κωλώνεις. Και τελικά στην πορεία να καταλαβαίνεις ότι στην αναβροχιά γίνονται οι πιο θηριώδεις μαλακίες.

12. Να έχεις κόψει την καλημέρα σε φίλη/φίλο με την οποία/οποίο νόμιζες ότι θα γεράσεις μαζί. Και δεν κατάλαβες ποτέ πραγματικά γιατί. Και πως. Αλλά μέσα σου να ξέρεις ότι δε γινόταν τελικά αλλιώς.

13. Να έχεις πει «είμαι ερωτευμένος» και «σ’αγαπώ» άπειρες φορές επειδή μάλλον ήθελες να είσαι κι όχι επειδή όντως ήσουν. Και όταν τελικά το ένιωσες σε όλο του το μέγεθος, να πάλευες, πρώτον, να πείσεις τους γύρω σου ότι αυτή τη φορά ήταν όλα διαφορετικά και δεύτερον, να βρεις καινούρια λέξη-φράση. Επειδή μέσα σου η άλλη είχε ξεφτίσει και χάσει ήδη κάθε σημασία.

14. Να έφτασες σε σεξ ντέιτ κι ο άλλος να σου βγήκε τελικά βέρι κίνκυ απο το πουθενά. Τόσο, που να γύρισες μπλε μαρέν σπίτι. Και να μην τον ξαναείδες, αλλά εκείνη η μία φορά να σου έμεινε. Κουσούρι. Όπως η μελανιά.

15. Να τράκαρες μία έστω φορά. Να σε έγραψαν έστω μία φορά. Να σε χτύπησαν έστω μία φορά. Και φυσικά σε καμία απο τις άνωθεν περιπτώσεις να μη βρήκες το δίκιο σου μετά.

16. Να έφαγες σε δύο μέρες 1000 ευρώ και να μη μπορείς να θυμηθείς που, πως και γιατί. Μόνο ότι ήταν υπέροχα. Και άλλες φορές, εσύ πάλι, να έβγαζες ένα μήνα με 100 ευρώ. Να θυμάσαι απο το άγχος που πήγε κάθε σεντ. Και να ήταν εξίσου υπέροχα.

17. Να παράτησες σχολή/δουλειά/παρέα/οικογένεια/πατρίδα/θρησκεία για γκομενοιστορία. Και ακόμη και τώρα και ενώ φυσικά δε σε πήγε η ιστορία πουθενά, να μη μετανιώνεις.

18. Να έκανες έστω μία φορά snowboard/kitesurf/sk8board/bungee jumping/αναρρίχηση/πτώση με αλεξίπτωτο. Και μετά να το έλεγες σε όλο τον κόσμο. Ίσως επειδή μέσα σου ήδη ήξερες, ότι κατά πάσα πιθανότητα δε θα υπάρξει δεύτερη φορά. Πλην της περιπτώσεως 17. Ή αν σου δώσουν την αξία του Ντάιαμοντ Χόουπ σε λεφτά.

19. Σε ισχνούς καιρούς να δούλεψες έστω για λίγο ως φλαιεράς/Γκρίνπις μπλαμπλάκιας/δωρητής σπέρματος/δωρητής αίματος/πειραματόζωο σε πανεπιστημιακή κλινική/αναγνώστης βιβλίων σε ηλικωμένους. Και φυσικά να μη το είπες ποτέ που-θε-νά.

20. Να άλλαξες κόμμα/αγαπημένο γκρουπ/μουσική/στέκι/παρέα/συνήθειες/στιλ/μέσο/χρώμα μαλλιών ή ματιών, αλλά ακόμα και δέρματος/πισί/φωτογραφική/ποτό/κομμωτή/χώρα/πόλη/σχολή/δουλειά, για να κάνεις μια καινούρια αρχή, μια μεγάλη αλλαγή, αλλά να συνειδητοποίησες αμέσως μετά, ότι ποτέ μα ποτέ μα ποτέ δεν άλλαξες εσύ πραγματικά. Και να ένιωσες ακριβώς εκείνη τη στιγμή κάτι σαν έρωτα για την πάρτη σου.

red-haired-girl-by-aussie-patches.jpg

Τη γνώρισα το καλοκαίρι του ’95 στη Σάρτη, ένα βράδυ που είχα πάει με τον Μπεν για ποτό στο Μπελ Ερ, στην ανηφόρα προς την έξοδο. Προς δευτέρα Λυκείου εγώ, κομμάτι μεγαλύτερη εκείνη, ίσως τρία χρόνια.

Γι ‘αυτό μάλλον της έμεινε και για χρόνια το κουσούρι να με προσέχει σαν μεγαλύτερη αδερφή.

Την είχα προσέξει απο καιρό επειδή είχε κατακόκκινα μαλλιά. Στο χρώμα της κέτσαπ. Σαν του Φρου Φρου. Και απο τις τσέπες της προεξείχαν πάντα ξυλομπογιές και μαρκαδοράκια. Τα δάχτυλά της είχαν πάντα χρώματα επάνω. Μουντζούρες.

Ήταν και σε παρέα γνωστών. Όπου πηγαίναμε μπροστά μας.

Ζένια τη λέγαν. Ζου τη φωνάζαμε. Και όταν έμπαινε στο χώρο, θαρρείς και τους έβγαζε όλους σε μορφή μίνι απο το τσεπάκι της, έτσι έμοιαζε. Έλεγε υπέροχες ιστορίες, γελούσε τόσο δυνατά που την άκουγαν μέχρι το Πόρτο Κουφό στο λιμάνι και όταν έβρισκε έστω και μια λευκή χαρτοπετσέτα μπροστά της, είτε ήταν μέρα είτε νύχτα, τη γέμιζε με σκίτσα μέσα σε δεύτερα. Εκείνο τον καιρό είχε μανία να ζωγραφίζει την αδερφή της σε απανωτές επιθέσεις πάνω σε πλάκες λευκές, αθώου τυριού.

Είχε και μια μανία με τα αποσιωπητικά. Έβαζε όσο πιο πολλά μπορούσε. Όλα εννοούνταν για εκείνη. Αλλά ποτέ τρεις μόνο τελείες. Πάντα τέσσερις. «Η εκδίκηση της τέταρτης τελείας», έλεγε.

Σπούδαζε κάτι. Δε θυμάμαι. Διαιτολογία ίσως; Κοινωνική λειτουργός; Ειλικρινά δε θυμάμαι. Κάτι που ούτε το συζητούσε καν. Το προσπερνούσε πάντα.

Δεν κάναμε παρέα ποτέ ιδιαίτερα. Αλλά πάντα είχε το νου της πάνω μου. Να με προσέχει. Κι εγώ πάντα την έψαχνα με τα μάτια, όποτε κατέβαινα προς Σάρτη ή Συκιά. Ίσως γιατί δίπλα της ένιωθα ασφάλεια. Απο φίλη μέχρι τότε δεν είχα νιώσει τόση ασφάλεια ποτέ. Ακόμα και τα επόμενα δυο καλοκαίρια. Και τους αντίστοιχους χειμώνες.

Ο χειμώνας ήταν πάντα το στοιχείο της, έτσι έλεγε, αλλά το καλοκαίρι της πήγαινε περισσότερο. Κι ας μη το παραδέχτηκε ποτέ.

Τα χρόνια πέρασαν, φυσικά χαθήκαμε. Δε περίμενε κανείς άλλωστε το αντίθετο. Δε μας έδενε τίποτα απολύτως.

Και την ξαναείδα την άνοιξη του 2003 στο Βασιλικό Θέατρο, όταν χρειάστηκε να γράψω ένα κομμάτι για το Φεστιβάλ Κόμιξ για τις Επιλογές της Μακεδονίας. Ήταν εκεί. Πρώτη μούρη, χωμένη μέσα για τα καλά. Και πάλι με μαρκαδόρους να προεξέχουν απο τις τσέπες της και πιο κόκκινα μαλλιά απο ποτέ, πιασμένα σε κοτσίδες σα δεκαοχτώ χρονών κοριτσάκι. Σα να μην είχε περάσει στην πραγματικότητα ούτε μία μέρα απο εκείνο το πρώτο καλοκαίρι.

Ανάμεσα στον Κιουτσούκη και τον Τσούκη να υπογράφει τεύχη.

Σοβαρεύτηκα, μου λέει στο αφτί, όταν πήγα να τη χαιρετήσω και να φύγω, εκείνο το βράδυ. Σοβαρεύτηκα και είπα επιτέλους να ακολουθήσω αυτό που πάντα ήθελα. Μη χάνεις χρόνο, μικρή, κάντο κι εσύ.Περνάνε τα γαμημένα τα χρόνια και ανάθεμα αν μένει πίσω μας τίποτα. Μη χάνεις χρόνο.

Ανταλλάξαμε τηλέφωνα. Που φυσικά καπάκι χάσαμε. Έτσι πάει.

Σεπτέμβρης και κάνει ψύχρα σήμερα.

Και σκεφτόμουν απο το πρωί τη Ζένια.

Έχω στα χέρια μου το Red Dot Comix της (Εκδόσεις Ένατη Διάσταση). Το βρήκα χτες στο κέντρο και μου ερχόταν να φιλήσω τον βιβλιοπώλη στο στόμα.

Και δεν έχω καν τα στοιχεία της, έστω το τηλέφωνό της, κάτι, να την πάρω και να της πω, πόσο περήφανη είμαι. Που δουλεύει με τον Τραγάκη, που έχει πίσω της την Ένατη Διάσταση, που κάνει αυτό που αγαπάει πιο πολύ. Που το περιοδικάκι της φωνάζει Ζου απο πέντε χιλιόμετρα μακριά.
Να της πω ότι ακόμα έχω κρατημένες εδώ τις χαρτοπετσέτες απο το Μπελ Ερ που είχε γεμίσει. Δεκάδες απο δαύτες. Και δυο σουβέρ.

Φιλί, Ζου, όπου κι αν είσαι.

pict0002.jpg

Το όνομά της είναι Huong Thi Lo.

Το πιο γλυκό μουτράκι που είδα εδώ και πολύ καιρό. Ντροπαλή στη φωτό, λίγο παραξενεμένη, δαγκώνει το κάτω χείλος της, όπως έκανα κι εγώ παιδί πάντα. Δεν έχω scanner στο σπίτι. Οπότε η φωτό της είναι θολή. Αλλά είναι ένα πολύ όμορφο μικρό κοριτσάκι.

Μια σταλιά ανθρωπάκι.

Εννιά ετών. Ζει στο Λάι Τσάου του Βιετνάμ μαζί με τους γονείς της και τα δυο της αδερφάκια. Η οικογένειά της εκτρέφει ζώα για να επιβιώσει και κατοικεί σε σπίτι φτιαγμένο απο πηλό σε ξύλινη πιλοτή.

Η κοντινότερη πηγή καθαρού πόσιμου νερού βρίσκεται μακριά απο το σπίτι της, οπότε αναγκάζεται να περπατάει μεγάλες αποστάσεις για να μεταφέρει νερό στην οικογένειά της.

Το σχολείο της είναι μια αχυρένια παράγκα χωρίς διδακτικό και μαθησιακό εξοπλισμό, τουαλέτες και πόσιμο νερό. Αλλά πηγαίνει γιατί εκεί ξεχνιέται και το αγαπάει.

Τώρα μαθαίνει δειλά δειλά τις πρώτες της λέξεις στα Αγγλικά.

Γραμματάκια ορνιθοσκαλίσματα.

«Γνωριστήκαμε» σήμερα. Με τον πρωινό μου καφέ έφτασε το γραμματάκι της.

Στρώθηκα κι εγώ να της γράψω. Δε νομίζω να αγχώθηκα ποτέ πιο πριν τόσο πολύ για ένα τόσο μικρό γράμμα. Έγραψα κι έσκισα δεκάδες φύλλα χαρτιού. Να της πω αυτό ή εκείνο. Να ξεκινήσω έτσι ή αλλιώς. Μήπως την κουράσω. Πως να τα γράψω πιο απλά. Γίνεται πιο απλά;

Όλα τελικά απλά.

[και σκέφτομαι το μικρό αγοράκι απο την Αρτέμιδα, που το ρώτησαν οι δημοσιογράφοι κατά τη διάρκεια του τηλεμαραθωνίου απόψε, τι θέλει. και απάντησε «χυλοπίτες και ένα ποδήλατο με δυο ταχύτητες». και έσπευσαν οι ποδηλατοβιομηχανίες, πριν καλά καλά προλάβει να περάσει πεντάλεπτο να στείλουν ποδήλατα και μαζεύτηκαν 250. τέτοιοι είμαστε πανάθεμά μας. επιστροφή στα απλά. και μπορεί να είμαστε ως λαός πολλά, αλλά βοηθάει άνθρωπος άνθρωπο στον χαμό. τέτοιοι ήμασταν πάντα. άλλος ένας νεκρός σήμερα, υπέκυψε στα εγκαύματά του. 66 + 11 = 77. αλλά γεννήθηκε και ένα αγοράκι μαθαίνω, μέσα στις πυρκαγιές, πρόωρα και επέζησε. θα το βγάλουνε Χρήστο. και μαζεύονται χρήματα απο τον κόσμο. και να δεις που όλα θα πάνε καλά. όλα. έτσι απλά]. 

_____________________________________________________________________________________

Ρώτησα στα γραφεία της Actionaid, τι λένε στην ίδια, ότι εγώ της είμαι. Απο περιέργεια.

Κάτι σαν «νονά» για τα δικά μας δεδομένα, μου απάντησαν, αλλά επειδή ο όρος της είναι άγνωστος, μια φίλη. Κάποια που τη βοηθάει οικονομικά, έτσι ώστε να μη παρατήσει το σχολείο, να έχει ιατρική περίθαλψη στους χώρους που οργάνωσε και λειτουργεί η Actionaid. Η ίδια και τα αδερφάκια της.

Νονά, λοιπόν. Κοίτα να δεις. Έγινα νονά!

____________________________________________________________________________________

Info box:

ActionAid Ελλάς:
Φαλήρου 52
117 41 Αθήνα
Τηλ.: 210 9212321
Fax: 210 9212376
info.hellas@actionaid.org

Είστε υποστηρικτής και θέλετε να επικοινωνήσετε μαζί μας; Καλέστε μας καθημερινά στο 210 9212321, 09.00-17.00
Θέλετε να μάθετε περισσότερες πληροφορίες για τη δράση μας ή να σας στείλουμε ενημερωτικό υλικό; Καλέστε στο 801 11 900 800 (09.00-22.00).

*22 ευρώ το μήνα ή αλλιώς 75 λεπτά την ημέρα -λιγότερο από όσο στοιχίζει ένα εισιτήριο του μετρό- είναι η εισφορά του κάθε Αναδόχου.

elvis-out.jpg

Με Klaus Nomi, Total Eclipse ασορτί. Και να με πιάνει απο τη μέση για πιρουέτα στο ρεφρέν.
Και μετά μπουγέλο με παγάκια και βότκες, και με το πιστόλι νερού πίσω απο το μπαρ.

Και όποιος πάει να διακόψει, παρακαλώ φύγετε απο το μαγαζί.

Και δεν αλλάζω τελικά. Ούτε εγώ ούτε ο Σ, ούτε ο Κ., ούτε ο Π., ούτε ο Γ., ούτε κανείς απο όσους εγώ επιλέγω να είναι γύρω μου.

Και άντε σάλτα και γαμήσου εσύ, ο όποιος εσύ που θα μου επιβάλει να σκέφτομαι και να γράφω και να είμαι και να συμπεριφέρομαι και να μιλάω αλλιώς.

Που θα μου αλλάξεις τους κώδικές μου. Αυτά που μέσα μου έχω για ιερό και όσιο.

Που χωρίς αυτά δεν.

Πυρκαγιές και πλημμύρες και καταποντισμοί και χιόνια και καταιγίδες και τσουνάμι. Και ειδικές ανταποκρίσεις και έκτακτα δελτία. Και τι είπε ο τάδε για τον δείνα. Και τι απάντησε ο δείνα για τον τάδε. Και τι συμπέρανε το σπίρτο η άλλη που ντεμέκ τους συντόνιζε.

Αρκεί να μην αλλάξεις μέσα σου. Ακούς;

Να δεις, να αναγνωρίσεις τι είσαι για να μη σε πούνε και μαλάκα αύριο – μεθαύριο, αλλά αλλαγές μετά την απομάκρυνσή σας απο το ταμείο δε γίνονται πραγματικά. Φίλε, αυτό κράτα. Ότι κι αν συμβεί.

Αυτά με τα οποία ζούσες παιδί. Αυτά μέσα σου.

Ως έχειν, να τα αφήσεις. 21 ακριβώς. Μην αφαιρέσεις ούτε μιλιγκράμ.

…να το δεις ξανά;

Λογαριασμοί για τους πληγέντες:

Τράπεζα της Ελλάδος: 2341103053
Millenium 8299598 και 8299605
Πειραιώς 5011 033 412 436
Eurobank 3-0200 663 696
Ειδικός Λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας 146/546010-7
Emporiki Bank  86181428

Νεότερα.

Ας αναπαυθεί η ψυχή των [65 + 11 =] 76.

Ας ελπίσουμε να μη μεγαλώσει άλλο το νούμερο. Να μείνει έστω εδώ. Εκεί που μπήκε η τελεία.

Όλα τα άλλα τα μπορούμε.

Και θα τα μπορέσουμε ξανά.