red-haired-girl-by-aussie-patches.jpg

Τη γνώρισα το καλοκαίρι του ’95 στη Σάρτη, ένα βράδυ που είχα πάει με τον Μπεν για ποτό στο Μπελ Ερ, στην ανηφόρα προς την έξοδο. Προς δευτέρα Λυκείου εγώ, κομμάτι μεγαλύτερη εκείνη, ίσως τρία χρόνια.

Γι ‘αυτό μάλλον της έμεινε και για χρόνια το κουσούρι να με προσέχει σαν μεγαλύτερη αδερφή.

Την είχα προσέξει απο καιρό επειδή είχε κατακόκκινα μαλλιά. Στο χρώμα της κέτσαπ. Σαν του Φρου Φρου. Και απο τις τσέπες της προεξείχαν πάντα ξυλομπογιές και μαρκαδοράκια. Τα δάχτυλά της είχαν πάντα χρώματα επάνω. Μουντζούρες.

Ήταν και σε παρέα γνωστών. Όπου πηγαίναμε μπροστά μας.

Ζένια τη λέγαν. Ζου τη φωνάζαμε. Και όταν έμπαινε στο χώρο, θαρρείς και τους έβγαζε όλους σε μορφή μίνι απο το τσεπάκι της, έτσι έμοιαζε. Έλεγε υπέροχες ιστορίες, γελούσε τόσο δυνατά που την άκουγαν μέχρι το Πόρτο Κουφό στο λιμάνι και όταν έβρισκε έστω και μια λευκή χαρτοπετσέτα μπροστά της, είτε ήταν μέρα είτε νύχτα, τη γέμιζε με σκίτσα μέσα σε δεύτερα. Εκείνο τον καιρό είχε μανία να ζωγραφίζει την αδερφή της σε απανωτές επιθέσεις πάνω σε πλάκες λευκές, αθώου τυριού.

Είχε και μια μανία με τα αποσιωπητικά. Έβαζε όσο πιο πολλά μπορούσε. Όλα εννοούνταν για εκείνη. Αλλά ποτέ τρεις μόνο τελείες. Πάντα τέσσερις. «Η εκδίκηση της τέταρτης τελείας», έλεγε.

Σπούδαζε κάτι. Δε θυμάμαι. Διαιτολογία ίσως; Κοινωνική λειτουργός; Ειλικρινά δε θυμάμαι. Κάτι που ούτε το συζητούσε καν. Το προσπερνούσε πάντα.

Δεν κάναμε παρέα ποτέ ιδιαίτερα. Αλλά πάντα είχε το νου της πάνω μου. Να με προσέχει. Κι εγώ πάντα την έψαχνα με τα μάτια, όποτε κατέβαινα προς Σάρτη ή Συκιά. Ίσως γιατί δίπλα της ένιωθα ασφάλεια. Απο φίλη μέχρι τότε δεν είχα νιώσει τόση ασφάλεια ποτέ. Ακόμα και τα επόμενα δυο καλοκαίρια. Και τους αντίστοιχους χειμώνες.

Ο χειμώνας ήταν πάντα το στοιχείο της, έτσι έλεγε, αλλά το καλοκαίρι της πήγαινε περισσότερο. Κι ας μη το παραδέχτηκε ποτέ.

Τα χρόνια πέρασαν, φυσικά χαθήκαμε. Δε περίμενε κανείς άλλωστε το αντίθετο. Δε μας έδενε τίποτα απολύτως.

Και την ξαναείδα την άνοιξη του 2003 στο Βασιλικό Θέατρο, όταν χρειάστηκε να γράψω ένα κομμάτι για το Φεστιβάλ Κόμιξ για τις Επιλογές της Μακεδονίας. Ήταν εκεί. Πρώτη μούρη, χωμένη μέσα για τα καλά. Και πάλι με μαρκαδόρους να προεξέχουν απο τις τσέπες της και πιο κόκκινα μαλλιά απο ποτέ, πιασμένα σε κοτσίδες σα δεκαοχτώ χρονών κοριτσάκι. Σα να μην είχε περάσει στην πραγματικότητα ούτε μία μέρα απο εκείνο το πρώτο καλοκαίρι.

Ανάμεσα στον Κιουτσούκη και τον Τσούκη να υπογράφει τεύχη.

Σοβαρεύτηκα, μου λέει στο αφτί, όταν πήγα να τη χαιρετήσω και να φύγω, εκείνο το βράδυ. Σοβαρεύτηκα και είπα επιτέλους να ακολουθήσω αυτό που πάντα ήθελα. Μη χάνεις χρόνο, μικρή, κάντο κι εσύ.Περνάνε τα γαμημένα τα χρόνια και ανάθεμα αν μένει πίσω μας τίποτα. Μη χάνεις χρόνο.

Ανταλλάξαμε τηλέφωνα. Που φυσικά καπάκι χάσαμε. Έτσι πάει.

Σεπτέμβρης και κάνει ψύχρα σήμερα.

Και σκεφτόμουν απο το πρωί τη Ζένια.

Έχω στα χέρια μου το Red Dot Comix της (Εκδόσεις Ένατη Διάσταση). Το βρήκα χτες στο κέντρο και μου ερχόταν να φιλήσω τον βιβλιοπώλη στο στόμα.

Και δεν έχω καν τα στοιχεία της, έστω το τηλέφωνό της, κάτι, να την πάρω και να της πω, πόσο περήφανη είμαι. Που δουλεύει με τον Τραγάκη, που έχει πίσω της την Ένατη Διάσταση, που κάνει αυτό που αγαπάει πιο πολύ. Που το περιοδικάκι της φωνάζει Ζου απο πέντε χιλιόμετρα μακριά.
Να της πω ότι ακόμα έχω κρατημένες εδώ τις χαρτοπετσέτες απο το Μπελ Ερ που είχε γεμίσει. Δεκάδες απο δαύτες. Και δυο σουβέρ.

Φιλί, Ζου, όπου κι αν είσαι.

Advertisements