80666061_ac4d3299f4.jpg

Νωρίς το πρωί πεταχτήκαμε με το μπαμπά απο κει.

Να δούμε με τι ακριβώς έχουμε να κάνουμε. Από που να ξεκινήσουμε.

Έσκασε έξω η μπογιά. Βρώμικος. Εγώ είχα το κλειδί, άνοιξα, μπήκα πρώτη μέσα. Άσε με, του λέω, πρώτα εγώ.

Ένιωσα το πάτωμα να κάνει κάτω απο τα πόδια μου γούβα. Χοροπήδησα ελαφριά, είχε ελαστικότητα πια, σαν τραμπολίνο σχεδόν, με πετούσε πάλι απαλά προς τα πάνω.

Τα παράθυρά του είχαν στα λάστιχα υγρασίες, έχουν πια φαγωθεί. Τα έπιπλα μέσα σχεδόν άθικτα. Σκονισμένα, νωπά, αλλά σχεδόν άθικτα.

Κοίταξα προς τα πίσω, στη φυσούνα. Το ξύλο απο πάνω έχει ξεκολλήσει, έχουν πεταχεί έξω οι ενώσεις, φαίνεται η μόνωση. Έσκασε. Έκανα να το αγγίξω, σταγόνες υγρασίας στα χέρια μου.

Ο μπαμπάς έχωσε το κεφάλι του από την ανοιχτή πόρτα να δει.

Γιατί κλαις, παιδί μου.

Ούτε το κατάλαβα ότι έκλαιγα. Υγρασίες μπαμπά. Τίποτα. Οκέι. Το τσεκάρω απλώς.

Δεν άντεξε, βγήκε εκείνος. Θα δω, μου λέει απο κάτω τι γίνεται. Αν έχει σαπίλες.

Ανέβηκα στη φυσούνα, στο παλιό κρεβάτι. Νωπά κι εδώ όλα. Ξάπλωσα όπως παλιά. Περίεργη μυρωδιά κλεισούρας. Και νωπά όλα ρε γαμώτο.

Θυμήθηκα την κρυψώνα. Με το δεξί χέρι ψηλάφισα προς τα πίσω και κάτω, τη βρήκα αμέσως, το χέρι θυμόταν ακόμα. Περίεργο, είχα πολλά χρόνια να κρύψω κάτι εκεί. Την είχα ξεχάσει.

Έπιασα ένα χαρτί μέσα – μέσα χωμένο. Το έβγαλα έξω. Δικά μου γράμματα.

Διάβασα τα στοιχεία μου πάνω. Ονοματεπώνυμο, τηλέφωνο, διεύθυνση.

«Προς όποιον το βρει, σας παρακαλώ να έρθετε σε επαφή μαζί μου απο τον Ιούνιο του 1996 και μετά. Θα τον αγοράσω πίσω. Σας ικετεύω. Δεν με ακούνε εδώ. Αλλά είναι δικός μου. Εδώ γεννήθηκα, έχει σημασία. Πρέπει να μείνει μαζί μου. Θα έχω πολλά χρήματα τότε. Θα σας πληρώσω όσα θέλετε. Μη με ξεχάσετε». Πίτα στα ορθογραφικά.

Θυμήθηκα. Γύρω στα δέκα ήμουν όταν ο μπαμπάς είπε φευγαλέα ότι ήθελε να τον πουλήσει. Φαίνεται είχα κρυφακούσει πάλι και το ‘μαθα. Γιατί δε θυμάμαι επίσημη ανακοίνωση, ούτε οικογενειακό συμβούλιο. Τίποτε άλλο. Απο την τρομάρα μου σκέφτηκα προφανώς, ότι όποιος το πάρει θα έχει παιδί. Και το παιδί θα βρει την κρυψώνα. Τα παιδιά πάντα βρίσκουν την κρυψώνα. Άρα θα βρει και το γράμμα. Και δε μπορεί, θα το διαβάσει. Δε μπορεί, θα καταλάβει. Και άρα θα επιστρέψει σε μένα, όταν πια θα είμαι δεκαοχτώ ετών. Φαίνεται στα δέκα μου πίστευα ότι στα δεκαοχτώ μου θα είμαι ζάμπλουτη και άρα όσα κι αν μου ζητήσουν θα τα δώσω και θα τον πάρω πίσω. Θα τον ελευθερώσω.

Βέβαια ποτέ δεν πουλήθηκε. Το γράμμα φαίνεται ξεχάστηκε. Ή ίσως να το άφησα τότε για καλό και για κακό εκεί. Ποιος ξέρει. Δε θυμάμαι.

Έχει σαπίλες απο κάτω. Θέλει και λάστιχα, μικρή. Θέλει καινούριο κιβώτιο ταχυτήτων, φρένα. Μπαταρία. Δε γίνεται αμμοβολή, θα μας μείνει στο χέρι. Θέλει μερεμέτι σιγά σιγά με το χέρι, τμήμα – τμήμα. Βάψιμο. Θέλει πολλά. Μόνο η μηχανή είναι εντάξει. Πάμε σπίτι, θέλει συζήτηση. Κουνάει το κεφάλι του. Έχει στεναχωρεθεί, άλλα ήλπιζε να βρει.

Σκέφτομαι ήδη ότι θα συγκληθεί και πάλι οικογενειακό συμβούλιο.

Μπαμπά, δες αυτό. Του δίνω το γράμμα. Καταλαβαίνει. Χαμογελάει. Υγρασία και αυτός. Και εμείς.

Δείχνω εγώ. Εγώ, αυτή τη φορά. Του το χρωστάω. Ήρθε ο καιρός.

Advertisements