Archives for the month of: Οκτώβριος, 2007

by-marie-c-cudraz_portrait-d-animaux.jpg

Μια εβδομάδα έλειψα απο το διαδίκτυο κι έχασα κι άλλο ενεργό κλινικό φαινόμενο σε δράση.Μαθαίνω για τον Κύπριο φοιτητή του τμήματος Μηχανικών Οικονομίας και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, που αυτή τη στιγμή βρίσκεται (κρύβεται) στην Αγγλία. Για αυτόν τον ψυχάκια (ονόματι Παναγιώτης Κυριάκου) που βασάνισε το αδέσποτο πεινασμένο σκυλί μέχρι θανάτου με καυτό λάδι (και δόλωμα ένα λουκάνικο).

Διαβάζω πως τον κυνηγάνε οργισμένοι ιστολόγοι και ακόμη πιο οργισμένοι φιλόζωοι και κάτοικοι του νησιού για να του μάθουν το «γουέλκαμ» απο την ανάποδη. Ελπίζω να τον κυνηγάει και η Εισαγγελία. Αλλά συνήθως η ντίβα έρχεται τελευταία στη δεξίωση για πιο γκράντε σπετάκολο.

Έχω φρικάρει. Δε βρίσκω άλλη λέξη.

[Δεν είναι μόνο η τελική πράξη που με σοκάρει. Ακόμα και το δόλωμα που χρησιμοποίησε, τροφή σε πεινασμένο, όπως και το ότι τραβούσε το όλο σε βίντεο, σπαρταρώντας στο γέλιο,  συνιστά ενεργή κλινική περίπτωση. Το άτομο είναι επικίνδυνο για το κοινωνικό σύνολο.]

Δίπλα μου ξαπλωμένος ο Φρο. Έτσι μαζεμένος στο κρεβάτι του δείχνει σχεδόν κουτάβι. Τον κοιτάζω και θυμάμαι μια φορά που κατά λάθος του πάτησα την ουρά σε μια βίαιη κίνηση στο παιχνίδι μας. Θυμάμαι το ουρλιαχτό του. Είχα διπλωθεί αυτόματα στα δυο να τον αγκαλιάσω, να του ζητήσω συγνώμη με χάδια αφού λέξεις ίσως να μην καταλαβαίνει, να του δείξω ότι ήταν απο λάθος.

Θυμάμαι και τα δεκάδες γατάκια στη γειτονιά όταν ακόμη πήγαινα στο δημοτικό. Καλοκαίρια και μόνο νιαουρίσματα στην άδεια γειτονιά. Και μετά εν μια νυκτί όλα σφαγμένα. Δίχως μάτια. Με βγαλμένα τα σωθικά. Σε κάθε πιθανή γωνιά αφημένα μες το αίμα να τα βρίσκουμε εμείς το ‘να μετά το άλλο. Πριν συνέλθουμε απο το ένα σοκ καπάκι το επόμενο. Και μια της γειτονιάς, οι ενήλικες τη λέγανε τρελή, ακόμα έτσι τη λένε, να κλαίει και να χτυπιέται για εκείνα για εβδομάδες.

Θυμάμαι εκείνο το χειμώνα που ποντίκια εισέβαλαν στα περισσότερα διαμερίσματα της γειτονιάς. Τον πανικό των ενηλίκων. Τα γέλια τα δικά μας. Τις παγίδες με το τυράκι, τα ειδικά σπρέι και χάπια. Και μετά που εξαφανίστηκαν και εκείνα. Δόξα τω Θεώ, έλεγαν οι ενήλικες, τα ξεφορτωθήκαμε και αυτά.

Και την επόμενη χρονιά ήρθαν τα τρία μεγάλα σκυλιά. Όλα μπεζ καφετιά. Και ένα βράδυ θυμάμαι τον κύριο της τελευταίας πολυκατοικίας στη γωνία, με ένα μυτερό μεταλλικό μπαστούνι, που χτυπούσε το σώμα του ενός τους, μέχρι που του έσπασε όλα τα κόκκαλα. Κοιτούσαμε όλοι απο τα μπαλκόνια. Αμίλητοι. Η μαμά είχε δάκρυα στα μάτια. Η μαμά που πάντα μισούσε τα σκυλιά. Τα άλλα δυο δεν τα ξανάδαμε.

Θυμάμαι και εκείνο το καλοκαίρι, εγώ στα 16, με τη Λ. για μπάνιο στο Κριαρίτσι με το κόκκινο Ρενό 5, τη Ρένα, μέσα στο χωματόδρομο να πετιέται ένα γατί απο το πουθενά ξαφνικά. Δεν πρόλαβε να πατήσει φρένο. Και μετά τα κλάμματα. Γατίσια κλάμματα και να σπαρταράει. Και η Λ. να βάζει όπισθεν και μετά πρώτη ξανά. Για να μη βασανίζεται. Να τελειώσει πιο γρήγορα. Να κλαίμε και οι δυο, αλλά το γατί ακόμα να το παλεύει. Και τρίτη φορά. Και τέλος.

Και μετά απο πολλά χρόνια -πριν εννιά μήνες- εμφανίστηκε ένα μεσαίου μεγέθους σκυλί, μπάσταρδο και πανέμορφο, όπως όλα τα μπάσταρδα στη ζωή. Απο το πουθενά μια μέρα έσκασε μύτη και έκτοτε ζει εδώ. Με όλους μας. Κοιμάται στις εισόδους των πολυκατοικιών. Στα πατάκια επάνω. Τρώει απο πέντε κουπάκια, πίνει νερό απο άλλα πέντε, ένα σε κάθε δέντρο. Τα παιδιά την έβγαλαν Λίζα Παπασταύρου γιατί είναι τσαχπίνα και παιχνιδιάρα. Τη φωνάζουμε Λίζα. Πηγαίνει τα μικρά κάθε πρωί στο σχολείο και μετά γυρίζει, αλλά θαρρείς και έχει ρολόι, όταν έρθει η ώρα, πάει το μεσημέρι και τα φέρνει πάλι πίσω. Όταν κατεβαίνω να πάρω τσιγάρα αργά το βράδυ, έρχεται κάθε φορά μαζί. Μετά με γυρίζει μέχρι την είσοδο του σπιτιού, δίνει το ένα της πόδι σαν χειραψία και πάει στο πατάκι της, σε ένα απο όλα.

[Την τρίτη εβδομάδα της εμφάνισής της, μια νεαρή μαμά την είχε χτυπήσει με την τσάντα της στο κεφάλι επειδή έκανε να πλησιάσει στο καροτσάκι του μωρού της. Και ήταν η πρώτη φορά που βγήκαμε στα μπαλκόνια πολλοί, άλλοι -μαζί και η τρελή- κατέβηκαν κάτω τρέχοντας να αγκαλιάσουν το σκυλί και να λιντσάρουν τη γυναίκα. Ίσως χόρτασαν επιτέλους τα μάτια όλων βία και οι ψυχές μας τύψεις. Πρώτη φορά. Σε μία γειτονιά.]



baby-painting-by-john-zoller.JPG

Ξύπνησα κάπως χτες. Καλύτερα, χωρίς πυρετό. Και περίεργα, με νεύρα.

Και χρειαζόταν ένα τηλεφώνημα από μια ξένη για να με επαναφέρει.

Ήταν η Μερσιάννα Ελευθεριάδου από τον 958 της Θεσσαλονίκης.

Το τηλεφώνημα ήρθε στη φάση εκείνη της ημέρας, ξέρεις, λίγο πριν λυσσάξεις από πείνα το μεσημέρι, αλλά μετά από τρεις καφέδες και άπειρα τσιγάρα και σίγουρα καπάκι σε άλλο τηλεφώνημα στο οποίο κάποιος σε ξέχεσε αυτοκρατορικά κι εσύ χρειάζεσαι υπογλώσσια για να συνέλθεις.

Μου είπε ότι μας διαβάζει ανελλειπώς, δε χάνει λέει τεύχος κανένα, ούτε εκείνη αλλά ούτε κανείς μέσα στην ΕΤ3, οι κατοστάρες εξαφανίζονται. Ότι ψοφάει με τα εξώφυλλα, αλλά και με τη σελίδα στο τέλος, το No more words, κι ότι θέλει κι άλλες παρουσιάσεις νέων παιδιών. Καλύψατε κενό. Και τώρα δε θα γίνεται πια χωρίς. Να πιούμε καφέ, μου λέει, να γνωριστούμε από κοντά. Όλα μαζί κατεβατά.

Και μου έφτιαξε τη μέρα. Θα μου πεις, αυτό χρειαζόσουνα;

Έτσι φαίνεται. Χρειάζεται καμιά φορά ένας παντελώς ξένος να κάνει κάτι μικρό, κάτι αλλιώς, που ίσως να μην είναι καν τόσο αλλιώς, αλλά είναι ένα κάτι, ένα κάτι που σε κάνει να είσαι σχεδόν –οποία ύβρις, ιντίντ- ευτυχισμένος.

Της είπα, πως όποιος παίρνει τηλέφωνο εδώ και μιλάει μαζί μου, είναι έθιμο να γράφει και ένα κομμάτι στο καπάκι για το επόμενο τεύχος. Αλλιώς δε του ξαναμιλάω. «Μέσα», μου λέει και γελάει.

june-2007.jpgjuly-2007.jpg

Πέντε λεπτά μετά, πριν συνέλθω από την very very cocky situation (μία φορά στους έξι μήνες είναι νομίζω μια καλή αναλογία, επιστρέφω τώρα στις στάχτες μου, οκέι) ξανά τηλέφωνο. Ο Αλέξης. Το αγόρι του τελευταίου εξωφύλλου με το σκέιτ.

«Ρε μαλάκα, σκάνε μύτη γκόμενες στο μαγαζί και χαζογελάνε», μου λέει.

«Όταν τραβούσα με τον άλλον τη φωτό, και σαβουρντιζόμουν γιατί δε καθόταν σωστά το φλιπ, δε φανταζόμουν καν πόσο καλά θα μπορούσε η ίδια φωτό να κάτσει σε εξώφυλλο, νάις», φωνάζει.

Η Αρχοντή τρέχει με τις μεταφράσεις, η Λουκία στήνει – στήνει – στήνει και τελειωμό δεν έχει. Η Λένα τσεκάρει ύλη, μην αφήσαμε τίποτε απέξω και μας την πούνε από καμιά Νομαρχία Δράμας πάλι (κάθε μήνα μας τη λένε, αλλά αγαπιόμαστε ίδερ γουέι). Η Βέτη αγχώνεται, αλλά η Βέτη είναι για να αγχώνεται, γι’ αυτό την αγαπάμε, αγχώνεται, μπριζώνει και μας μπριζώνει όλους στη σειρά. Και ο Κώστας από κάποιο παράλληλο σύμπαν τακτοποιεί προβλήματα και κουνάει μαγικά ραβδάκια να λυθούν όλα. Χωρίς αυτόν εδώ τίποτα.

august-2007.jpgseptember-2007.jpg

«Είναι αυτό που θέλαμε, Κώστα;»

«Καλύτερο, Ντο».

Και σκέφτομαι τώρα, με τον τέταρτο για σήμερα καφέ, ότι τελειώνουμε το τεύχος Νοέμβρη, το έκτο κατά σειρά τεύχος. Πότε φτάσαμε στο έκτο;

Συνειδητοποίηση δεύτερη: δεν έχω γράψει λέξη στο μπλογκ για το «π». Μα πως είναι δυνατό; Κι όμως.

Ο Κ. λέει, επειδή είμαι κατά βάθος προληπτική. Για να μη φας τη γρουσουζιά σα μούντζα, μου λέει.

Αλλά δεν είναι αυτό.

 

october-2007.jpgnovember-2007.jpg

Τέλος πάντων.

Είμαστε στο έκτο μωρό. Σε λίγο φεύγει τυπογραφείο και αυτό.

Και θέλω τώρα, πριν το χάσω πάλι, να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στους ανθρώπους που το στήριξαν με κείμενά τους, με φωτογραφίες και έργα τους. Γιατί το χρωστάω.

Σώτη Τριανταφύλλου, χίλια ευχαριστώ για τα εξαιρετικά σου κείμενα, όπου κι αν είσαι κι ότι ώρα κι αν δείχνει το ρολόι, πολύτιμη βοήθεια.

Μανίνα Ζουμπουλάκη, ήσουν η πρώτη, άρα και γούρι μεγάλο, μικρό μου μεζουλίντ, να είσαι καλά να μας γράφεις. Από καινούρια παπούτσια για καινούρια τεύχη. Χρωστάω ακόμα ντινέρ, άι νόου!

Αλέξης Σταμάτης, ένα καλοκαίρι γεμάτο φωτό δικές μας, και μικρά μηνύματα και μέηλ, και υπέροχα κείμενα και μεγάλη δύναμη. Φιλί.

Αθήναιος, με έβγαλες την Παναγία στα ντεντλάιν, πανάθεμά σε, αλλά γράφεις εξαιρετικά Τέρας, οπότε το ράβω.

M. Hulot, ήσουν ο δεύτερος και πολυτιμότερος. Τη δική σου γνώμη φοβόμουν πιο πολύ απ’ όλων. Λαβ γιου.

Αύγουστε Κορτώ, μον πετί κανάρ, εγγύηση Φουρλής μου, εσύ και οι υπέροχες ιστορίες σου (ακόμα να στο συγχωρήσω ότι σε τρώω έναν χρόνο). Θυμάσαι εκείνο το απόγευμα στο Βούντερμπαρ πριν δυο χρόνια; Εσύ φταις για όλα.

Ηλίας Φραγκούλης, κυρίες και κύριοι, ο πυροβολημένος παρουσιαστής, λατρεμένος μπλόγκερ, ντεμί φάσιον βίκτιμ και το πιο τρανταχτό γέλιο του πλανήτη, με τα δεκάδες χαρισμένα πολλαπλά εγκεφαλικά σε κάθε σκισμένο ντεντλάιν και τις κειμενάρες σου, λατρεύω, λατρεύω, λατρεύω.

Νάσος Κυρατζόγλου για το υπέροχο καλούπι που μας έφτιαξε, art director του «π», και φίλος.

Δέσποινα ΠολυχρονίδουΑλέξανδρος ΣαλαμέςΑχιλλέας Χεκίμογλου : γιατί πάντα είναι δίπλα μας και δεν υπάρχει πολυτιμότερο. Οκέι, ίσως οι κειμενάρες τους. Κερδίσαμε φίλους τελικά. Αυτό δεν το αλλάζουμε με τίποτα. Κανείς μας. Χα!

Κλήμης ΜαστορίδηςΣτέργιος ΔελιαλήςΚατερίνα ΚαριζώνηΓιώργος Ματζουρανίδης – Πέτρος ΜαγγανάρηςΛίνα Στεφάνου Στέφανος ΜιχαηλίδηςΘάνος ΣαμαράςΕλένη Κραουνάκη Αλεξία ΞαφοπούλουΓιώργος ΣταμπολίδηςΓιάννης ΚούσκουραςΑλέξης ΦλωράκηςΣάκης ΣερέφαςΕύη ΛαμπροπούλουΓιάννης ΠαλαβόςΒασίλης Γάκης από την Αντιδημαρχία Θεσσαλονίκης: γιατί όταν τους ζητήθηκε χώθηκαν μέσα και έδειξαν εμπιστοσύνη. Και βοήθησαν με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Στα δύσκολα. Κυρίως μεταμεσονύχτιες ώρες. Μπίνγκο μέχρι μέσα.

Νίκος Λεγάκης, ξέρει αυτός γιατί.

Enteka, γι’ αυτή του την ατάκα: «Είναι τόσο υπέροχα παραπλανητικό να παίρνεις ένα έντυπο που περιμένεις ότι έχει απλά listings με τον συνηθισμένο τρόπο και τελικά να είναι όπως είναι».

 

Τους «καινούριους»: Vatraxokoritso (Στρ. Καλλάρη και πανταχού παρούσα γενικότερα), Identitycafe (Η.Π.Α.), Switters (Αθήνα), Μαρία Κουρκούτα (Παρίσι) και Κωνσταντίνος Πιλάβιος (Αθήνα): το έκτο μωρό θα είναι πανέμορφο και αλλιώτικο και φταίτε εσείς.

Τέλος, last but not least, τους κυρίους: Μιχάλη Σιώψη (Πρόεδρος του ΟΠΕΠ), Γιώργο Βουλγαράκη (ο τέως) και Μιχάλη Λιάπη (ο νυν Υπουργός Πολιτισμού) που φαίνεται πως κάτι σε αυτή την ομάδα τους άρεσε, γιατί την εμπιστεύτηκαν. Και δε γκρίνιαξαν ποτέ (ζγουάου).

 

Βέτη Νικολοπούλου, Κώστας Τσίμας, Λένα Σαξώνη και Αρχοντή Κόρκα: όταν μιλάμε για ομάδα, αυτό είναι.

504 χιλιόμετρα και την κάνουν κλάιν την απόσταση, τα μεγαλύτερα γέλια ακόμα και σε μέρες θεόστραβες που τίποτε δε δείχνει να κάθεται όπως πρέπει, μέχρι που τελικά κάθεται, γιατί δε μπορεί να κάνει και αλλιώς.

Συνεχίζουμε.

[Ευ-blog-είτε]

 

sick.jpg

Στραβά μπήκε ο Οκτώβρης.

Πρωινιάτικα Πονστάν και Ντεπόν, θερμόμετρα και χαρτομάντηλα, γκουχ γκουχ.

Κωλόκαιρος, κωλοβροχή, κωλοψύχρα, κωλομπουφάν, σαράντα σιχτίρια ρίχνω να φύγουν όλα.

Σαράντα σιχτίρια όπως τα σαράντα κύμματα που θα πρεπε να ρίξω την κατάρα για να περάσει ανάμεσά τους και να πιάσει. Αλλά που.

Μούτρα μέχρι το πάτωμα και πιο κάτω.

[αλλά είμαι κοριτσάκι του μπαμπά και μου έφτιαξε ψαρόσουπα, μούρλια, μοσχομύρισε όλη η πολυκατοικία, και μου στίβει πορτοκάλια και επιμένει να πιω το χυμό μονορούφι μη χαθούν οι βιταμίνες και επιμένει τόσο σα να κρέμεται το μέλλον του πλανήτη απο ακριβώς αυτό και δέχεται σε αντάλλαγμα να δούμε απόψε όλους τους Ροζ Πάνθηρες μαζί, μαραθώνιος ντιβιντί, οπότε τα μούτρα μαζεύονται τελικά και είναι σα να κάνω κοπάνα απο το σχολείο ξανά, ζάχαρη].

Elvis Presley_Suspicious Minds

Η Σουζάνε κι ο Κρις παντρεύονται απόψε. Το μαθαίνω με μέηλ της Κ. (που μόλις γύρισε με τις δεκαεννιά μηνών κούκλες κόρες της απο Μύκονο, πρώτες διακοπές μαζί τους, δηλώνει ερωτευμένη ακόμη και με τα λερωμένα πάμπερς τους) μπαίνοντας σπίτι.

[δουλεύαμε και οι τρεις στο μπαρ «Π» στο Γκέττινγκεν κάποια χρόνια, σούργελα, μας είχαν πάρει χαμπάρι και έρχονταν στο μαγαζί για τις μεζούρες και τις περούκες μας. ναι. λεγόταν «Π». αν δεν είναι αυτό καρμικό, τότε άι ντοντ νόου. μου λέει «μαλάκα μου, άλλη ζωή, σα να μην είμαι πια εγώ, θυμάσαι ρε;»]

Κι εγώ έξω με σέικερ καμικάζι, χιλιόμετρα μακριά. Στο τέταρτο ή πέμπτο, η ερώτηση.

Θα με παντρευτείς όταν κλείσουμε και οι δυο τα 40 ανεπιτυχώς, Σ.;

Ναι. Βέγκας και αεροπλάνο, μάρτυρας ο Έλβις με λευκό κεντημένο με κρύσταλλα κοστούμι. Στο ‘χω πει.

Και θα μ’ αγαπάς μέχρι σκασμού;

Ναι, ησύχασε τώρα.

Και τι θα μου τραγουδάς για να κοιμηθώ, όταν δε θα μπορώ;

I’m cought in a trap, I can’t walk out, because I love you too much baby…

playmobile.JPG

Χαζεύω περίεργες φωτογραφίες των McCoy (Jennifer & Kevin) απο τη Νέα Υόρκη.

Και θυμάμαι τον Μπεν με τη μανία του να φωτογραφίζει παντού έναν μικρό νάνο κήπου που έσερνε μαζί του όπου κι αν πήγαινε. Με κόκκινο σκούφο, πράσινο κοντό παντελονάκι και κατακόκκινα μάγουλα (απο το μηλόκρασο, μου έλεγε ο Μπεν, το αγαπημένο ποτό των νάνων στα γερμανικά παραμύθια). Απο Παρίσι – Λονδίνο, κι απο κει Μπαλί και Μοζαμβίκη. Και πάλι πίσω. Άμμος και νάνος, βάλτος και νάνος.

Μέχρι που στο τελευταίο ταξίδι του για Μόναχο, η αεροσυνοδός τον έσπασε κατά λάθος, όταν στη διάρκεια της πτήσης άνοιξε το ντουλάπι να πάρει τα μαξιλάρια επιβατών που ήταν δίπλα του και κατά λάθος τον παρέσυρε.

Επέζησε δεκάδες ταξίδια, εκατοντάδες ώρες πτήσεις, για να τα τινάξει λίγα πόδια ψηλότερα απο το εργοστάσιο που φτιάχτηκε, μου είπε μετά απο καιρό ο Μπεν, εκστασιασμένος ακόμη απο τις συμπτώσεις της ζωής, όταν τον ρώτησα τι κάνει ο Τόμας (έτσι τον έλεγαν τον νάνο Τσόκλη).

Φαίνεται, ότι η ζωή και των νάνων ακόμη, κάνει υπέροχους κύκλους, όταν και όποτε χρειάζεται (κατά τον Σ. γράφεται σε ελικοειδείς σπείρες, αν το δεις πιο 3D το θέμα). Εις την νιοστήν.

Στη φωτό ο Ούγκο, το πρώτο μου playmobile. Τι «μου» δηλαδή. Εγώ ήμουν η ανάδοχή του μάνα, όταν ο Γ. τον παράτησε τα Χριστούγεννα του ’86, αν θυμάμαι καλά (με αυτά που του πήραν εκείνη τη χρονιά δώρο, κι εγώ θα τον παρατούσα). Πέθανε ένδοξα (για την ακρίβεια φημολογείται ότι πνίγηκε) σε μια παραλία της Βορείου Ελλάδος, ονόματι Τούζλα, όταν εγώ με τον Γ. είχαμε τη φαεινή ιδέα να τον τοποθετήσουμε στην άκρη του βράχου, όπου και έσκαζαν αφηνιασμένα τα κύμματα, για να δούμε πόση ώρα θα σταθεί ακίνητος εκεί να αγναντεύει το μπλε, Σεπτέμβρη μήνα, στα τελευταία μεγάλα μελτέμια. Ήρωας ο Ούγκο.
LCD Soundsystem ‘Get Innocuous’