166.jpg

Υπάρχει ζωή μακριά απο την wordpress.

Τα ασθενοφόρα πιάνουν μεγάλες ταχύτητες, ναι, αλλά απο ανάρτηση φακ ιτ. Οι συνοδοί όμως είναι εξαιρετικά παιδιά.

Η κυρία Κ. στο δεξί μπροστά παράθυρο με καρκίνο στον οισοφάγο. Συνέδεσαν το στομάχι της απευθείας με σακουλάκι που περιέχει τροφή αλεσμένη. Δεν θα γευτεί ποτέ ξανά. Καμία αίσθηση γλυκού ή αλμυρού. Η κυρία Τ., αριστερό κρεβάτι, δίπλα, είναι πέντε μήνες μέσα. Μπήκε για χολή και ακόμα σε κάθε εξέταση κάτι της βρίσκουν. Τις νύχτες κλαίει με λυγμούς, θέλει να πάει σπίτι της κι ας τελειώσουν όλα. Η κυρία Α. απέναντι δεξιά, δεν έχει τελικά τίποτε. Το βράδυ της εισαγωγής της όμως δεν κοιμήθηκε. Ήταν μόνη της και προσευχόταν δυνατά, της το είπα την επομένη και κοκκίνισε. Στις οκτώ μέρες την επισκέφτηκε μόνο δυο φορές ο ανιψιός της απο το χωριό. Δεν είχε καν κινητό. Πολύ γλυκιά, μιλούσε με όλους ασταμάτητα. Έλεγε απίστευτα ανέκδοτα. 86 ετών και 400. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Η μεγάλη της αγάπη έφυγε για Γερμανία όταν εκείνη ήταν 24, είπε θα τον περιμένει, και ακόμα περιμένει. Εκείνος έκανε οικογένεια με Γερμανίδα. Της έγραψε να τον ξεχάσει, αλλά εκείνη ακόμα πιστεύει ότι δε μπορεί, κάποτε, έστω και πριν το τέλος, θα έρθει. Αν μη τι άλλο για το ένα χρωστούμενο φιλί.

Ο μπαμπάς είναι ένα μωρό. Ένα μεγάλο μωρό. Η μαμά είναι ανάγκη. Είναι το κέντρο του δικού μας σύμπαντος, ο αφαλός. Και η Λ., η μεγάλη μου αγάπη και το μεγάλο μου μίσος ταυτόχρονα, αυτή χωρίς την οποία δε μπορώ, είναι ο δικός μου δεύτερος αφαλός. Καλύτερες στιγμές εκείνες με το όρθιο τσιγάρο έξω απο τα επείγοντα και με τον δυνατό ελληνικό στο κυλικείο και με τα νευρικά γέλια με νευρικές αναγκαίες γκάφες. Και αυτό το λεωφορειάκι γράφει 211, δε καλείς δηλαδή το 166 αλλά 211 γι’ αυτό; Και τη λατρεύω.

Υπάρχουν άνθρωποι. Και άνθρωποι. Και μετά υπάρχουν άνθρωποι άγγελοι. Που ξεφυτρώνουν ξαφνικά απο το πουθενά και σου προσφέρουν βοήθεια, χωρίς καν να τη ζητήσεις. Έτσι απλά. Τέτοιος είναι και ο Θ.. Κι ο μπαμπάς του. Κι ο άλλος, ο Δ., με τα τρία μεταμεσονύχτια ποτά, εγώ άυπνη κι αλλού και τελικά πιο εκεί απο ποτέ. Και πουφ και όλα και τίποτε στο κεφάλι μου. Και καπάκι το πακέτο του Σ. απο Λονδίνο. Με τα δέκα μικρά πακετάκια μέσα. Αριθμημένα. Να τα ανοίγεις με τη σειρά. Και μέσα κίντερ έκπληξη, όλες οι βέσπες σχεδόν απο το 1948 μέχρι σήμερα σε μινιατούρες. Και «ειλικρινά, παντρέψου με τώρα, η Θ. θα με καταλάβει, εσύ με νιώθεις μόνο». Και γέλια και χαρές. Και τί ήταν τελικά πρώτα, το αυγό ή η έκπληξη; Έλεγε η γελοιογραφία στη Βιεννέζικη εφημερίδα στο λόμπυ.

Στη ζωή υπάρχουν επίσης γκράντε μαλάκες. Καλό είναι να κάνεις πως δεν τους βλέπεις, ούτε αυτούς αλλά ούτε τα χνάρια που αφήνουν πίσω τους. Αν δε μπορείς να κάνεις αλλιώς, ίσως να συμφέρει να κάνεις ότι όλα όσα ζεις εκείνη τη στιγμή, ενδεχομένως απλώς τα ονειρεύεσαι. Σύντομα τελειώνουν. Ακόμη και η μαλακία έχει άλλωστε όριο. Όχι ποιοτικό, αλλά έστω χρονικό.

Σε μήνυμα: «Η αλήθεια είναι σοκ. Σαν την αγάπη. Την πετάς στους άλλους και δεν ξέρουν τι να την κάνουν. Τόσο όμορφη». Και λίγο μετά: «Αυτό το κομμάτι είναι τόσο εσύ και σ’αγαπάω τόσο πολύ». Και όλα ξαφνικά τόσο, και τόσο απλά.

Η κοτόσουπα δε γίνεται με στήθος μόνο. Θέλει ή ολόκληρο κοτόπουλο ή έστω φτερούγες, μπούτι και σωθικά. Είπε η θεία Ν., όταν ανακοίνωσα ότι την πολεμάω. Τελικά και με το στήθος βγήκε τζετ. Πιο περήφανη απο ποτέ τάισα κόσμο. Όταν η Μ. μου ζήτησε δεύτερο πιάτο ήταν αιτία για πάρτυ. Ξέχασα για λίγο την αιτία που μαγείρευα εγώ.

Το πλαστρόν είναι κάτι σαν φλεγμονή στα σωθικά κοντά στο παχύ έντερο. Η κολονοσκόπηση δεν είναι τόσο ευχάριστη όσο ακούγεται.

Εξαιρετική η αισθητική χρήση χρωμάτων της Κόππολα στη «Μαρία Αντουανέττα», αλλά πολύ λελές ο Λουδοβίκος που μας άφησε να περιμένουμε 63 λεπτά για το πολυπόθητο. Μετά ησύχασε και η Βασιλεία και εγώ. Η μαμά δίπλα να κοιμάται.

Facebook. Αν ήμουν ποτό θα ήμουν μπίρα Γκίνες, αν ήμουν ναρκωτικό θα ήμουν κοκαίνη, αν ήμουν πριγκίπισσα του Ντίσνευ θα ήμουν η Μπελ, επίσης η Ρέιτσελ απο τα Φιλαράκια, η Μαρτζ απο τους Σίμπσονς και η Κέιτ απο το Λοστ. Ατέλειωτες ώρες βαρεμάρας, καθιστική ζωή, έξω βρέχει, κάποιος με φίλησε να δω ποιος, να στείλω Αγάπη και Τύχη και τρεις χιονόμπαλες, και έξω ακόμα βρέχει, αλλά δεν έχει σημασία γιατί εγώ είμαι η Μπελ, τυλιγμένη με καρό κοκούνιγκ κουβερτάκι και πράσινο τσάι και αυτοκρατορικά μπισκότα που δεν τα τρώω αλλά κοσμούν το τσάι μου. Και ξεχνάς και η ώρα περνάει.

Υπάρχουν άνθρωποι που για να ερωτευτούν χρειάζονται -λέει- να νιώθουν ασφάλεια. Μου το είπε η Δ. με υπέροχο καφέ στην ανακαινισμένη Πασταφλώρα που τόσο αγαπάει. Αναιρώντας έτσι απλά θεωρίες εκατονταετιών, έργα τεράτων της Τέχνης και φιλοσόφων που θυσίασαν κάθε ανθρώπινή τους πλευρά σε ακριβώς αυτό. Και σχέσεις ετών και φλινγκς πολλών βραδιών. Για να συνέλθω ήθελα τουλάχιστον 15 μπισκοτάκια βουτύρου απο εκείνα που μισώ. Και δυο σφηνάκια βότκα, μετά στο σπίτι.

Θέλω ανθρώπους γύρω μου που είτε αγαπάω είτε έστω απλώς σέβομαι και εμπιστεύομαι. Κανέναν άλλον. Τους θέλω, τους έχω ανάγκη. Τους δοκιμασμένους μόνο. Τον Κρύπτον μου και μερικούς ακόμα που ίσως κατάγονται επίσης τελικά απο αυτόν.

Απο το φετινό Φεστιβάλ -που όπως ήρθαν τα πράγματα ούτε το κατάλαβα- δεν κρατάω ταινίες. Κρατάω φίλους καινούριους. Αμέτρητους καφέδες στην Αποθήκη και στο Κίτσεν, φαγάκι στο Κινέζικο της Καλλάρη και στο Τρε Μαρί, μυστικά και ψέματα, αντιπυρετικά και μπουγέλα, Έλβις και new cut lovers. Και συνομωτικά μηνύματα να πετύχει το ντέιτ. Και καπάκι να φεύγω και να είναι πρώτη φορά μετά απο καιρό έξι το πρωί, αλλά σκοτάδι και υγρασία και κρύο, χωμένη στο παλτό και τελικά μετά απο δυο μέτρα να λέω «όχι». Μπα, θα πάω σπίτι μου.

Και πήγα. Ακόμα εδώ είμαι. Και δε σκοπεύω να φύγω σύντομα.

Advertisements