pick-the-dark-one-for-grandma_by-mariah-de-marco.jpg

01.15

Στο τέταρτο μπουκάλι κάποιος λέει ότι χιονίζει. Τρέχουμε να δούμε. Μόλις πλησιάζουμε την τζαμαρία, το φωτοκύτταρο ανοίγει διάπλατα την είσοδο και ένας παγωμένος αέρας έρχεται πάνω μας. Ανατριχιάζουμε και οι τρεις. Κοκκινίζουν τα μάγουλά μας. Κλέβουμε δυο τρεις -σχεδόν ψεύτικους- μπεζέδες απο τη διακόσμηση και επιστρέφουμε πίσω στους άλλους. Αλλά απόψε δεν απαγορεύεται τίποτα. Η Ε. φοράει μποτάκια ίσια γούνινα κάτω απο το λευκό φόρεμα. Ο Σ. είναι σαν λοχαγός απο τη δεκαετία του εξήντα. Η Φ. είναι βαμπ απόψε, τη φωνάζω Ρίτα και γυρίζει νωχελικά το κεφάλι κάθε φορά. Τουρτοπόλεμος και μετά με το δάχτυλο το πάνω μέρος για γλύκα. Και μαλτ με κόκα κόλα. Μπερδεμένα ποτήρια, όλα μαζί. Και τεράστια κομμάτια κρέπας παραχωμένα στο στόμα, τάισέ με, πεινάω πάλι. Και ροζ σαντιγί στη μύτη. Δες, μπορώ. Και χορός μέχρι που δε νιώθω πια, συνεχίζω αυτόματα, σαν αντίδραση, αλλά δεν είναι αντίδραση, είναι λίγο σαν το χιόνι που έπρεπε να το δω.

03. 40

Στο ταξί με κλειστά μάτια. Δίπλα μου ο Σ.. Είναι ολοφάνερο ότι κάτι λείπει. Δεν τολμάω να σκεφτώ τι. Φοβάμαι το τι. Που είναι τελικά κάτι. Και με πιάνει αδιάβαστη, κάνοντάς με αδέξια. Τόσο μα τόσο απίστευτα αδέξια. Να ζητάω, ποια εγώ, εγώ που δεν έμαθα να ζητάω, να κάνω ευχές μέσα μου σαν πιτσιρίκα. Κάνε να γίνει αυτό, κάνε να γίνει εκείνο. Και μέσα σε όλα η ερώτηση. Η μοναδική μεγάλη ερώτηση. Δε μπορεί. Κι όμως μπορεί. Να που μπορεί. Δε μπορεί. Αλλά μπορεί. Κλείσε μάτια, στοπ.

Με κλειστά μάτια όλα αλλιώς. Έχει ζέστη και δε φοβάμαι πια. Και είναι το χέρι του Σ. στο χέρι μου μέσα και ο Κ. μπροστά, δε μιλάει κανείς, χουζουρεύουμε ήδη.

09.45

Ξυπνάω και τα μαλλιά μου μυρίζουν τούρτα βανίλια. Όπως και τα παρατημένα στην είσοδο ρούχα. Και τα δάχτυλά μου. Δε χιονίζει πια τόσο δυνατά. Το χιόνι εξαφανίστηκε απο το έδαφος.

Advertisements