massive-attack.jpg

Δεκέμβριος 1999, Αμβούργο, αίθουσα H2O, 120 άτομα. Και λάιβ. Να λιώνεις. Η στρουμπουλή κούκλα τραγουδίστρια ξυπόλητη με κλειστά μάτια. Καπνοί, τσιγάρα.

deborah-miller-for-massive-attack.jpg

Though you may not drive a great big Cadillac
Gangster whitewalls, TV antennas in the back
You may not have a car at all
But just remember, brothers and sisters
You can still stand tall

Just be thankful for what you’ve got.

Ο Σ. να με ρωτάει στο αφτί τσιρίζοντας για να ακουστεί. Είσαι;

Όχι, όχι ακόμα.

Diamond in the back, sunroof top.Οκτώ χρόνια μετά και ώρες πριν την αλλαγή χρόνου. Ελληνικός ζεστός να συνέλθω απο τα μεσημεριανά και να αρχίσω να ντύνομαι για τα βραδινά.

Και απολογισμός. Ότι σιχαίνομαι.

Thankful για το άνω κάτω. Το ξεμπέρδεμα. Το φευγιό των δύο. Που νόμιζα πως θα γεράσω μαζί τους. Και του άλλου. Που δεν έφταιγα, αλλά έφταιγα. Υπερφυσικά, σε κάποια άλλη διάσταση. Χωρίς λόγο. Ευχαριστώ.

Για τον Κ.Τ. και το τηλεφώνημά του τον Φλεβάρη. «Έχουμε δουλειές». Για το π τον Μάη που ξεφύτρωσε και μου άλλαξε τα πάντα. Για τα παιδιά που ήρθαν σα σε βαλίτσα μέσα μαζί του. Την Ο.,τη Λ.,τη Β., την Α., τον Ν., τη Λ., τη Μ.. Για το καινούριο αφεντικό που δε δαγκώνει, αλλά χαμογελάει με στραβό δοντάκι και το νιώθει. Και εμπιστοσύνη, κοίτα να δεις, εμπιστοσύνη.Είμαι δίπλα σου, και να είναι.Και όταν κάνεις λάθος λέει, οκέι, την επόμενη φορά καλύτερα.

Για το άλλο τηλεφώνημα, τέλη Αυγούστου απο τη Λάιφο. Που χοροπηδούσα επί μια εβδομάδα. Και ο Τ. το ένιωθε και αυτός, χωρίς στραβό δοντάκι, να γελάνε και τα δικά του αφτιά και τα δικά μου μέσα απο το ακουστικό στέρεο. Όπως ακριβώς είναι. Και μετά η συνάντηση. Και το βλέμμα του Σ. Τ., του Δάσκαλου, ακτινογραφία και εγώ που να κρυφτώ και τελικά πουθενά. Για την Μ. που μαζεύει την ύλη και τα γελάκια της, να ψαρώνω κάθε φορά.

Για τη μαμά και το Παπαγεωργίου. Που έφερε πίσω τη Λ. και τώρα δε φεύγει, είναι εδώ. Και μια μπουνιά όλοι.

Και ο Θ. με ένα κινητό δίπλα μας και όλα θα πάνε καλά. Κανένας άλλος. Ο Θ.

Και το βράδυ αργά, δες, ένα πακέτο ήρθε, και μέσα δέκα μικρές βέσπες. Και γέλια. Πότε θα μεγαλώσω μωρέ. Και ποτέ. Είπαμε, σα να είσαι ο Κόλιν στο Λονδίνο για τα μάτια μιας Σουζέτ.

Για το καινούριο Δ. που κατάφερε το ακατόρθωτο. Το γράφω και γελάω. Σκιά της σκιάς. Τσίχλα και τατουάζ. Και όλα όσα μόνο οι λέξεις μπορούν.Μαζεμένα. Και ζήλειες. Και όλο το σετ. Κοίτα να δεις. Το νι έφυγε.

Για τα υπέροχα τριήμερα στη Βιέννη με τον Φλο. Μοχίτο, μάθημα, μοχίτο, μπουγέλο, στρούντελ, μοχίτο, άλλο μάθημα, μοχίτο, με αυτή τη σειρά.

Για το καινούριο μικρό σπιτάκι στο χωριό, δύο επί τρία που ο μπαμπάς γελάει σα παιδί όταν ανοίγουμε την πόρτα.

Για το Δεσποινάκι και το Σαλαμάκι, ξέρουν αυτά. Η μέρα με το τασάκι στο μίτινγκ και ποιος το κρατάει και πάμε για καφέ μετά, έχεις ωραίο μουτρί. Και η άλλη με το τηλεφώνημα και ναι, εγώ φτιάχνω αυτά τα σχέδια και τα έχω ξαναδεί. Υπάρχει ρε. Υπάρχει. Άστους να τρώγονται, οι δυστυχισμένοι μόνο δεν ξέρουν.

Καλοκαίρι και άπειρα εμ εμ ες με τον Α., δες με. Εδώ είμαι. Που. Εδώ.

Η ωραιότερη χρονιά της ζωής μου. Αυτή που όταν ξεκίνησε ήμουν σπίτι, στον καναπέ και έβλεπα θρίλερ με τη μικρή να την εξοστρακίσω. Και μετά στο απαίσιο Βουαλά, να κάνω πως πίνω και πως χορεύω και πως γελάω. Χωρίς να είμαι εκεί, παρούσα. Και δάκρυα μετά σπίτι. Και τι κάνω, που πάω. Τι πρέπει να κάνω. Κάτι πρέπει να κάνω. Αλλά τι.

Φαίνεται πως κάποιοι σαν εμένα χάνουν κάποτε για λίγο τον εαυτό τους, όπως εγώ. Και θέλει τότε ξέρω γω, να είσαι τυχερός, λίγα, λίγους, κάτι, κάποιον, κάποιους να έχουν το θάρρος χωρίς να κάνουν κάτι ιδιαίτερο, απλά να είναι εκεί και να τεντώσουν το χέρι. Να σε σηκώσουν. Όταν ακόμα και τα μαλλιά σου φωνάζουν βοήθεια, αλλά οι πολλοί δεν το ακούνε.

Φιλί. Καλή μας συνέχεια. Καλή χρονιά. Μαζί. Έπρεπε να φύγουν αυτές οι 365 μέρες για να καταλάβω ότι σημασία δεν έχει το «πολλά», ούτε καν το «πολύ», αλλά το «μαζί¨. Και μόνο. Ευχαριστώ.

Advertisements