Archives for the month of: Ιανουαρίου, 2008

white-shark-at-false-bay-by-echeng.jpg

Ήτανε κάποτε ένας ψαράς σε ένα μακρινό, μεγάλο νησί. Φτωχός, δούλευε κάθε μέρα στην ξύλινη μικρή βάρκα του με τις δεκάδες πετονιές και τα δίχτυα, ώρες ατέλειωτες για να τα βγάλει πέρα και να ζήσει την οικογένειά του.

Ώσπου ένα απόγευμα, μετά τη δύση του ήλιου, που μπήκε στα βαθειά νερά να μαζέψει τα δίχτυα του και να πάει επιτέλους σπίτι στη γυναίκα και τα παιδιά του, μια έκπληξη τον περίμενε. Μεγάλη.

Βλέπεις, στα δίχτυα του είχε μπλεχτεί ένας μεγάλος, πανέμορφος λευκός καρχαρίας. Όταν τον αντίκρυσε ο ψαράς πάνιασε. Του έφυγε το δίχτυ απο το χέρι απο την τρομάρα. Ήξερε πως ένας τόσο μεγάλος καρχαρίας, αν κατάφερνε να τον βγάλει με το δίχτυ έξω στη στεριά, θα του έφερνε τόσα χρήματα που δε θα χρειαζόταν για έναν μήνα να βγει στα ανοιχτά ξανά. Δε μπορούσε όμως να τον τραβήξει. Φοβόταν κιόλας. Έβλεπε το δέρμα του να γυαλίζει μέσα στο λιγοστό φως και έτρεμε στη σκέψη του τι θα μπορούσε να του συμβεί, αν το δίχτυ δεν ήταν ανάμεσά τους.

Κι ενώ σκεφτόταν τι να κάνει και τι θα ήταν σοφότερο, να βγει να καλέσει βοήθεια στο μάζεμα ή να τον αφήσει εκεί και να φύγει, που θα σήμαινε το τέλος του, είδε για λίγο τα μάτια του παγιδευμένου καρχαρία.

Κατάλαβε. Παραμέρησε τον φόβο του, πήρε βαθειά ανάσα, και δίνει μια με το μαχαίρι του στο δίχτυ -πέρα ως πέρα- και το σχίζει. Μεμιάς ο καρχαρίας απελευθερώθηκε. Έδωσε μία και χάθηκε στο βυθό.

Και πάνω που ο ψαράς, απογοητευμένος απο την ίδια του την πράξη, ίσως και δειλία, αποφάσισε να κάνει κουπί και να γυρίσει πίσω, μιας και είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει σιγά σιγά, τι να δει. Ο καρχαρίας ήταν δίπλα του, έπλεε ήσυχα σαν δελφίνι παράλληλα με τη βάρκα του.

Έχοντας τους καρχαρίες για ύπουλα πλάσματα, μιας κι έτσι είχε γαλουχηθεί απο παιδί να πιστεύει, ο ψαράς δεν πίστεψε λεπτό τις φαινομενικά παιχνιδιάρικες διαθέσεις του γιγάντιου καρχαρία. Έβαλε τα δυνατά του να βγει μια ώρα αρχύτερα έξω, μακριά του. Να γλιτώσει. Και γρήγορα τα κατάφερε.

Έφτασε σπίτι του, ξάπλωσε κατάκοπος για ύπνο και υποσχέθηκε στον εαυτό του να ξεχάσει και τον καρχαρία και την περιπέτειά του και να κοιμηθεί νωρίς, ούτως ώστε να πάει για ψάρεμα τα χαράματα και να κερδίσει τον χαμένο του χρόνο.

Την επομένη, πράγματι, ξεκινάει προτού καν φέξει για τα ανοιχτά. Κι εκεί που ψάρευε στην ησυχία με το καλάμι του κι είχε μόλις πάρει να ξημερώνει, νιώθει ξαφνικά να του ρίχνει κάποιος νερό στην πλάτη και να τον κάνει μούσκεμα. Ήταν ο ίδιος καρχαρίας με την προηγουμένη που τον αναγνώρισε και ήθελε με χαρές να του δείξει την ευγνωμοσύνη του. Μέχρι και το βραδάκι που ο ψαράς παρέμεινε στη θάλασσα, ο καρχαρίας κολυμπούσε ήσυχα δίπλα του, διώχνοντας μεν όλα τα μικρά τρομαγμένα ψαράκια μακριά, αλλά αφήνοντάς τον που και που να χαιδέψει την λευκή κοιλιά του που ίσα που κατάφερνε να ξεπροβάλει στην επιφάνεια του νερού. Την επομένη, τα ίδια. Και την επομένη της επομένης.

Έκτοτε, ακόμα και μέχρι σήμερα παιδιά σε όλον τον κόσμο διηγούνται την απίστευτη ιστορία του καλόκαρδου ψαρά και του μεγάλου λευκού καρχαρία που δε χωρίστηκαν ποτέ ξανά.

Ή κάπως έτσι.

______________________________________________________________________

Κοίτα που καμιά φορά οι αληθινές ιστορίες γράφουν τα καλύτερα παραμύθια.

[Και που καμιά φορά είναι εκεί που φοβάσαι να ψάξεις].

Λιώνω.

352-by-moxiee.jpg

*Να βλέπω παλιές ταινίες, οι μισές ασπρόμαυρες, οι άλλες μισές έγχρωμες με χρώματα της παλιάς technicolor. Τσινετσιτά και Χόλιγουντ. Cary Grant, Gary Cooper, Gregory Peck, Rock Hudson, Steve Mc Queen, Frank Sinatra, Grace Kelly, Doris Day, Sofia Loren, Giulietta Masina, Peter Sellers, Rita Pavone, Audrey & Katherine Hepburn, Elvis. Να έχει πάντα χάπι εντ. Οι πρωταγωνιστές να κλείνουν το μάτι στην κάμερα και ο φακός να κλείνει σαν κύκλος στο the end, σαν τρύπα πάνω τους, ενώ απο πίσω ακούγεται υπέροχη μουσική. Με λίγη βότκα, χουζούρι στον καναπέ.

*Να διαβάζω αντρικά περιοδικά όπως το Ιταλικό Slurp, το Ολλανδικό Fantastic Man, το Βρετανικό Arena Homme+, το Βερολινέζικο High Life, το Παριζιάνικο L’ Officiel Homme. Και να βλέπω Ελληνικά ονόματα μέσα, όπως του Μίλτου Μανέτα και του Πάνου Γιαπάνη. Και τον Michael Stipe να διαφημίζει Marc Jacobs, όπως και τον Alice Cooper να ποζάρει με φίδια να καλύπτουν το μισό του πρόσωπο για τον John Varvatos. Οι δυο ωραιότερες ads της εποχής. [Μετά τον Michail Gorbatschow για την Louis Vuitton τίποτε δε μοιάζει πια περίεργο].

*Μετά απο καιρό να κρατάμε οικογενειακώς ο καθένας απο έναν κατάλογο της ΙΚΕΑ και να σημειώνουμε σε κύκλο τι θέλουμε για το μικρό σπιτάκι στο χωριό. Και να μαλώνουμε επί ώρες για το πάτωμα: να είναι σανίδι, όχι, κότο πλακάκι, όχι, πέτρα. Και της σοφίτας; Και του μπάνιου; Και να λέει ο μπαμπάς μετά: Φαντάζεστε; Να πίνουμε λεμονάδα φρέσκια στη βεράντα και να κόβει η μαμά κεράσια απο τον κήπο. Ούτε τηλεόραση, ούτε τίποτα. Και να μονιάζουμε σε χρόνο ντε τε.

*Την καινούρια ασημένια μου τσάντα που χωράει άνθρωπο μέσα και μάλιστα ούτε καν διπλωμένο στα τρία. Και τα ασορτί φουξ καστόρινα μποτίνια. Σταγόνα βροχής και άγχος.

*Να φτιάχνουμε εσπρέσσο στη μικρή χειροκίνητη εσπρεσσιέρα που ξεθάψαμε απο το πατάρι. Και να μοσχομυρίζει η κουζίνα. Μου την είχε χαρίσει ο Μιγκέλ απο το Οxymoron. Το 2000. Το Σαββατοκύριακο που είχαμε περάσει μαζί στο [πρώην] Ανατολικό Βερολίνο, με το πάρτυ δίπλα στο ποτάμι και τα ρεσό να επιπλέουν στο νερό. Που ήθελε σύνθημα στην πόρτα για να μπεις. Αλλά ο Μιγκέλ το ήξερε. Όλα τα ήξερε. Δίπλα στο ποτάμι, με ένα μπουκάλι ρούμι και bossa nova, μέσα στο Πορτογαλοβραζιλιάνικο γκέττο. Παράδεισος. Και ο ταξιτζής μετά να ρωτάει. Γιατί γελάτε. Γιατί δεν έπρεπε να φύγω, αλλά το αεροπλάνο φεύγει σε μία ώρα. Και τότε γιατί; Γιατί θα ξανάρθω. Αλλά δεν γύρισα ποτέ.

*Χουζούρι νωρίς το πρωί με τον σκύλο -μέχρι να γίνει ο καφές- και στο παιχνίδι να μπαίνει και η μαμά. Να ακους την Πασταφλώρα να ξεκαρδίζεται. Χορογραφημένα ξυπνήματα. Στα πέντε λεπτά έτοιμος ο φίλτρου, στα έξι πρώτο τσιγάρο.

*Να κατεβαίνω στο γραφείο με το ποδήλατο ξανά. Να βλέπω πόσο προχώρησαν τα θεματικά πάρκα του Παπαγεωργόπουλου και να καταριέμαι πότε επιτέλους θα ανοίξει και το τμήμα του Μεγάρου Μουσικής κι αν δεν σε μία εβδομάδα, να του καεί το ντιβιντί του αρχιτέκτονα. Να απορώ και να τρομάζω. Και να με προσπερνούν κι άλλοι με ποδήλατα, αλλά να κάνω σπάσιμο στους τζόγκερ με τις σινιέ φόρμες και τα γυαλιά ηλίου. Με υπόσχεση, στις Ομπρέλες του Ζογγό θα κάνω στάση, και μόλις φτάνω να λέω μπορείς, συνέχισε, σπάσε τα δεκατέσσερα λεπτά. Να φτάνω Τσιμισκή 62 -ούτε ένα λεπτό νωρίτερα- με κατακόκκινα μάγουλα, χωρίς ανάσα και να νιώθω κάθε μυ. Και που στο διάλο κλειδώνω το ποδήλατο τώρα; Και αγκαλιά επάνω στο γραφείο. Και μαύρα χέρια. Κιουρία με μαύρες παλάμες.

*Χορογραφημένη καληνύχτα. Κάθε βράδυ, η Πασταφλώρα ως αργά στην τιβί μπροστά. Να θέλει να μάθει τι έγινε με τα 5 εκ. ευρώ του Θέμου και αλίμονό του όποιον πάει να μπλέξει τον αγαπημένο της Μάκη, «θα πάρω το πρώτο αεροπλάνο να κατέβω να τον βρω και να στον κάνω φιόγκο». Και αγωνία. Και ο μπαμπάς να της κλείνει την τιβί με το ζόρι, κάθε βράδυ στις μία ακριβώς. «Αυτή η χώρα αποτελείται απο αυτούς που κάποτε έφαγαν κι απο αυτούς που ακόμη δεν τα κατάφεραν και φθονούν τους άλλους μισούς. 50 -50. Πάμε μωρό μου να αγκαλιαστούμε, εμείς μόνο μου φαίνεται περισσεύουμε».

*plus one: Fiat 500 wants you, λέει το σποτάκι. Θέλω, θέλω, θέλω κι εγώ το καινούριο 500αράκι (1200 κυβικά) που μόλις ήρθε στην Ελλάδα με ήδη 5 αστέρια πάνω του. Σε κόκκινο χρώμα με την Ιταλική σημαία σε αυτοκόλλητο στον ουρανό. Λιώνω. [ Lapo Elkann, marry me, really].

*plus another one: Μικρές ιστορίες με μικρά διδάγματα απο πίσω (όπου συνήθως το δίδαγμα είναι ότι ως όντα κουβαλάμε μια άλφα μαλάκυνση εκ φύσεως ή πεποιθήσεως), έτειναν απο παιδικής ηλικίας να μου προκαλούν ένα δέος. Πρόσφατα τα ξαναθυμήθηκα. Όπως και η παρακάτω μίνι ιστορία:

Όταν η NASA ξεκίνησε την εκτόξευση αστροναυτών στο διάστημα, ανακάλυψαν ότι τα στυλό δεν δούλευαν σε μηδενική βαρύτητα καθώς το μελάνι δεν κυλούσε στην επιφάνεια γραφής. Για να λύσουν αυτό το πρόβλημα, προσέλαβαν την Andersen Consulting (Accenture σήμερα). Τους πήρε μια δεκαετία και 12 εκατομμύρια δολάρια. Έφτιαξαν ένα στυλό που δούλευε σε μηδενική βαρύτητα, ανάποδα, μέσα σε νερό, σε κάθε είδους επιφάνεια συμπεριλαμβανομένου και του κρυστάλλου και σε θερμοκρασίες από πάγο μέχρι πάνω από 300 βαθμούς Κελσίου.

Οι Ρώσοι χρησιμοποίησαν μολύβι…

februarycover.jpg

Αν η αγάπη είναι γένους θηλυκού, τότε όλα τα κλισέ του κόσμου θα συμφωνούσαν στο ότι ο Έρωτας, είτε ως χαζοχαρούμενος φτερωτός θεός της αρχαιότητας, είτε ως ιός του σήμερα που πασχίζεις να κολλήσεις/ξεφορτωθείς, είναι καθαρό αρσενικό.

Θεωρίες εκατονταετιών, έργα τεράτων της Τέχνης και φιλοσόφων που θυσίασαν κάθε ανθρώπινή τους πλευρά σε ακριβώς αυτό, συγκλίνουν στο πιο γοητευτικό μπέρδεμα της ανθρώπινης φύσης. Που είναι όπως είναι, δεν εξιχνιάζεται, δεν αναλύεται. Γιατί είναι εξαιρετικά απλό.

Τρία αρσενικά (Άρης Δημοκίδης, Δημήτρης Μπόρας και M. Hulot) μας γράφουν από ένα λαβ στόρι. Όχι σαν εκείνο της Ali MacGraw και του Ryan ONeal. Δικό τους. Ασορτί με Yosebu και As time goes by.

Και ένα θηλυκό, η Λουκία Μιχαλοπούλου, το ένα μισό του Valse Sentimental, προσπαθεί με μέηλ να μας δώσει τον δικό της ορισμό.

Έτσι μου είχε πει ο μπάρμαν στο αεροδρόμιο της Ζυρίχης κατά τη διάρκεια της τετράωρης αναμονής για την επόμενη πτήση προς Μάντσεστερ. Η σωστή συνταγή είναι 3 προς 1.

Με την Εύη Λαμπροπούλου πλέον στο End Story να γράφει αυτή τη φορά για ένα αγόρι κι ένα κορίτσι στα ριγέ και την Μερσιάννα Ελευθεριάδου στην καινούρια στήλη intercity-live να μιλάει για το Βερολίνο και για λάιβ.

Και όπως πάντα με Ηλία Φραγκούλη -συμβουλή, αν δε σε νοιάζει που πας δε θα χαθείς ποτέ, λέει- και Αρχοντή Κόρκα, αυτή τη φορά να διαβάζει Ρολάν Μπαρτ.

Και βγαίνει ανάγκη μέσα απο το αυγό. Ένα τεύχος πίτα στο es muss sein. Να μη μπορείς να κάνεις αλλιώς. Και έλλειψη. Ο νόμος της παγκόσμιας έλξης το λέει καθαρά, το έμαθα ένα βράδυ απο ένα πολύ έξυπνο αγόρι. Δυο σώματα με μάζες m1 και m2 απέχουν μεταξύ τους μια απόσταση, την ονομάζουμε «γ». Έλκονται με δύναμη F, δύναμη ανάλογη με το γινόμενο των μαζών τους, αλλά αντιστρόφως ανάλογη με το τετράγωνο της απόστασής τους.

Άλλο ένα μικρό τεύχος φεύγει καρφί για τυπογραφείο, Φεβρουάριος και άι φιλ λαβ. Μετά την Επανεκκίνηση ο Έρωτας.

Το ψάχνουμε. Το τι έρχεται μετά. Κι εγώ να θυμάμαι τον Σ. εκείνο το βράδυ στο Ζενίθ. Να περιγράφει το Α και το Ω σε τατού. Και ποιο είναι το Α και ποιο το Ω. Να ρωτάω αν πιάνονται σαν διαφορετικά γράμματα τα ίδια. Κι αν όχι, damn. Και σε ποιο γράμμα σταμάτησε για λίγο το ρολόι. Και πότε ξαναξεκίνησε. Και μετά απο πόσο. Πότε άρχισε. Πότε τέλειωσε. Έχει σημασία; Τρέχα γύρευε.

old-city-port.jpg

Βόλος, 1911

Γεννιέται ο παππούς Μενέλαος.

Βόλος, 24 Δεκεμβρίου 1919

Έκρηξη στο λεβητοστάσιο του φορτηγού ατμόπλοιου «Αντώνιος» στο λιμάνι της πόλης. Πέντε νεκροί, ένας εξ αυτών, ο Νικόλαος, πατέρας του Μενελάου και αδερφός της Ντόντας, ετών 18.

Η μητέρα του μικρού -η περίφημη Ελένη με το όνομα που ποτέ δεν επιτρεπόταν να ακουστεί καν- το σκάει την ίδια κιόλας νύχτα, δεν παρίσταται καν στην κηδεία, εξαφανίζεται και κανείς δε μαθαίνει νέα της ποτέ ξανά. Η Ντόντα, ως μοναδικό μέλος της οικογένειας παραμένει δίπλα του. Για να τον βοηθήσει να ξεχάσει και να ξεχαστεί, αποφασίζει άμεσα να τον πάρει μαζί της και να φύγει για τη Θεσσαλονίκη. Μια καινούρια αρχή μεταξύ αγνώστων. Όπου και παρουσιάζεται ως χήρα του μηχανοσιδηρουργού Νικολάου και μητέρα του Μενελάου. Τον εγγράφει σε σχολείο, ψάχνει δουλειά ως διερμηνέας (γνώριζε άπταιστα την Γερμανική και Γαλλική γλώσσα) και νοικιάζει ένα σπίτι για τους δυο τους.

Θεσσαλονίκη, φθινόπωρο του 1923

Η Ντόντα είχε ένα παράστημα λεβέντικο. Ίσιο. Περήφανο. Ανθρώπου που δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του. Πεισματάρα. Πάλεψε να σταθεί με το μικρό δίπλα της. Και πάνω που όλα έδειχναν να μη μπορούν πάραυτα να καλυτερεύσουν, οικονομικά δύσκολα χρόνια για μια γυναίκα μόνη με μικρό παιδί, γνώρισε τον Χ. Τ. απο την Καβάλα. Μέγας καπνέμπορας της εποχής που ζούσε στο Παρίσι. Την είδε λέει εκείνος μια μέρα να περπατάει στην παραλία και την ερωτεύτηκε. Έψαξε, αναποδογύρισε την πόλη ολάκερη, πάντως σύντομα έμαθε ποια ήταν και πήγε και την βρήκε. Η Ντόντα ήταν διστακτική. Υπήρχε ο Μενέλαος. Τι θα έλεγε ο κόσμος δεν την ένοιαζε, γραμμένο τον είχε, τι θα ένιωθε το μικρό φοβόταν. Ωστόσο ο καπνέμπορας δεν έχασε χρόνο, απο τρόμο ότι θα την χάσει. Της πρότεινε αμέσως να τον παντρευτεί και να πάνε να ζήσουν μαζί και οι τρεις στο Παρίσι. Της υποσχέθηκε τα πάντα. Μια ζωή στρωμένη με βελούδο. Για κάποια σαν εκείνη μια μεγάλη προσφορά. Έδειχνε μάλιστα να συμπαθεί τον μικρό. Έτσι την τούμπαρε.

Η Ντόντα δέχτηκε. Αλλά έθεσε σαν όρο να ζήσουν στη Θεσσαλονίκη. Να ταξιδεύουν όσο θέλουν και όσο χρειάζεται, ναι, αλλά να ζήσουν εδώ, και αυτοί μαζί με το μικρό. Να μεγαλώσει και να δει ηλιοβασιλέματα στο λιμάνι, ανατολή στα Κάστρα.

«Δεν τη χόρτασα ακόμα», του είπε. Και ο καπνέμπορας δέχτηκε.

Μέσα σε δυο μήνες ήρθε την πήρε, την έπεισε να φύγουν μαζί για το Παρίσι, για λίγο, ίσα να πάνε να αγοράσουν τα του καινούριου σπιτιού απο εκεί και να γυρίσουν για το γάμο.

Παρίσι, αρχές του 1924

Πράγματι έφυγαν. Στο Παρίσι έμειναν τρεις μήνες. Μόνοι τους. Ο Μενέλαος παρέμεινε μετά απο παράκληση του γαμπρού στη Θεσσαλονίκη σε ορφανοτροφείο για να μη τον φέρουν μαζί τους στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας όντας ακόμη ανύπαντροι. Το παράδοξο εξ αρχής ήταν, ότι η Ντόντα δέχτηκε. Σκεπτόμενη προφανώς το μέλλον, σίγουρη ότι όλα θα πάνε καλά. Η ζωή άλλωστε στο Παρίσι βοηθούσε απο μόνη της. Μεγάλα σαλόνια, φορέματα απο μουσελίνα και ζωρζέττα, σαμπάνιες και χαβιάρια, χρυσά μαχαιροπήρουνα, όπερα, κρύσταλλα, πόκερ με τον Βενιζέλο (ο οποίος της χάρισε και ένα εβένινο κουτί σετ για πόκερ με φιλντισένιες μάρκες για τους επικείμενους αρραβώνες της) και τον Πέρση Σάχη (που και αυτός της χάρισε ένα χαλί χειροποίητο στο χρώμα του κόκκινου κρασιού για τον ίδιο λόγο). Λίγο πριν κλείσει το τρίμηνο, ο καπνέπορας την πήρε απο το χέρι και την πήγε στο ατελιέ μιας νεαρής Παριζιάνας, της Madeleine Vionnet, για να ράψει η Ντόντα το φόρεμα των αρραβώνων της που θα γίνονταν μια εβδομάδα μετά, παραμονή της επιστροφής τους στη Θεσσαλονίκη.

Πράγματι το αποτέλεσμα ήταν εξαίσιο. Ένα φόρεμα μαύρο, στο χρώμα που αγαπούσε η Ντόντα πιο πολύ απ’ όλα, και απο μεταξωτή ζωρζέττα, αέρινο και σα να μη το είχε φτιάξει άνθρωπος, αλλά αερικό. Δίχως ίχνη ενώματος, δίχως κλωστή. Που απο μόνο του δημιουργούσε πτυχές, για να κινούνται με κάθε της κίνηση, όπως έπρεπε.

Παραμονή των αρραβώνων πρωί, και ενώ η Ντόντα δε μπορούσε πια να κρύψει τη χαρά της, αλλά και την αγωνία της, να ξαναδεί το μικρό Μενέλαο, έτυχε να ακούσει τη συζήτηση του καπνέμπορα με τον φίλο του το Βενιζέλο, ενώ έπαιρναν το τσάι τους. Ήταν στις προθέσεις του να κλείσει τον μικρό σε ιδιωτικό σχολείο στην Ελβετία ή να τον αφήσει τέλος πάντων στο ορφανοτροφείο στη Θεσσαλονίκη και να παραμείνει στο Παρίσι ή στην Αθήνα [πάντως μακριά απο την Θεσσαλονίκη] μαζί της και μετά τους αρραβώνες. Δε μπορούσε να αποδεχτεί τελικά ότι ο κόσμος πίστευε τον Μενέλαο για πραγματικό γιο της απο πρώτο [ή και καθόλου] γάμο. Άκουσε τον Βενιζέλο να προσπαθεί να τον μεταπείσει, θυμίζοντάς του τον λόγο της τιμής του ως άντρα, αλλά μάταια.

Πάει λοιπόν και μαζεύει τα δυο μοναδικά πράγματα που ήθελε να πάρει μαζί της, το εβένινο κουτί και το φόρεμα και νύχτα κιόλας, στα κρυφά, εγκατέλειψε τον καπνέμπορα και τη χλιδή για μια θέση στην πρώτη αμαξοστοιχία για Θεσσαλονίκη.

Μέχρι τον θάνατό της υποστήριζε με πάθος τον Βενιζέλο και το λόγο του [έχει μείνει στην ιστορία ο καβγάς της χρόνια αργότερα με έναν οδηγό λεωφορείου που τόλμησε μπροστά της να βρίσει τον Βενιζέλο και εκείνη του άστραψε χαστούκι], μιλούσε για το Παρίσι και λιγωνόταν, αγαπούσε τον Μενέλαο σαν γιο της και δεν έφυγε ποτέ ξανά ούτε για ένα λεπτό απο κοντά του [ακόμα και τον Οκτώβρη του 1940, όπου και κατατάχθηκε ως εθελόντρια νοσοκόμα στον Ερυθρό Σταυρό για να είναι κοντά του, επειδή εκείνος πολεμούσε στην πρώτη γραμμή, τέτοια αγάπη], υπογράφοντας τη μοναξιά της. Μέχρι λίγο πριν το θάνατό της το 1975 δε μίλησε ποτέ σε κανέναν για τον Χ. Τ.. Λίγες μέρες όμως πριν το αναπόφευκτο, πήρε παράμερα τον δικό μου Νικόλα, τον μπαμπά μου, και του είπε την ιστορία όλη.

Όπως του είπε και ότι ο καπνέμπορας την έψαξε και πάλι χρόνια αργότερα να την παρακαλέσει να γυρίσει και να τον συγχωρήσει, αλλά μπρος στον φόβο για την τύχη και τα συναισθήματα του μικρού, εκείνη δε λύγισε και προτίμησε να μείνει μόνη.

«Όσων η απόφαση να ευτυχίσουν, Νικόλα μου, εξαρτάται απο την συγκατάθεση ενός άλλου, είναι καταδικασμένοι να μείνουν δυστυχισμένοι. Κι εκείνος θα έβλεπε πάντα τον μικρό σαν εμπόδιο, ενώ ήταν η προέκτασή μου και μόνο. Βέβαια, κι εγώ τελικά αυτό έκανα. Αλλά εγώ δεν το μετάνιωσα ούτε λεπτό. Επειδή η απόφαση αφορούσε εμένα και την προέκτασή μου, δηλαδή πάλι εμένα».

Τότε του είπε και για το μυστήριο εβένινο κουτί, που δεν άφηνε ποτέ μέχρι τότε κανέναν να αγγίξει, όπως και για το φόρεμα που έκρυβε στη ντουλάπα τυλιγμένο μέσα σε ένα κομμάτι βελούδο, αφόρετο τόσα χρόνια.

Εγώ δεν είχα καν γεννηθεί.

Χτες βράδυ ο μπαμπάς μου έδωσε το φόρεμα. Τυλιγμένο ακόμα στο ίδιο μαύρο βελούδο και αφόρετο πάντα.

Μου είπε ότι δεν είχε προσέξει ποτέ πόσο πολύ μοιάζω στην Ντόντα. Ίδιο χρώμα μάτια, ίδια χείλια, ίδια τρέλα, ίδια αθυροστομία, ίδια νεύρα. Ίδια εμμονή να κρατάμε το πανομοιότυπο μωρουδίστικο υποκοριστικό μας για κανονικό όνομα και ίδιο επώνυμο. Ίδιος έρωτας με τη Θεσσαλονίκη σα να μην την έχουμε χορτάσει τόσα χρόνια. Και κυρίως, ίδιο πείσμα.

υ.γ. Όποιος εκεί έξω έχει πρόσβαση σε αρχεία εφημερίδων, τον ικετεύω να ψάξει στα αρχεία των μηνών Οκτώβρη, Νοέμβρη και Δεκέμβρη του 1940 σε φύλλα φιλο-Μεταξικής εφημερίδας (ίσως Ακρόπολη;) Αθηνών ή Θεσσαλονίκης (αποκλείεται η εφημερίδα Μακεδονία ως μη δεξιά) για την δημοσίευση επιστολής της Ερυθροσταυρίτισσας τότε Ντόντας προς τον «υιό» της Μενέλαο (τότε λοχία του πεζικού στα άρματα, πρώτη γραμμή στο μέτωπο), που πιάστηκε/διαβάστηκε απο την λογοκρισία και θεωρήθηκε τόσο πατριωτική και τόσο μητρικά στοργική που αποφασίστηκε να δημοσιευτεί για λόγους εμψυχώσεως σε τότε φιλοκυβερνητικό φύλλο. Όποιος ξέρει κάτι, τον τρόπο έστω, ας επικοινωνήσει μαζί μου!

death-proof-poitiers-legs.jpg

Hold Tight by Dave Dee, Dozy, Beaky, Mick & Tich

Για τον Σ.. Μαζί και η Sydney Tamiia Poitier [Jungle Julia]. Και τα εξαιρετικά πόδια της.