old-city-port.jpg

Βόλος, 1911

Γεννιέται ο παππούς Μενέλαος.

Βόλος, 24 Δεκεμβρίου 1919

Έκρηξη στο λεβητοστάσιο του φορτηγού ατμόπλοιου «Αντώνιος» στο λιμάνι της πόλης. Πέντε νεκροί, ένας εξ αυτών, ο Νικόλαος, πατέρας του Μενελάου και αδερφός της Ντόντας, ετών 18.

Η μητέρα του μικρού -η περίφημη Ελένη με το όνομα που ποτέ δεν επιτρεπόταν να ακουστεί καν- το σκάει την ίδια κιόλας νύχτα, δεν παρίσταται καν στην κηδεία, εξαφανίζεται και κανείς δε μαθαίνει νέα της ποτέ ξανά. Η Ντόντα, ως μοναδικό μέλος της οικογένειας παραμένει δίπλα του. Για να τον βοηθήσει να ξεχάσει και να ξεχαστεί, αποφασίζει άμεσα να τον πάρει μαζί της και να φύγει για τη Θεσσαλονίκη. Μια καινούρια αρχή μεταξύ αγνώστων. Όπου και παρουσιάζεται ως χήρα του μηχανοσιδηρουργού Νικολάου και μητέρα του Μενελάου. Τον εγγράφει σε σχολείο, ψάχνει δουλειά ως διερμηνέας (γνώριζε άπταιστα την Γερμανική και Γαλλική γλώσσα) και νοικιάζει ένα σπίτι για τους δυο τους.

Θεσσαλονίκη, φθινόπωρο του 1923

Η Ντόντα είχε ένα παράστημα λεβέντικο. Ίσιο. Περήφανο. Ανθρώπου που δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του. Πεισματάρα. Πάλεψε να σταθεί με το μικρό δίπλα της. Και πάνω που όλα έδειχναν να μη μπορούν πάραυτα να καλυτερεύσουν, οικονομικά δύσκολα χρόνια για μια γυναίκα μόνη με μικρό παιδί, γνώρισε τον Χ. Τ. απο την Καβάλα. Μέγας καπνέμπορας της εποχής που ζούσε στο Παρίσι. Την είδε λέει εκείνος μια μέρα να περπατάει στην παραλία και την ερωτεύτηκε. Έψαξε, αναποδογύρισε την πόλη ολάκερη, πάντως σύντομα έμαθε ποια ήταν και πήγε και την βρήκε. Η Ντόντα ήταν διστακτική. Υπήρχε ο Μενέλαος. Τι θα έλεγε ο κόσμος δεν την ένοιαζε, γραμμένο τον είχε, τι θα ένιωθε το μικρό φοβόταν. Ωστόσο ο καπνέμπορας δεν έχασε χρόνο, απο τρόμο ότι θα την χάσει. Της πρότεινε αμέσως να τον παντρευτεί και να πάνε να ζήσουν μαζί και οι τρεις στο Παρίσι. Της υποσχέθηκε τα πάντα. Μια ζωή στρωμένη με βελούδο. Για κάποια σαν εκείνη μια μεγάλη προσφορά. Έδειχνε μάλιστα να συμπαθεί τον μικρό. Έτσι την τούμπαρε.

Η Ντόντα δέχτηκε. Αλλά έθεσε σαν όρο να ζήσουν στη Θεσσαλονίκη. Να ταξιδεύουν όσο θέλουν και όσο χρειάζεται, ναι, αλλά να ζήσουν εδώ, και αυτοί μαζί με το μικρό. Να μεγαλώσει και να δει ηλιοβασιλέματα στο λιμάνι, ανατολή στα Κάστρα.

«Δεν τη χόρτασα ακόμα», του είπε. Και ο καπνέμπορας δέχτηκε.

Μέσα σε δυο μήνες ήρθε την πήρε, την έπεισε να φύγουν μαζί για το Παρίσι, για λίγο, ίσα να πάνε να αγοράσουν τα του καινούριου σπιτιού απο εκεί και να γυρίσουν για το γάμο.

Παρίσι, αρχές του 1924

Πράγματι έφυγαν. Στο Παρίσι έμειναν τρεις μήνες. Μόνοι τους. Ο Μενέλαος παρέμεινε μετά απο παράκληση του γαμπρού στη Θεσσαλονίκη σε ορφανοτροφείο για να μη τον φέρουν μαζί τους στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας όντας ακόμη ανύπαντροι. Το παράδοξο εξ αρχής ήταν, ότι η Ντόντα δέχτηκε. Σκεπτόμενη προφανώς το μέλλον, σίγουρη ότι όλα θα πάνε καλά. Η ζωή άλλωστε στο Παρίσι βοηθούσε απο μόνη της. Μεγάλα σαλόνια, φορέματα απο μουσελίνα και ζωρζέττα, σαμπάνιες και χαβιάρια, χρυσά μαχαιροπήρουνα, όπερα, κρύσταλλα, πόκερ με τον Βενιζέλο (ο οποίος της χάρισε και ένα εβένινο κουτί σετ για πόκερ με φιλντισένιες μάρκες για τους επικείμενους αρραβώνες της) και τον Πέρση Σάχη (που και αυτός της χάρισε ένα χαλί χειροποίητο στο χρώμα του κόκκινου κρασιού για τον ίδιο λόγο). Λίγο πριν κλείσει το τρίμηνο, ο καπνέπορας την πήρε απο το χέρι και την πήγε στο ατελιέ μιας νεαρής Παριζιάνας, της Madeleine Vionnet, για να ράψει η Ντόντα το φόρεμα των αρραβώνων της που θα γίνονταν μια εβδομάδα μετά, παραμονή της επιστροφής τους στη Θεσσαλονίκη.

Πράγματι το αποτέλεσμα ήταν εξαίσιο. Ένα φόρεμα μαύρο, στο χρώμα που αγαπούσε η Ντόντα πιο πολύ απ’ όλα, και απο μεταξωτή ζωρζέττα, αέρινο και σα να μη το είχε φτιάξει άνθρωπος, αλλά αερικό. Δίχως ίχνη ενώματος, δίχως κλωστή. Που απο μόνο του δημιουργούσε πτυχές, για να κινούνται με κάθε της κίνηση, όπως έπρεπε.

Παραμονή των αρραβώνων πρωί, και ενώ η Ντόντα δε μπορούσε πια να κρύψει τη χαρά της, αλλά και την αγωνία της, να ξαναδεί το μικρό Μενέλαο, έτυχε να ακούσει τη συζήτηση του καπνέμπορα με τον φίλο του το Βενιζέλο, ενώ έπαιρναν το τσάι τους. Ήταν στις προθέσεις του να κλείσει τον μικρό σε ιδιωτικό σχολείο στην Ελβετία ή να τον αφήσει τέλος πάντων στο ορφανοτροφείο στη Θεσσαλονίκη και να παραμείνει στο Παρίσι ή στην Αθήνα [πάντως μακριά απο την Θεσσαλονίκη] μαζί της και μετά τους αρραβώνες. Δε μπορούσε να αποδεχτεί τελικά ότι ο κόσμος πίστευε τον Μενέλαο για πραγματικό γιο της απο πρώτο [ή και καθόλου] γάμο. Άκουσε τον Βενιζέλο να προσπαθεί να τον μεταπείσει, θυμίζοντάς του τον λόγο της τιμής του ως άντρα, αλλά μάταια.

Πάει λοιπόν και μαζεύει τα δυο μοναδικά πράγματα που ήθελε να πάρει μαζί της, το εβένινο κουτί και το φόρεμα και νύχτα κιόλας, στα κρυφά, εγκατέλειψε τον καπνέμπορα και τη χλιδή για μια θέση στην πρώτη αμαξοστοιχία για Θεσσαλονίκη.

Μέχρι τον θάνατό της υποστήριζε με πάθος τον Βενιζέλο και το λόγο του [έχει μείνει στην ιστορία ο καβγάς της χρόνια αργότερα με έναν οδηγό λεωφορείου που τόλμησε μπροστά της να βρίσει τον Βενιζέλο και εκείνη του άστραψε χαστούκι], μιλούσε για το Παρίσι και λιγωνόταν, αγαπούσε τον Μενέλαο σαν γιο της και δεν έφυγε ποτέ ξανά ούτε για ένα λεπτό απο κοντά του [ακόμα και τον Οκτώβρη του 1940, όπου και κατατάχθηκε ως εθελόντρια νοσοκόμα στον Ερυθρό Σταυρό για να είναι κοντά του, επειδή εκείνος πολεμούσε στην πρώτη γραμμή, τέτοια αγάπη], υπογράφοντας τη μοναξιά της. Μέχρι λίγο πριν το θάνατό της το 1975 δε μίλησε ποτέ σε κανέναν για τον Χ. Τ.. Λίγες μέρες όμως πριν το αναπόφευκτο, πήρε παράμερα τον δικό μου Νικόλα, τον μπαμπά μου, και του είπε την ιστορία όλη.

Όπως του είπε και ότι ο καπνέμπορας την έψαξε και πάλι χρόνια αργότερα να την παρακαλέσει να γυρίσει και να τον συγχωρήσει, αλλά μπρος στον φόβο για την τύχη και τα συναισθήματα του μικρού, εκείνη δε λύγισε και προτίμησε να μείνει μόνη.

«Όσων η απόφαση να ευτυχίσουν, Νικόλα μου, εξαρτάται απο την συγκατάθεση ενός άλλου, είναι καταδικασμένοι να μείνουν δυστυχισμένοι. Κι εκείνος θα έβλεπε πάντα τον μικρό σαν εμπόδιο, ενώ ήταν η προέκτασή μου και μόνο. Βέβαια, κι εγώ τελικά αυτό έκανα. Αλλά εγώ δεν το μετάνιωσα ούτε λεπτό. Επειδή η απόφαση αφορούσε εμένα και την προέκτασή μου, δηλαδή πάλι εμένα».

Τότε του είπε και για το μυστήριο εβένινο κουτί, που δεν άφηνε ποτέ μέχρι τότε κανέναν να αγγίξει, όπως και για το φόρεμα που έκρυβε στη ντουλάπα τυλιγμένο μέσα σε ένα κομμάτι βελούδο, αφόρετο τόσα χρόνια.

Εγώ δεν είχα καν γεννηθεί.

Χτες βράδυ ο μπαμπάς μου έδωσε το φόρεμα. Τυλιγμένο ακόμα στο ίδιο μαύρο βελούδο και αφόρετο πάντα.

Μου είπε ότι δεν είχε προσέξει ποτέ πόσο πολύ μοιάζω στην Ντόντα. Ίδιο χρώμα μάτια, ίδια χείλια, ίδια τρέλα, ίδια αθυροστομία, ίδια νεύρα. Ίδια εμμονή να κρατάμε το πανομοιότυπο μωρουδίστικο υποκοριστικό μας για κανονικό όνομα και ίδιο επώνυμο. Ίδιος έρωτας με τη Θεσσαλονίκη σα να μην την έχουμε χορτάσει τόσα χρόνια. Και κυρίως, ίδιο πείσμα.

υ.γ. Όποιος εκεί έξω έχει πρόσβαση σε αρχεία εφημερίδων, τον ικετεύω να ψάξει στα αρχεία των μηνών Οκτώβρη, Νοέμβρη και Δεκέμβρη του 1940 σε φύλλα φιλο-Μεταξικής εφημερίδας (ίσως Ακρόπολη;) Αθηνών ή Θεσσαλονίκης (αποκλείεται η εφημερίδα Μακεδονία ως μη δεξιά) για την δημοσίευση επιστολής της Ερυθροσταυρίτισσας τότε Ντόντας προς τον «υιό» της Μενέλαο (τότε λοχία του πεζικού στα άρματα, πρώτη γραμμή στο μέτωπο), που πιάστηκε/διαβάστηκε απο την λογοκρισία και θεωρήθηκε τόσο πατριωτική και τόσο μητρικά στοργική που αποφασίστηκε να δημοσιευτεί για λόγους εμψυχώσεως σε τότε φιλοκυβερνητικό φύλλο. Όποιος ξέρει κάτι, τον τρόπο έστω, ας επικοινωνήσει μαζί μου!

Advertisements