white-shark-at-false-bay-by-echeng.jpg

Ήτανε κάποτε ένας ψαράς σε ένα μακρινό, μεγάλο νησί. Φτωχός, δούλευε κάθε μέρα στην ξύλινη μικρή βάρκα του με τις δεκάδες πετονιές και τα δίχτυα, ώρες ατέλειωτες για να τα βγάλει πέρα και να ζήσει την οικογένειά του.

Ώσπου ένα απόγευμα, μετά τη δύση του ήλιου, που μπήκε στα βαθειά νερά να μαζέψει τα δίχτυα του και να πάει επιτέλους σπίτι στη γυναίκα και τα παιδιά του, μια έκπληξη τον περίμενε. Μεγάλη.

Βλέπεις, στα δίχτυα του είχε μπλεχτεί ένας μεγάλος, πανέμορφος λευκός καρχαρίας. Όταν τον αντίκρυσε ο ψαράς πάνιασε. Του έφυγε το δίχτυ απο το χέρι απο την τρομάρα. Ήξερε πως ένας τόσο μεγάλος καρχαρίας, αν κατάφερνε να τον βγάλει με το δίχτυ έξω στη στεριά, θα του έφερνε τόσα χρήματα που δε θα χρειαζόταν για έναν μήνα να βγει στα ανοιχτά ξανά. Δε μπορούσε όμως να τον τραβήξει. Φοβόταν κιόλας. Έβλεπε το δέρμα του να γυαλίζει μέσα στο λιγοστό φως και έτρεμε στη σκέψη του τι θα μπορούσε να του συμβεί, αν το δίχτυ δεν ήταν ανάμεσά τους.

Κι ενώ σκεφτόταν τι να κάνει και τι θα ήταν σοφότερο, να βγει να καλέσει βοήθεια στο μάζεμα ή να τον αφήσει εκεί και να φύγει, που θα σήμαινε το τέλος του, είδε για λίγο τα μάτια του παγιδευμένου καρχαρία.

Κατάλαβε. Παραμέρησε τον φόβο του, πήρε βαθειά ανάσα, και δίνει μια με το μαχαίρι του στο δίχτυ -πέρα ως πέρα- και το σχίζει. Μεμιάς ο καρχαρίας απελευθερώθηκε. Έδωσε μία και χάθηκε στο βυθό.

Και πάνω που ο ψαράς, απογοητευμένος απο την ίδια του την πράξη, ίσως και δειλία, αποφάσισε να κάνει κουπί και να γυρίσει πίσω, μιας και είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει σιγά σιγά, τι να δει. Ο καρχαρίας ήταν δίπλα του, έπλεε ήσυχα σαν δελφίνι παράλληλα με τη βάρκα του.

Έχοντας τους καρχαρίες για ύπουλα πλάσματα, μιας κι έτσι είχε γαλουχηθεί απο παιδί να πιστεύει, ο ψαράς δεν πίστεψε λεπτό τις φαινομενικά παιχνιδιάρικες διαθέσεις του γιγάντιου καρχαρία. Έβαλε τα δυνατά του να βγει μια ώρα αρχύτερα έξω, μακριά του. Να γλιτώσει. Και γρήγορα τα κατάφερε.

Έφτασε σπίτι του, ξάπλωσε κατάκοπος για ύπνο και υποσχέθηκε στον εαυτό του να ξεχάσει και τον καρχαρία και την περιπέτειά του και να κοιμηθεί νωρίς, ούτως ώστε να πάει για ψάρεμα τα χαράματα και να κερδίσει τον χαμένο του χρόνο.

Την επομένη, πράγματι, ξεκινάει προτού καν φέξει για τα ανοιχτά. Κι εκεί που ψάρευε στην ησυχία με το καλάμι του κι είχε μόλις πάρει να ξημερώνει, νιώθει ξαφνικά να του ρίχνει κάποιος νερό στην πλάτη και να τον κάνει μούσκεμα. Ήταν ο ίδιος καρχαρίας με την προηγουμένη που τον αναγνώρισε και ήθελε με χαρές να του δείξει την ευγνωμοσύνη του. Μέχρι και το βραδάκι που ο ψαράς παρέμεινε στη θάλασσα, ο καρχαρίας κολυμπούσε ήσυχα δίπλα του, διώχνοντας μεν όλα τα μικρά τρομαγμένα ψαράκια μακριά, αλλά αφήνοντάς τον που και που να χαιδέψει την λευκή κοιλιά του που ίσα που κατάφερνε να ξεπροβάλει στην επιφάνεια του νερού. Την επομένη, τα ίδια. Και την επομένη της επομένης.

Έκτοτε, ακόμα και μέχρι σήμερα παιδιά σε όλον τον κόσμο διηγούνται την απίστευτη ιστορία του καλόκαρδου ψαρά και του μεγάλου λευκού καρχαρία που δε χωρίστηκαν ποτέ ξανά.

Ή κάπως έτσι.

______________________________________________________________________

Κοίτα που καμιά φορά οι αληθινές ιστορίες γράφουν τα καλύτερα παραμύθια.

[Και που καμιά φορά είναι εκεί που φοβάσαι να ψάξεις].

Λιώνω.

Advertisements