Archives for the month of: Φεβρουαρίου, 2008

flickr-image-by-tervaja_i-hear-voices.jpg

Last year’s first episode.

……

 

Ήξερα, ναι, σαφώς ήξερα. Σας είπα ότι σχεδίαζα να μπω σε δυο τελευταία πριν την κάνω για Σκόπελο.

29 Ιουνίου θα χτυπούσα στο πρώτο, αυτό. Από το Ηλέκτρα είχα μάθει ότι θα λείπει ο ιδιοκτήτης, ο Χαριζώνης, μέχρι και τις 5 Ιουλίου στην Κρήτη. Απο κει είχε γίνει άλλωστε και η παραγγελιά για τα αεροπορικά εισιτήρια. Εμείς του τα παραδώσαμε απο τη ρεσεψιόν. Σε καλούς πελάτες όπως ο Χαριζώνης γίνονταν θελήματα. Κάθε Τρίτη που πηδούσε τη γκόμενα στη σουίτα του έκτου, εμείς καλούσαμε σπίτι να ενημερώσουμε τη σύζυγο για την παράταση του μίτινγκ της πολυεθνικής στην αίθουσα συνεδρίων. Είχαμε εντολές τέτοιες απο άνωθεν. Στην οικιακή του βοηθό είχε δοθεί άδεια. Το ήξερα απο τις Ρωσίδες που καθάριζαν την κουζίνα του «Αγιολί» στο ισόγειο. Η ξαδέρφη της μιας ήταν και η εσωτερική του Χαριζώνη. Δεν ήταν δύσκολο να τα μάθεις αυτά. Δεν ήξερα τότε ακόμα γιατί πήρε άδεια και εκείνη, το θεώρησα λογικό. Αλλά άφηναν το σπίτι άδειο και αυτό ήταν καλό, σήμαινε ότι μπορούσα να το κάνω.

 

Τα είχα σχεδιάσει όλα μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας. Όλα στο σπίτι ήταν ηλεκτρονικά, είχα προμηθευτεί όσα χρειαζόμουν. Τα έχετε. Πήγα με το αμάξι, είχα εντωμεταξύ πάρει και την Άλφα. Άνοιξα την καγκελόπορτα με το παλμ. Η software είχε έρθει απο Ρότερνταμ καρφί από …

 

Μείνετε στην ιστορία, έχουμε πληροφορίες για την εταιρία αυτή ήδη.

 

Οκέι. Τέλος πάντων, ερημιά, πάρκαρα στο πίσω μέρος, δίπλα στο τριπλό γκαράζ. Ήταν εννιά ακριβώς, έπαιρνε σιγά σιγά να βραδιάζει, αλλά επειδή το επόμενο σπίτι ήταν στα δυο χιλιόμετρα ένιωθα πως είχα άνεση. Δεν υπήρχε ψυχή πουθενά, έτσι νόμιζα. Μπήκα απο την κουζίνα πίσω. Μαγνητική πόρτα εύκολη. Κανένα παράθυρο.

 

Το χρηματοκιβώτιο ήταν όπως υπολόγιζα στο γραφείο στα Βόρεια του κτιρίου, από το παράθυρο ο μπάσταρδος ο Χαριζώνης έβλεπε πισίνα. Κάτω απο το γραφείο, δεξιά. Πάλι το παλμ έκανε τη δουλειά, ευτυχώς ήταν ηλεκτρονικός ο συνδυασμός κι όχι χειροκίνητος, θα τα έβρισκα σκούρα. Είχε κάπου εξήντα χιλιάρικα μέσα, φίλε. Ποιος κρατάει εξήντα χιλιάρικα γαμώ το κέρατό μου σπίτι του; Τα πήρα, είχε κι ένα περίστροφο, το πήρα και αυτό. Δεν ξέρω γιατί, δε το σκέφτηκα καν.

 

Στο γρήγορο ανέβηκα στον δεύτερο όροφο. Από την κεντρική σκάλα του σαλονιού. Έψαχνα το υπνοδωμάτιο της συζύγου. Για κοσμήματα. Ανέβαινα δυο δυο τα σκαλιά, να κάνω γρήγορα, για κάποιο λόγο δεν ένιωθα άνετα εκεί μέσα, όταν στο τελευταίο σκαλί άκουσα έναν θόρυβο. Κάποιος ήταν σε ένα από τα υπνοδωμάτια, δε μπορούσα να αναγνωρίσω απο που ακριβώς. Πάγωσε το αίμα μου. Έβγαλα το όπλο από την τσέπη, ετοιμάστηκα. Δεν μπορούσα να κρυφτώ ήμουν εκτεθειμένος στη γαμημένη σκάλα. Σιγά σιγά άρχισα να πισοπατάω. Να κατεβαίνω, όπως ήρθα. Κοιτώντας πάντα προς τα επάνω. Δεν είχα ανάσα. Αυτό ήταν, σκεφτόμουν. Τι θα κάνεις ρε μαλάκα αν εμφανιστεί, θα πατήσεις τη σκανδάλη, ρε χέστη; Θα την πατήσεις, σκεφτόμουν. Όχι, δε θα την πατήσεις.

 

Αλλά έφτασα στο τελευταίο, τα κατάφερα, έκανα μεταβολή και έτρεξα προς την πόρτα της κουζίνας, όπως είχα μπει και βγήκα σφαίρα έξω. Είχα την ελπίδα ότι τα πάνω παράθυρα δεν έβλεπαν πίσω, άρα όποιος κι αν ήταν δε θα με έβλεπε να μπαίνω στο αμάξι αν δεν είχε κατέβει απο τον δεύτερο. Θα μπορούσα να βγω από την καγκελόπορτα. Πράγματι άνοιξα την Άλφα, δεν άναψα φώτα, ούτε έβαλα μπρος, την έσπρωξα από την πόρτα του οδηγού με όση δύναμη είχα και την τσούλισα μέχρι την καγκελόπορτα. Η γαμημένη έκανε θόρυβο ανοίγοντας, μου φάνηκε εκκωφαντικός. Λέω, τώρα θα βγει όποιος είναι. Αλλά δε βγήκε κανείς. Πίσω μου δε κινήθηκε τίποτε, σκάναρα κάθε παράθυρο μέσα σε κλάσματα. Αναθάρρεψα. Μπήκα μέσα, έβαλα μπρος και εξαφανίστηκα. Δεν πήγα σπίτι από φόβο ότι μπορεί να με ακολουθούσαν. Πήγα από περιφερειακό πρώτα προς Κάστρα και μετά κέντρο. Πάρκαρα στο πάρκινγκ της ΧΑΝΘ και πήγα για ένα ποτό στο Ρέζιντενς. Είχα να πατήσω από πιτσιρικάς εκεί μέσα, ήταν το κοντινότερο. Δε θα έβλεπα κανέναν γνωστό, δεν ήμουνα για τέτοια. Να ηρεμήσω, νόμιζα ότι οι παλμοί μου είχαν πιάσει τους 250.

Στην τρίτη βότκα κατάλαβα ότι ήμουν τυχερός. Την είχα πηδήξει. Οι παλμοί επανήλθαν.

 

Αλλά ποιος γαμημένος διάολος ήταν στο σπίτι; Έσπαζα το κεφάλι μου. Είχαν πει ότι θα λείπει το ζεύγος Χαριζώνη. Δεν είχαν παιδιά. Το ήξερα. Η μοναδική μία οικιακή βοηθός έλειπε με άδεια. Μήπως παράκουσα και ο ήχος ερχόταν απέξω, μήπως ήταν ιδέα μου. Πάντως δε μετάνιωνα που έφυγα από το κωλόσπιτο. Σας είπα εξ αρχής, κάτι εκεί μέσα με τρόμαζε.

 

Μιλήστε μας για εκείνη.

 

Κανά δίωρο μετά ήρθε στο μαγαζί. Όπως καθόμουν στο μπαρ ήρθε δίπλα μου.

 

Μπορώ να καπνίσω ένα ακόμα;

Ευχαριστώ.

 

Την κοιτούσε όλο το μαγαζί, αλλά ήρθε δίπλα μου.

Κι εσείς θα την κοιτούσατε. Δεν είναι ότι φορούσε κάτι το ιδιαίτερο. Ένα απλό μαύρο φόρεμα ήταν, κοντό. Εντάξει, καλοκαίρι. Αλλά ήταν ο αέρας της. Το ύφος της. Σα να ήταν από αλλού. Δεν ξέρω. Καστανά μαλλιά ίσια βρεγμένα σα να είχε βγει μόλις από το ντουζ, άβαφη νομίζω, κούκλα όμως. Την κάρφωνε σας λέω όλο το μπαρ. Δε μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Φορούσε ένα ζευγάρι μαύρα ίσια παπούτσια σαν αυτά που φοράνε στο μπαλέτο. Κανένα κόσμημα, δεν είχε καν τσάντα μαζί της. Έπρεπε να την ψυλλιαστώ εκεί. Ότι κάτι δεν πήγαινε μαζί της καλά. Ακριβώς εκεί, αλλά που να πάει το μυαλό μου. Χαιρόμουν που την είχα πηδήξει με τα εξήντα χιλιάρικα.

 

Με κοίταξε, πλησίασε, χαμογέλασε, μου πήρε ένα τσιγάρο. Με ρώτησε αν θα μπορούσα να τη βοηθήσω με το αμάξι της, είχε μείνει λέει απέναντι στο στενό της Καλλάρη και μπήκε για βοήθεια. Βγήκαμε έξω.

Της είπα ότι δεν ήξερα και πάρα πολλά, ότι πιθανόν να μη μπορούσα να της το βάλω μπρος καν, τη ρώτησα αν έχει οδική βοήθεια, είπε όχι, αυτά θυμάμαι.

Φυσικά το αμάξι της πήρε μπρος με την πρώτη.

Εκείνη έδειξε έκπληκτη. Μου είπε ότι το προσπαθούσε εδώ και μισή ώρα.

 

 

To be [even SOONER,ok] continued.

img058.jpg

«…Γιατί να παρεξηγήσω κάτι που έκανα εγώ παλιότερα πριν απο την Άντρεα με μια σειρά απο κορίτσια;»

«Μια σειρά απο κορίτσια,περίεργη έκφραση. Δεν αισθάνεστε λοιπόν ζήλεια, όταν μαθαίνετε με ποιους έχω πάει, σεφ;»

Σημείο βρασμού, Ronald Giphart, Εκδόσεις Gema.

Κατόπιν πρόσκλησης του amvro !{shush}. Σελίδα 123, του κοντινότερου σε μένα αυτή τη στιγμή βιβλίου, πρόταση έκτη, έβδομη και όγδοη.

A_live, switters, identitycafe, thas και dystropoppygus [nootropia],το μπαλάκι πετάγεται με φόρα στα μούτρα σας.

yatzermyspace.jpg

www.yatzer.com

myspace.com/kostasvoyatzis

Τον ανακάλυψα πριν λίγες μέρες και μετά σαφώς απο όση καθυστέρηση θα μπορούσε ένας κάποιος Μέρφυ να μου προσφέρει, εντ χι όλγουειζ νταζ.

Design is to share, το concept. Και ο Βογιατζής ένα αγόρι παλιάς κοπής και σούπερ μοντέρνο μαζί, με τέλεια μαλλιά κοντά που συνεχώς ανακατεύει ενώ μιλάει και που thank God παράτησε το Φυσικό για το interior design. Αγόρι, όχι άντρας, απο πεποίθεση (ο δεύτερος που γνωρίζω σε ένα τρίμηνο, σπάνιο πολύ απο μόνο του), που κάθεται απέναντί μου στο Ginger Ale στα Εξάρχεια.Υπεύθυνος για όσα βλέπουμε κάθε μήνα στις φωτογραφίες του Maison Decoration και λιώνουμε.Που πίνει βότκα με κόλα λάιτ, μπορεί να μεταφέρει δέκα σακούλες με βεσπάκι,γεμάτες εύθραυστα και να μη σπάσει τίποτα. Που δεν είναι κλειστό βιβλίο, αλλά πολύ ευγενικός και  με δυνατό γέλιο. Νιου ρέκορντ: μου πήρε έναν καφέ, έναν χυμό και δυο βότκες για να καταλάβω πόσο κρίμα είναι που οι άνθρωποι σήμερα είναι σε ένα μεγάλο ποσοστό μίζεροι, κλειστοί και κατσούφηδες. Δε σε αφήνουν να πλησιάσεις πέραν των όσων ορίζει το αόρατο δικό τους πρωτόκολλο. Αυτοί είναι και που θα τον χάσουν.Θα περάσει απο δίπλα τους όπως ο χαρακτήρας στο σποτάκι της Epuron με τον mr. Wind που τόσο λατρεύει.

__________________________________________________________

Στέλιος Κούλογλου. Γωνία Κατεχάκη και Μεσογείων, μία ώρα πριν την εκπομπή. Με πουράκια. Χωρίς καφέ. Πτώμα απο κούραση και οι δυο και γέλιο δυνατό. Σα να ήρθαμε απο κηδεία είμαστε, στα μαύρα. Αναμαλλιασμένοι επίσης. Χωνόμαστε στις πολυθρόνες. Και πρώτη φορά σε συνέντευξη ο άλλος με κοιτάζει μόνο και συνέχεια στα μάτια. Μέσα μέσα. Ακτινογραφία. Νιώθω ντροπή. Στην αρχή. Ξεχνάω τις ερωτήσεις. Μετά συνηθίζω. Διάφανα καθαρός σα νερό. Γοητευτικός τόσο, όσο μόνο όσοι δε δίνουν μία για την εμφάνισή τους μπορούν να είναι. Έκπληξη.

Μετανιώνετε για κάτι;

Για τίποτε. Και ένας Θεός ξέρει πόσα λάθη έκανα.

_________________________________________________________

Πρώτο βράδυ. Απο τη Μεσογείων ψάχνω ταξί για Αχαρνών. Αδύνατο. Καλώ ραδιοταξί. Έχω παγώσει, απο την κούραση δε νιώθω τίποτε, πεινάω, νυστάζω, όλα. Θέλω να γκρινιάξω και δεν ξέρω σε ποιον και πως. Περιμένω μαζί με τον φρουρό της ΕΡΤ, χωμένη στο παλτό, κατεβάζω μέσα μου καντήλια χίλια.

Το ταξί φτάνει δέκα λεπτά αργότερα, στο τέλος του δεύτερου τσιγάρου. Ανοίγω πόρτα, μπαίνω μέσα. Και γεμίζω ζέστη. Όχι απο το καλοριφέρ που είναι τέρμα, αλλά απο τη μουσική. Παίζει τη Νόρμα του Μπελλίνι, ακούγεται η Casta Diva. Προς στιγμήν νιώθω σε λάθος χωροχρόνο. Τσιμπάω το χέρι μου, δεν ονειρεύομαι, δεν έχω παραισθήσεις απο τη νύστα. Σε ολόκληρη τη διαδρομή των δέκα λεπτών δε βγάζει λέξη. Ακούμε την κρυστάλλινη φωνή της Κάλλας μόνο. Νιώθω να κλείσω μάτια. Σα να βυθίζομαι είναι. Φτάνουμε, δε θέλω. Και τότε λέει: «η καλύτερη Νόρμα, δε γεννήθηκε άλλη».

Πληρώνω και φεύγω. Ακόμη με το στόμα σε σχήμα όμικρον απο έκπληξη.

_______________________________________________________

Επόμενο βράδυ. Και ο Rob Birch των Stereo MC’s σε dj set στο Barouge. Μπαίνουμε μετά τη μία. Βγαίνουμε μετά τις πέντε. Πιο κατεστραμμένος απο ποτέ, πιο στον κόσμο του απο ποτέ. Αλλά εξαιρετικός. Μέσα σε όλα παίζει και αυτό. Το κομμάτι που λύσσαξε ο Στεφ να μου μιλάει γι’ αυτό πριν ένα μήνα.

Ελαφρώς μεθυσμένη, προσπαθώ να του τηλεφωνήσω αρχικά μέσα απο το μαγαζί, ανάμεσα σε σφηνάκια και ημίγυμνο κόσμο και μετά απο την είσοδο. Να του βάλω να ακούσει. Τελικά τον ξυπνάω. «Παίζει remix Blaqstarr! Με Rye Rye!». Γελάει, shaken to the ground, I bet.
______________________________________________________

stereo-mcs.jpg

Hi gal yeah Rob’s with ya on the 15th. Be there.
Peace
Nick

Stereo MC’s dj set @ Barouge Γκάζι @ 15 Φεβρουαρίου, άφτερ 23.00

italian-labyrinth-from-flickr.jpg

Io: Ho un desiderio. Sono pazzo?

Mini Io: Non ci sono miracoli. Sei stupido.

faust-by-dereck-von.jpg

Αρχές Οκτώβρη 1996.

Πρώτη μέρα στη Σχολή, χωρισμένοι σε γκρουπάκια των δέκα ατόμων, με έναν καθηγητή γυρίζουμε κάθε γωνιά του Κάμπους. Εδώ η βιβλιοθήκη, εδώ το Ποινικό, εδώ το Αστικό, εδώ το Διεθνές, εδώ οι αίθουσες.

Τελευταία στη γραμμή και μετανιωμένη. Να πάρω το πρώτο αεροπλάνο να γυρίσω πίσω. Και τι θα πω. Θα πω πως δεν.

Δεν, απλά δεν.

Εδώ έχει καφέ, εδώ τα γραφεία, εδώ ο δανεισμός. Εδώ τα ντουλάπια. Απο εδώ τα κλειδιά.

Και δε με περιμένει κανένας. Δε με ξέρει κανένας. Αυτό θα πω.

Πίσω στην ουρά μπροστά μου ένας κοντούλης μελαχρινός. Φαίνεται ότι είναι ξένος, αλλά μιλάει άψογα Γερμανικά. Φοράει γυαλιά μυωπίας και κοστούμι, κολαρισμένο πουκάμισο, φθηνό.

Πισωπατάω σιγά σιγά. Να φύγω απο την ουρά δε θα με δει κανείς. Κανείς δε θα το προσέξει καν.

Στα τρία μέτρα κάνω αναστροφή, φεύγω, αυτό ήταν.

Μου πιάνει το χέρι. Με λένε Φάτιχ. Έμαθα ότι είσαι η μικρή Ελληνίδα. Κανονικά θα έπρεπε να σε μισούσα τώρα, είμαι Τούρκος, αν δε σε πειράζει, πάμε μαζί να πιούμε έναν καφέ. Βαρέθηκα την ξενάγηση. Ξέρω ανέκδοτα με Έλληνες και Τούρκους. Πάμε, θα χωρίσουμε και το Αιγαίο. Χαμόγελο.

Και πήγαμε.

________________________________________________________________________

Γελούσε με τα σπίτια μας. Το δικό του 28 τετραγωνικά, το δικό μου 16. Εκείνος παράθυρο με κουρτίνα, εγώ παράθυρο ψηλά με σιδεριά, Αλκατράζ. Εκείνος σε νεόχτιστο, εγώ σε κλασικό, σαν κάστρο, τρομακτικό.

Το μοναδικό τηλέφωνο που με καλούσε και καλούσα για τρεις μήνες.

Οι τρεις πρώτοι φοβεροί μήνες. Οι πρώτες μακαρονάδες, οι πρώτες καταστροφές στο πλύσιμο, ρούχα ροζ, δυο νούμερα μικρότερα.

Μετά απο κάθε μια, τηλέφωνο και κλάματα. Έλα εδώ. Και μπουκάλι κίτρινης τεκίλας και πορτοκάλια. Ύπνος στον μικρό καναπέ, εγώ επάνω, εκείνος κάτω στο πάτωμα μπροστά, χέρι χέρι. Όπως το πρώτο βράδυ. Που μέχρι το πρωί ψάχναμε λέξεις κοινές και των δυο, όποιος αργούσε, έπινε και ένα σφηνάκι. Και αργούσαμε.

Ερώτηση. Άφησες πίσω σου τι;

Τίποτα. Εσύ;

Εγώ μια κοπέλα. Αλλά δε θα με πρόσεχε ποτέ. Είμαι όμορφος, γι’ αυτό. Δες.

Η ουλή απο το λαιμό μέχρι κάτω την κοιλιά.

_______________________________________________________________________

Που ήθελε να γίνει δάσκαλος. Να διδάσκει σε παιδιά Γκέτε, Μαν και Έσσε. Να τους λέει ότι Έρωτας είναι να βάζεις σε βάραθρο επάνω τον άλλον. Όπως η Ούσι δε θα τον έβαζε ποτέ. Η Ούσι με το αστείο όνομα που αν προσθέσεις μπροστά ένα μι, γίνεται σε δυο γλώσσες κάτι άλλο. Το ένα γλυκό. Αλλά δεν είχε επιλογή. Έτσι έλεγε.

Που διάβαζε στα κρυφά στο αμφιθέατρο Φάουστ απο κόπιες μισοσκισμένες που αγόραζε φθηνά δεύτερο ή τρίτο χέρι, και όταν έπεφτε σε αγαπημένο κομμάτι το έγραφε με στιλό Μπικ στο χέρι σαν τατού.

Παλιομοδίτικο αγόρι, ολόκληρο χειμώνα με ένα γκρι σκούρο μάλλινο παλτό με σηκωμένο γιακά. Που αγαπούσε τον Μότσαρτ και τον Βάγκνερ πρώτα και μετά τον Σοπέν και τον Τσαικόφσκι. Τίποτε καινούριο. Εκτός απο Dusty Springfield και Verve. Που απεχθανόταν τα χαζοβαλσάκια. Που ήθελε δράμα.

_______________________________________________________________________

Μισό φθινόπωρο, έναν χειμώνα, μία άνοιξη και μισό καλοκαίρι. Τόσο μόνο.

Αυτοκόλλητοι. Οι καταστροφές λιγόστεψαν. Μετά το πήρε απόφαση. Θα το κάνω. Δεν ξέρω πόσο ακόμα θα ζήσω. Δεν έχω την πολυτέλεια, καταλαβαίνεις; Πρέπει να φύγω.

Τα μάζεψε σε μια νύχτα και έφυγε για Βερολίνο. Πήγε και γράφτηκε κρυφά στη Φιλολογία. Δεν ήθελε πια δράμα.

Χαθήκαμε για έξι χρόνια. Μετά ήρθε ένα μέηλ για μένα στο γραφείο του καθηγητή. Ρωτούσε αν γνωρίζουν μια μικρή Ελληνίδα, το όνομά μου. Απάντησα αμέσως. Πως ήξερες ότι κάνω σε αυτόν την πτυχιακή; Όταν είδα στη λίστα το όνομα Τόμας Μαν είπα, δες, σημάδι αυτή η συνωνυμία, σε αυτόν κάνει πτυχιακή η μικρή Ελληνίδα. Σε βρήκα, δε σε βρήκα; Σημάδι σου λέω.

Είμαι καλά. Τελειώνω. Θα διοριστώ μετά. Θα το κάνω. Θα διδάξω τελικά Γκέτε στα παιδιά. Ζω ακόμα. Έφυγε. Έτσι λένε έφυγε. Θα προλάβω. Να βρεθούμε, που είσαι.

Και φυσικά δε βρεθήκαμε. Άπειρα μέηλ. Είδα την Ούσι. Και μου μίλησε, δε με θυμόταν, έχουμε ραντεβού. Και αναμονή για τη θέση του δασκάλου. Αλλά με την Ούσι όλα εύκολα. Μόνο όποτε εκείνη σιωπή, ο Φάτιχ δράμα πάλι. Ολόκληρος άντρας να κλαίει σα μωρό.

Θα την παντρευτώ, αλλά οι δικοί του αντίθετοι. Κρυφά. Δε θα γίνω Πέτερ Κάμεντσιντ να την αφήσω να φύγει σαν την Ελίζαμπεθ. Θέλω κωμωδία τώρα.

______________________________________________________________________

Άλλα έξι χρόνια. Και ησυχία, μέχρι πριν έναν χρόνο. Και μετά πάλι ξαφνικά απο το πουθενά μέηλ. Επιτέλους διορίστηκε. Η Ούσι με το αστείο όνομα αποδείχτηκε αυτό με το επιπρόσθετο μι και έφυγε πριν το γάμο. Εκείνος διορίστηκε σε μικρό δημοτικό στο πρώην ανατολικό. Έμεινε μόνος. Εκείνη ακόμα σε βάραθρο, αδικαιολόγητα. Αδύναμος, να λέει δεν είμαι καλά. Μην ανησυχείς όμως, είμαι ο Φάουστ, όπως άντεξα τόσα χρόνια θα αντέξω και αυτό τώρα. Αλλά θα με ανοίξουν πάλι, φακ. Η ουλή θα μεγαλώσει. Δε θα θέλει ούτε να με δει.

Μέηλ ξανά μήνες μετά, κάνω εισαγωγή σε δυο μέρες. Μην ανησυχείς, μια χαρά θα είμαι. Και μάντεψε. Η Ούσι θα γυρίσει. Θα έρθει να με πάρει απο εδώ μέσα, μόλις τελειώσω, το υποσχέθηκε, θα αφήσει τον Γερμανό. Και τον άλλον μήνα ξεκινάω τον Φάουστ στα παιδιά. Επιτέλους. Χαρούμενος. Και το σπίτι θα έρθεις να το δεις. Θέλω παιδιά μαζί της, Ντόρα. Πολλά. Θυμάσαι; Πάντα το λέγαμε εμείς οι δυο, πολλά παιδιά. Μη με λες γαμώτο Ντόρα. Μόνο εσύ με λες έτσι. Για να ξεχωρίζω, μικρή μου Ελληνίδα. Αλλά αν δε θέλει εκείνη παιδιά θα πεθάνω. Οκέι, δε θα πεθάνω, αλλά δράμα, μου αρέσει το δράμα, ξέρεις. Αλλά αυτό θα είναι το τελευταίο δράμα, Ντόρα. Τέρμα ο Βάγκνερ, θέλω απο τα δικά σου αγαπημένα χαζοχαρούμενα βαλσάκια. Δεν είναι χαζοχαρούμενα, είναι αυτοκρατορικά. Είναι σου λέω, αλλά αυτά θέλω τώρα.

Μέηλ ξανά χτες βράδυ. Aπο την Ούσι που ποτέ δε χώνεψα. Η κηδεία έγινε προχτές. Άφησε για σένα ένα κουτί με βιβλία. Θα τα στείλω με ταχυδρομείο. Δεν είναι αξίας, μισοσκισμένα.

______________________________________________________________________

Well, I’ve never prayed

But tonight I’m on my knees, yeah.

Μ’ αρέσει αυτός ο στίχος, Ντόρα. Φιλί.