faust-by-dereck-von.jpg

Αρχές Οκτώβρη 1996.

Πρώτη μέρα στη Σχολή, χωρισμένοι σε γκρουπάκια των δέκα ατόμων, με έναν καθηγητή γυρίζουμε κάθε γωνιά του Κάμπους. Εδώ η βιβλιοθήκη, εδώ το Ποινικό, εδώ το Αστικό, εδώ το Διεθνές, εδώ οι αίθουσες.

Τελευταία στη γραμμή και μετανιωμένη. Να πάρω το πρώτο αεροπλάνο να γυρίσω πίσω. Και τι θα πω. Θα πω πως δεν.

Δεν, απλά δεν.

Εδώ έχει καφέ, εδώ τα γραφεία, εδώ ο δανεισμός. Εδώ τα ντουλάπια. Απο εδώ τα κλειδιά.

Και δε με περιμένει κανένας. Δε με ξέρει κανένας. Αυτό θα πω.

Πίσω στην ουρά μπροστά μου ένας κοντούλης μελαχρινός. Φαίνεται ότι είναι ξένος, αλλά μιλάει άψογα Γερμανικά. Φοράει γυαλιά μυωπίας και κοστούμι, κολαρισμένο πουκάμισο, φθηνό.

Πισωπατάω σιγά σιγά. Να φύγω απο την ουρά δε θα με δει κανείς. Κανείς δε θα το προσέξει καν.

Στα τρία μέτρα κάνω αναστροφή, φεύγω, αυτό ήταν.

Μου πιάνει το χέρι. Με λένε Φάτιχ. Έμαθα ότι είσαι η μικρή Ελληνίδα. Κανονικά θα έπρεπε να σε μισούσα τώρα, είμαι Τούρκος, αν δε σε πειράζει, πάμε μαζί να πιούμε έναν καφέ. Βαρέθηκα την ξενάγηση. Ξέρω ανέκδοτα με Έλληνες και Τούρκους. Πάμε, θα χωρίσουμε και το Αιγαίο. Χαμόγελο.

Και πήγαμε.

________________________________________________________________________

Γελούσε με τα σπίτια μας. Το δικό του 28 τετραγωνικά, το δικό μου 16. Εκείνος παράθυρο με κουρτίνα, εγώ παράθυρο ψηλά με σιδεριά, Αλκατράζ. Εκείνος σε νεόχτιστο, εγώ σε κλασικό, σαν κάστρο, τρομακτικό.

Το μοναδικό τηλέφωνο που με καλούσε και καλούσα για τρεις μήνες.

Οι τρεις πρώτοι φοβεροί μήνες. Οι πρώτες μακαρονάδες, οι πρώτες καταστροφές στο πλύσιμο, ρούχα ροζ, δυο νούμερα μικρότερα.

Μετά απο κάθε μια, τηλέφωνο και κλάματα. Έλα εδώ. Και μπουκάλι κίτρινης τεκίλας και πορτοκάλια. Ύπνος στον μικρό καναπέ, εγώ επάνω, εκείνος κάτω στο πάτωμα μπροστά, χέρι χέρι. Όπως το πρώτο βράδυ. Που μέχρι το πρωί ψάχναμε λέξεις κοινές και των δυο, όποιος αργούσε, έπινε και ένα σφηνάκι. Και αργούσαμε.

Ερώτηση. Άφησες πίσω σου τι;

Τίποτα. Εσύ;

Εγώ μια κοπέλα. Αλλά δε θα με πρόσεχε ποτέ. Είμαι όμορφος, γι’ αυτό. Δες.

Η ουλή απο το λαιμό μέχρι κάτω την κοιλιά.

_______________________________________________________________________

Που ήθελε να γίνει δάσκαλος. Να διδάσκει σε παιδιά Γκέτε, Μαν και Έσσε. Να τους λέει ότι Έρωτας είναι να βάζεις σε βάραθρο επάνω τον άλλον. Όπως η Ούσι δε θα τον έβαζε ποτέ. Η Ούσι με το αστείο όνομα που αν προσθέσεις μπροστά ένα μι, γίνεται σε δυο γλώσσες κάτι άλλο. Το ένα γλυκό. Αλλά δεν είχε επιλογή. Έτσι έλεγε.

Που διάβαζε στα κρυφά στο αμφιθέατρο Φάουστ απο κόπιες μισοσκισμένες που αγόραζε φθηνά δεύτερο ή τρίτο χέρι, και όταν έπεφτε σε αγαπημένο κομμάτι το έγραφε με στιλό Μπικ στο χέρι σαν τατού.

Παλιομοδίτικο αγόρι, ολόκληρο χειμώνα με ένα γκρι σκούρο μάλλινο παλτό με σηκωμένο γιακά. Που αγαπούσε τον Μότσαρτ και τον Βάγκνερ πρώτα και μετά τον Σοπέν και τον Τσαικόφσκι. Τίποτε καινούριο. Εκτός απο Dusty Springfield και Verve. Που απεχθανόταν τα χαζοβαλσάκια. Που ήθελε δράμα.

_______________________________________________________________________

Μισό φθινόπωρο, έναν χειμώνα, μία άνοιξη και μισό καλοκαίρι. Τόσο μόνο.

Αυτοκόλλητοι. Οι καταστροφές λιγόστεψαν. Μετά το πήρε απόφαση. Θα το κάνω. Δεν ξέρω πόσο ακόμα θα ζήσω. Δεν έχω την πολυτέλεια, καταλαβαίνεις; Πρέπει να φύγω.

Τα μάζεψε σε μια νύχτα και έφυγε για Βερολίνο. Πήγε και γράφτηκε κρυφά στη Φιλολογία. Δεν ήθελε πια δράμα.

Χαθήκαμε για έξι χρόνια. Μετά ήρθε ένα μέηλ για μένα στο γραφείο του καθηγητή. Ρωτούσε αν γνωρίζουν μια μικρή Ελληνίδα, το όνομά μου. Απάντησα αμέσως. Πως ήξερες ότι κάνω σε αυτόν την πτυχιακή; Όταν είδα στη λίστα το όνομα Τόμας Μαν είπα, δες, σημάδι αυτή η συνωνυμία, σε αυτόν κάνει πτυχιακή η μικρή Ελληνίδα. Σε βρήκα, δε σε βρήκα; Σημάδι σου λέω.

Είμαι καλά. Τελειώνω. Θα διοριστώ μετά. Θα το κάνω. Θα διδάξω τελικά Γκέτε στα παιδιά. Ζω ακόμα. Έφυγε. Έτσι λένε έφυγε. Θα προλάβω. Να βρεθούμε, που είσαι.

Και φυσικά δε βρεθήκαμε. Άπειρα μέηλ. Είδα την Ούσι. Και μου μίλησε, δε με θυμόταν, έχουμε ραντεβού. Και αναμονή για τη θέση του δασκάλου. Αλλά με την Ούσι όλα εύκολα. Μόνο όποτε εκείνη σιωπή, ο Φάτιχ δράμα πάλι. Ολόκληρος άντρας να κλαίει σα μωρό.

Θα την παντρευτώ, αλλά οι δικοί του αντίθετοι. Κρυφά. Δε θα γίνω Πέτερ Κάμεντσιντ να την αφήσω να φύγει σαν την Ελίζαμπεθ. Θέλω κωμωδία τώρα.

______________________________________________________________________

Άλλα έξι χρόνια. Και ησυχία, μέχρι πριν έναν χρόνο. Και μετά πάλι ξαφνικά απο το πουθενά μέηλ. Επιτέλους διορίστηκε. Η Ούσι με το αστείο όνομα αποδείχτηκε αυτό με το επιπρόσθετο μι και έφυγε πριν το γάμο. Εκείνος διορίστηκε σε μικρό δημοτικό στο πρώην ανατολικό. Έμεινε μόνος. Εκείνη ακόμα σε βάραθρο, αδικαιολόγητα. Αδύναμος, να λέει δεν είμαι καλά. Μην ανησυχείς όμως, είμαι ο Φάουστ, όπως άντεξα τόσα χρόνια θα αντέξω και αυτό τώρα. Αλλά θα με ανοίξουν πάλι, φακ. Η ουλή θα μεγαλώσει. Δε θα θέλει ούτε να με δει.

Μέηλ ξανά μήνες μετά, κάνω εισαγωγή σε δυο μέρες. Μην ανησυχείς, μια χαρά θα είμαι. Και μάντεψε. Η Ούσι θα γυρίσει. Θα έρθει να με πάρει απο εδώ μέσα, μόλις τελειώσω, το υποσχέθηκε, θα αφήσει τον Γερμανό. Και τον άλλον μήνα ξεκινάω τον Φάουστ στα παιδιά. Επιτέλους. Χαρούμενος. Και το σπίτι θα έρθεις να το δεις. Θέλω παιδιά μαζί της, Ντόρα. Πολλά. Θυμάσαι; Πάντα το λέγαμε εμείς οι δυο, πολλά παιδιά. Μη με λες γαμώτο Ντόρα. Μόνο εσύ με λες έτσι. Για να ξεχωρίζω, μικρή μου Ελληνίδα. Αλλά αν δε θέλει εκείνη παιδιά θα πεθάνω. Οκέι, δε θα πεθάνω, αλλά δράμα, μου αρέσει το δράμα, ξέρεις. Αλλά αυτό θα είναι το τελευταίο δράμα, Ντόρα. Τέρμα ο Βάγκνερ, θέλω απο τα δικά σου αγαπημένα χαζοχαρούμενα βαλσάκια. Δεν είναι χαζοχαρούμενα, είναι αυτοκρατορικά. Είναι σου λέω, αλλά αυτά θέλω τώρα.

Μέηλ ξανά χτες βράδυ. Aπο την Ούσι που ποτέ δε χώνεψα. Η κηδεία έγινε προχτές. Άφησε για σένα ένα κουτί με βιβλία. Θα τα στείλω με ταχυδρομείο. Δεν είναι αξίας, μισοσκισμένα.

______________________________________________________________________

Well, I’ve never prayed

But tonight I’m on my knees, yeah.

Μ’ αρέσει αυτός ο στίχος, Ντόρα. Φιλί.

Advertisements