flickr-image-by-tervaja_i-hear-voices.jpg

Last year’s first episode.

……

 

Ήξερα, ναι, σαφώς ήξερα. Σας είπα ότι σχεδίαζα να μπω σε δυο τελευταία πριν την κάνω για Σκόπελο.

29 Ιουνίου θα χτυπούσα στο πρώτο, αυτό. Από το Ηλέκτρα είχα μάθει ότι θα λείπει ο ιδιοκτήτης, ο Χαριζώνης, μέχρι και τις 5 Ιουλίου στην Κρήτη. Απο κει είχε γίνει άλλωστε και η παραγγελιά για τα αεροπορικά εισιτήρια. Εμείς του τα παραδώσαμε απο τη ρεσεψιόν. Σε καλούς πελάτες όπως ο Χαριζώνης γίνονταν θελήματα. Κάθε Τρίτη που πηδούσε τη γκόμενα στη σουίτα του έκτου, εμείς καλούσαμε σπίτι να ενημερώσουμε τη σύζυγο για την παράταση του μίτινγκ της πολυεθνικής στην αίθουσα συνεδρίων. Είχαμε εντολές τέτοιες απο άνωθεν. Στην οικιακή του βοηθό είχε δοθεί άδεια. Το ήξερα απο τις Ρωσίδες που καθάριζαν την κουζίνα του «Αγιολί» στο ισόγειο. Η ξαδέρφη της μιας ήταν και η εσωτερική του Χαριζώνη. Δεν ήταν δύσκολο να τα μάθεις αυτά. Δεν ήξερα τότε ακόμα γιατί πήρε άδεια και εκείνη, το θεώρησα λογικό. Αλλά άφηναν το σπίτι άδειο και αυτό ήταν καλό, σήμαινε ότι μπορούσα να το κάνω.

 

Τα είχα σχεδιάσει όλα μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας. Όλα στο σπίτι ήταν ηλεκτρονικά, είχα προμηθευτεί όσα χρειαζόμουν. Τα έχετε. Πήγα με το αμάξι, είχα εντωμεταξύ πάρει και την Άλφα. Άνοιξα την καγκελόπορτα με το παλμ. Η software είχε έρθει απο Ρότερνταμ καρφί από …

 

Μείνετε στην ιστορία, έχουμε πληροφορίες για την εταιρία αυτή ήδη.

 

Οκέι. Τέλος πάντων, ερημιά, πάρκαρα στο πίσω μέρος, δίπλα στο τριπλό γκαράζ. Ήταν εννιά ακριβώς, έπαιρνε σιγά σιγά να βραδιάζει, αλλά επειδή το επόμενο σπίτι ήταν στα δυο χιλιόμετρα ένιωθα πως είχα άνεση. Δεν υπήρχε ψυχή πουθενά, έτσι νόμιζα. Μπήκα απο την κουζίνα πίσω. Μαγνητική πόρτα εύκολη. Κανένα παράθυρο.

 

Το χρηματοκιβώτιο ήταν όπως υπολόγιζα στο γραφείο στα Βόρεια του κτιρίου, από το παράθυρο ο μπάσταρδος ο Χαριζώνης έβλεπε πισίνα. Κάτω απο το γραφείο, δεξιά. Πάλι το παλμ έκανε τη δουλειά, ευτυχώς ήταν ηλεκτρονικός ο συνδυασμός κι όχι χειροκίνητος, θα τα έβρισκα σκούρα. Είχε κάπου εξήντα χιλιάρικα μέσα, φίλε. Ποιος κρατάει εξήντα χιλιάρικα γαμώ το κέρατό μου σπίτι του; Τα πήρα, είχε κι ένα περίστροφο, το πήρα και αυτό. Δεν ξέρω γιατί, δε το σκέφτηκα καν.

 

Στο γρήγορο ανέβηκα στον δεύτερο όροφο. Από την κεντρική σκάλα του σαλονιού. Έψαχνα το υπνοδωμάτιο της συζύγου. Για κοσμήματα. Ανέβαινα δυο δυο τα σκαλιά, να κάνω γρήγορα, για κάποιο λόγο δεν ένιωθα άνετα εκεί μέσα, όταν στο τελευταίο σκαλί άκουσα έναν θόρυβο. Κάποιος ήταν σε ένα από τα υπνοδωμάτια, δε μπορούσα να αναγνωρίσω απο που ακριβώς. Πάγωσε το αίμα μου. Έβγαλα το όπλο από την τσέπη, ετοιμάστηκα. Δεν μπορούσα να κρυφτώ ήμουν εκτεθειμένος στη γαμημένη σκάλα. Σιγά σιγά άρχισα να πισοπατάω. Να κατεβαίνω, όπως ήρθα. Κοιτώντας πάντα προς τα επάνω. Δεν είχα ανάσα. Αυτό ήταν, σκεφτόμουν. Τι θα κάνεις ρε μαλάκα αν εμφανιστεί, θα πατήσεις τη σκανδάλη, ρε χέστη; Θα την πατήσεις, σκεφτόμουν. Όχι, δε θα την πατήσεις.

 

Αλλά έφτασα στο τελευταίο, τα κατάφερα, έκανα μεταβολή και έτρεξα προς την πόρτα της κουζίνας, όπως είχα μπει και βγήκα σφαίρα έξω. Είχα την ελπίδα ότι τα πάνω παράθυρα δεν έβλεπαν πίσω, άρα όποιος κι αν ήταν δε θα με έβλεπε να μπαίνω στο αμάξι αν δεν είχε κατέβει απο τον δεύτερο. Θα μπορούσα να βγω από την καγκελόπορτα. Πράγματι άνοιξα την Άλφα, δεν άναψα φώτα, ούτε έβαλα μπρος, την έσπρωξα από την πόρτα του οδηγού με όση δύναμη είχα και την τσούλισα μέχρι την καγκελόπορτα. Η γαμημένη έκανε θόρυβο ανοίγοντας, μου φάνηκε εκκωφαντικός. Λέω, τώρα θα βγει όποιος είναι. Αλλά δε βγήκε κανείς. Πίσω μου δε κινήθηκε τίποτε, σκάναρα κάθε παράθυρο μέσα σε κλάσματα. Αναθάρρεψα. Μπήκα μέσα, έβαλα μπρος και εξαφανίστηκα. Δεν πήγα σπίτι από φόβο ότι μπορεί να με ακολουθούσαν. Πήγα από περιφερειακό πρώτα προς Κάστρα και μετά κέντρο. Πάρκαρα στο πάρκινγκ της ΧΑΝΘ και πήγα για ένα ποτό στο Ρέζιντενς. Είχα να πατήσω από πιτσιρικάς εκεί μέσα, ήταν το κοντινότερο. Δε θα έβλεπα κανέναν γνωστό, δεν ήμουνα για τέτοια. Να ηρεμήσω, νόμιζα ότι οι παλμοί μου είχαν πιάσει τους 250.

Στην τρίτη βότκα κατάλαβα ότι ήμουν τυχερός. Την είχα πηδήξει. Οι παλμοί επανήλθαν.

 

Αλλά ποιος γαμημένος διάολος ήταν στο σπίτι; Έσπαζα το κεφάλι μου. Είχαν πει ότι θα λείπει το ζεύγος Χαριζώνη. Δεν είχαν παιδιά. Το ήξερα. Η μοναδική μία οικιακή βοηθός έλειπε με άδεια. Μήπως παράκουσα και ο ήχος ερχόταν απέξω, μήπως ήταν ιδέα μου. Πάντως δε μετάνιωνα που έφυγα από το κωλόσπιτο. Σας είπα εξ αρχής, κάτι εκεί μέσα με τρόμαζε.

 

Μιλήστε μας για εκείνη.

 

Κανά δίωρο μετά ήρθε στο μαγαζί. Όπως καθόμουν στο μπαρ ήρθε δίπλα μου.

 

Μπορώ να καπνίσω ένα ακόμα;

Ευχαριστώ.

 

Την κοιτούσε όλο το μαγαζί, αλλά ήρθε δίπλα μου.

Κι εσείς θα την κοιτούσατε. Δεν είναι ότι φορούσε κάτι το ιδιαίτερο. Ένα απλό μαύρο φόρεμα ήταν, κοντό. Εντάξει, καλοκαίρι. Αλλά ήταν ο αέρας της. Το ύφος της. Σα να ήταν από αλλού. Δεν ξέρω. Καστανά μαλλιά ίσια βρεγμένα σα να είχε βγει μόλις από το ντουζ, άβαφη νομίζω, κούκλα όμως. Την κάρφωνε σας λέω όλο το μπαρ. Δε μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Φορούσε ένα ζευγάρι μαύρα ίσια παπούτσια σαν αυτά που φοράνε στο μπαλέτο. Κανένα κόσμημα, δεν είχε καν τσάντα μαζί της. Έπρεπε να την ψυλλιαστώ εκεί. Ότι κάτι δεν πήγαινε μαζί της καλά. Ακριβώς εκεί, αλλά που να πάει το μυαλό μου. Χαιρόμουν που την είχα πηδήξει με τα εξήντα χιλιάρικα.

 

Με κοίταξε, πλησίασε, χαμογέλασε, μου πήρε ένα τσιγάρο. Με ρώτησε αν θα μπορούσα να τη βοηθήσω με το αμάξι της, είχε μείνει λέει απέναντι στο στενό της Καλλάρη και μπήκε για βοήθεια. Βγήκαμε έξω.

Της είπα ότι δεν ήξερα και πάρα πολλά, ότι πιθανόν να μη μπορούσα να της το βάλω μπρος καν, τη ρώτησα αν έχει οδική βοήθεια, είπε όχι, αυτά θυμάμαι.

Φυσικά το αμάξι της πήρε μπρος με την πρώτη.

Εκείνη έδειξε έκπληκτη. Μου είπε ότι το προσπαθούσε εδώ και μισή ώρα.

 

 

To be [even SOONER,ok] continued.

Advertisements