jumping-by-robyn-whitwham.jpg

Ασφάλεια. Ασφάλεια σε σχέση. Δεν ένιωσα ποτέ. Ψέμα. Ένιωσα, μία φορά, αλλά δεν ήμουν ερωτευμένη. Ίσως να είναι αυτό ακριβώς, ότι η ασφάλεια/εμπιστοσύνη και ο έρωτας είναι έννοιες αντίθετες, μαγνητικά αντίθετα φορτισμένες, ίσως, δεν έχω ιδέα. Η μαμά λέει ότι υπάρχει. Αν είσαι τυχερός, υπάρχει. Αφού το βρήκα εγώ ρε χαζή, πατ πατ στο κεφάλι. Δεν έχω ιδέα.

Τις μισές φορές δεν έχω καν ιδέα τι γράφω. Και το έκανα επάγγελμα.

Γνώρισα άλλου είδους ασφάλεια. Την οικογενειακή. Εντός των τοιχών του σπιτιού και του πλανήτη. Όπου κι αν είσαι, εκείνη η αίσθηση ότι η φωνή της μάνας σου είναι μόλις λίγα δεύτερα μακριά, έστω και στην άλλη μεριά ενός ακουστικού. Ή εκείνη της αδερφής σου. Του μπαμπά. Φρικτή ασφάλεια, ακόμη πιο φρικτή στην μη έλλειψή της. Να σε πνίγει και να μη μπορείς χωρίς. Όλα μαζί. Πραγματικά ελεύθερος, διάβασα κάποτε κάπου, είναι όποιος έμεινε ορφανός απο μωρό. Όλοι οι άλλοι δέσμιοι.

Και την άλλη. Εκείνη του παιδικού φίλου. Που αρκεί να σε κοιτάξει για να βγάλει τη διάγνωση και να σου δώσει ένα φιλί καπάκι. Ή να γελάσει μαζί σου. Όταν όλα είναι καλά. Είναι δυσκολότερο καμιά φορά να βρεις κάποιον να γελάσει μαζί σου, απο ότι να κλάψει. Το ξέρω γιατί αυτό ακριβώς τόσα χρόνια έκανα κι εγώ.

Και με τη θάλασσα (για κάποιο λόγο που ποτέ δεν κατάλαβα). Ασφάλεια στην αλμύρα μέσα.

Τι σκατά σκέφτομαι. Στοπ, κόφτο. τεύχος κόκκινο. Αυτό σκέψου.

_____________________

Συμπτώσεις.

Η φωτό είναι της Robyn Whitwham. Είχα σκοντάψει πάνω της τον Ιούνιο, 40 βαθμοί εκτός γραφείου κι εμείς να ψάχνουμε για εξώφυλλο φορώντας εξαιρετικές σαγιονάρες. Και τη βρήκα, μου έμοιασε με ελληνικό τοπίο, αν και προφανώς θα ήταν Καναδάς. Προσπάθησα να έρθω τότε σε επαφή μαζί της για τα δικαιώματα, μάταια. Ίσως να μην ίσχυε το μέηλ της καν, να μη το έλαβε ποτέ. Επιλέξαμε μια άλλη, ενός επαγγελματία απο τη Νέα Υόρκη και το ζήτημα ξεχάστηκε. Σήμερα το πρωί βρίσκω στο facebook το όνομά της στα friend requests.

Απορημένη την προσθέτω. Μήνυμα μετά: «Σε είδα στους φίλους της Ζουζάνα (το κορίτσι πίσω απο την κάμερα του ντοκιμαντέρ Heaven Or Not που έπαιξε μαζί μας στο τεύχος Μαρτίου απο τον Καναδά) και μου φάνηκε ενδιαφέρουσα η δουλειά σας, μου έδειξε η Ζουζάνα τα pdf. Nice!»

Ironic, η φωτό που τότε ήθελα είχε τραβηχτεί στην Ελλάδα. Σε διακοπές.

___________________

Θέλω καλοκαίρι. Τώρα αμέσως. Ούτε λίγο μετά. Τίποτε δε μπορεί να πάει στραβά καλοκαίρι. Κόφτο, λέμε. Κόκκινο τεύχος, κόκκινο τεύχος.

___________________

Συμπτώσεις.

Μέηλ / δελτίο τύπου της Λήδας Παπαδοπούλου:

Ο ποιητής Μάρκος Μέσκος εκθέτει στο Ginger Oil (Π.Π. Γερμανού 23) μέχρι τις 6 Απριλίου μια σειρά προσφάτων έργων του σε μικρές διαστάσεις.

Πρόκειται για έργα με εσωτερικές δονήσεις, ψυχογραφικές αναπαραστάσεις τόπων και τοπίων με «ιμπρεσιονιστικές προθέσεις» και τολμηρή πολυχρωμία.

Ο ίδιος αναφέρει: « Παύσεις και διαλείμματα, πέραν της άλλης αγωνιώδους περιπέτειας των ποιημάτων, τα χρώματα στο χαρτί. Τα μπλε, τα κόκκινα οι ώχρες, τα καφέ και τα λαδιά άλλες στιγμές ζωής και νύξεις του μαύρου θανάτου.Την Άνοιξη πολιορκώντας και το Φθινόπωρο αντάμα και τις δυο άλλες κάθετες Εποχές, τη Χώρα και την Ενδοχώρα, τοπία και λουλούδια που κρύβουν μεταμορφώνοντας τους ανθρώπους. Τα σχέδια και τα σχήματα ελάχιστα συνειδητά, πλεονάζοντας (μάλλον) η διάθεσή της ψυχής που ευφρόσυνα παίζει με τα χρώματα της τέμπερας στο χαρτί…».

Βλέπω τις φωτό απο τις ζωγραφιές. Μου αρέσουν. Κάτι με τραβάει πάνω τους. Αποφασίζω στιγμιαία ότι θέλω να βρω αυτόν τον Μέσκο οπωσδήποτε. Για το π. Για κόκκινα χρώματα και επιθυμίες και για το καλοκαίρι και την άνοιξη και τον έρωτα και τη συγχώρεση και τη ζήλεια και τις αμαρτίες. Κόκκινο τεύχος μπροστά μου.

Η μαμά έρχεται να δει τι γράφω, σκύβει πάνω απο τον υπολογιστή. Απο το γραφείο της Παπαδοπούλου μου λένε πως είναι δύσκολο να δεχτεί για συνέντευξη, δεν του αρέσουν, θα προσπαθήσουν. Κλείνω.

Προσέχω τη μαμά. Έχει μείνει κοκκαλωμένη να κοιτάζει την οθόνη και κλαίει σα μωρό στα καλά καθούμενα.

Την αγκαλιάζω, τι έχεις μαμά.

«Δεν πίστευα ότι θα τον έβρισκα ξανά ποτέ. Τον είχα σχεδόν ξεχάσει. Αυτός είναι ο Κούλης μας. Στην Έδεσσα μέναμε δίπλα δίπλα, συμμαθητής του μπαμπά σου, τον φώναζε γαλανομάτη. Ψηλός πολύ ο Κούλης, θεόρατος. Τον είχε βαφτίσει ο παππούς σου. Και ο προπάππους σου είχε παντρέψει τους γονείς του. Πείραζε πάντα τη γιαγιά σου, όποτε την έβλεπε, δεν τον είδα ξανά ποτέ μετά την κηδεία, έφυγα κιόλας. Δεν ήθελα. Θύμιζε πολλά. Πόσες φορές αισθάνθηκα άσχημα που δεν τον έψαξα. Στο τέλος τον ξέχασα. Και τώρα τον έχεις εδώ».

Μαμά είσαι σίγουρη;

«Πάρε και ρώτα σε παρακαλώ, δε θα ησυχάσω αν δεν».

Ρε μαμά, πως. Ρε μαμά.

Παίρνω και ρωτάω. Να του αφήσουν μήνυμα. Είμαι η εγγονή της Ντόρας και του Γιώργου. Αυτό θέλει η μαμά. Ντρέπομαι. Αν η μαμά κάνει λάθος, ρεζίλι. Το καταπίνω.

Αλλά δεν κάνει. Στη μισή ώρα παίρνει τηλέφωνο. Συγκινημένος και εκείνος και η μαμά. Τόσα χρόνια, Κούλη, τόσα χρόνια, Μαρία. Παντρεύτηκα τον γαλανομάτη, αυτή είναι η κόρη μου, ναι έχω κι άλλη, όχι δε γνώρισαν τη Ντόρα. Ανιψιά μου δηλαδή, έχω δυο ανιψιές πιτσιρίκες. Ναι, έχεις, καλά δεν είναι και πολύ πιτσιρίκες, θα τις δεις.

______________________

Ραντεβού αύριο μαζί του σε μικρό καφέ, νωρίς το πρωί. Με τη μαμά. Που δε μπορεί να κοιμηθεί απο τη χαρά της και μουρμουρίζει συνέχεια ιστορίες απο την Έδεσσα. «Εγώ Ντόρα, Ντορίτσα θα σε λέω. Δεν τη γνώρισες, κρίμα. Ελπίζω να πήρες τα μάτια του πατέρα σου και το δέρμα εκείνης. Και τα μαλλιά της. Θα σε δω και θα σου πω. Θα σου πω ιστορίες που η μάνα σου δε θυμάται, ήταν μικρή. Για τη βρύση και τη βερυκοκιά. Στα γεράματα θα γνωρίσω συγγενείς. Κοίτα να δεις. Όποιος φτάσει πρώτος στο ραντεβού περιμένει τον άλλον. Καμιά φορά εγώ αργώ. Αν και οι γέροι δεν αργούν ποτέ, γιατί νιώθουν ότι δεν έχουν χρόνο πολύ, εγώ αργώ.»

Συμπτώσεις. Και πήρε να καλοκαιριάζει. Έτσι λέω.

Advertisements