Δεν έχω ιδέα γιατί κάποιες φορές κάνω κάποια πράγματα.

Απλά όταν έρθει η ώρα πρέπει. Δε γίνεται αλλιώς.

——————————-

2 και θέλω να φύγω. Έχει ζέστη. Μη ξυπνήσει. Δε θέλω να ξυπνήσει. Μη ξυπνήσει. Να φύγω, να προλάβω. Καμία κουβέντα, δεν είναι για κουβέντα.

Πάω να φύγω, τα έχω σχεδόν καταφέρει, είμαι στην πόρτα, λιγα βήματα πριν. Βάζω το φόρεμα. Ανάποδα, δε με νοιάζει μία.

Με προλαβαίνει, φακ, είναι ξύπνιος. Φακ.

«Μείνε εδώ». Με κλειστά μάτια. Το λέει σιγανά, δε πιστεύει οτι θα φύγω.

Αλλά έχω φύγει. Είμαι ήδη αλλού. Πάλι.

(Θα σταματήσει αυτό ποτέ; λίγο φοβάμαι οτι δεν.)

«Μείνε μέχρι να κοιμηθώ έστω».

Ίσως και να θέλω, λίγο, τόσο δα λίγο. Επειδή ξέρω αυτή την ατάκα κι εγώ, ίσως γι’ αυτό. Δεν την έχω πει ποτέ, αλλά την ξέρω. Κάνω συχνά δοκιμές. Και μια μέρα θα την πω και κοίτα να δεις, θα την εννοώ.

Αλλά δε μπορώ.

Και ρωτάει «φοβάσαι»;

Αυτά που φοβάμαι εγώ δε τα φαντάζεσαι καν.

Να φύγω μόνο. Με πιάνει το άσθμα. Δε παίρνω ανάσα.

Τίποτα. Σου λέω, τίποτα. Φιλί πεταχτό.

___________________

Έχω όρεξη για βόλτα, μακριά. Με τη βέσπα για Όρμο Παναγιάς ή και Κουφό. Πάλι. Ψύχρα, αλλά μ’ αρέσει. Να πιω καφέ στη δροσερή αμμουδιά, να έχει ησυχία. Ούτε ξύπνιος κανείς, ούτε κοιμισμένος. Ησυχία. Ασφάλεια. Εδώ ναι.

Για στιγμές ρωτούσα προχτές, το σκέφτομαι τώρα.

Τέτοιες. Όχι ακριβώς ευτυχία. Αλλά όλο δικό μου.

Και με το ξημέρωμα, πίσω. Άδειος δρόμος διακοπών, νωρίς. Πρώτες ακτίνες και «lately» απο massive. Στο Λακάρα τσιγάρο. Γωνία και κάτω απο τα πόδια μου όλα όσα χρειάζομαι. Να μία στιγμή.

Advertisements