Archives for the month of: Μαΐου, 2008

05/08: π’s May issue is finally here.

As always on a monitor in front of you.

Main story: MOMENTS:
Every little moment worth remembering, every little moment that constitutes that strange thing we call life.

Introducing:
Alexis Stamatis’s latest book «Villa Cobre» and the mysterious grafic designer behind some of the most beloved flyers and posters, Sebastian Nikolaou.

Face 2 Face:
Venia Bechraki, a weird, very Burton like, yet extremely interesting photographer
+
Constantin Tzoumas, the voice we can’t seem to get enough of.

Contributors: Elias Fragoulis, Arxonti Korka, Argyro Koutsou, Alexandros Salames, Melita Mantzaridou, Matina Mavromati and Alexis Stamatis.

Διάβασέ με.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Δημήτρη Ρηγόπουλο που υπογράφει. Απο όλα τα παιδιά. Δεν ξέρω αν συνηθίζεται να απαντάς σε τέτοια δημοσιεύματα, το νιώθω όμως να το πω το ευχαριστώ. Κάπου, έστω εδώ, αφού δεν τον γνωρίζω προσωπικά τον εν λόγω δημοσιογράφο (αν και τον διαβάζω).

Με πέτυχε σε μια μέρα, εγώ μέσα σε κιβώτια, όχι με κιβώτια, μέσα σε κιβώτια, μες στις σκόνες και τα ξεσκονόπανα, μέσα στη γκρίνια, μια μέρα όπου τίποτε δεν καθόταν όπως έπρεπε. Η Αργυρώ το είπε πολύ ωραία: σα να σου παίρνει ο αέρας το καπέλο, κι εσύ σοκάρεσαι. Το ρεύμα κόπηκε, η βέσπα άργησε να φορτωθεί, το GPS δε δούλεψε και χάθηκα μέσα σε δρόμους για δυο ώρες σαν τον Κλουζό χωρίς όμως καμπαρντίνα, το ΙΚΕΑ δεν ξεφόρτωσε και κοιμήθηκα με υπνόσακο ανάμεσα σε κεριά πάνω στα σανίδια σα σε κάμπινγκ, όταν τελικά κατάφερα να κοιμηθώ με τον σκύλο δίπλα μου να έχει πλαντάξει στο κλάμα αναπάντεχα και να μη ηρεμεί με τίποτα.

Πρώτο βράδυ στο νέο σπίτι και όλα έδειχναν οτι δε με θέλει. Το κωλόσπιτο. Κι ας είναι όμορφο. κωλόσπιτο.

Και σκάει μύτη το κείμενο του Ρηγόπουλου, και δε μπορώ να σταματήσω να γελάω πάλι. Όπως είπε η Αργυρώ (ξανά) αργά τη νύχτα, «και μετά χωρίς καπέλο, βλέπεις τον ήλιο κι όλα στη θέση τους. αγαπώ ότι είσαι εδώ, φιλώ γλυκά, καλώς ήρθες στην πρώτη σου νύχτα εδώ». Και η Λίνα, «δεν είσαι μόνη, καληνύχτα πρώτη νύχτα, δίπλα σου όποτε το ζητήσεις». Και το Ολγάκι και ο Γκας Γκας.

Να ‘μαστε καλά, συνεχίζουμε. Έχω πέντε κεφάλια και δέκα χέρια. Σαν τη θεά Κάλι.

I chew my nails and I twiddle my thumbs

I’m real nervous, but it sure is fun

_____________

Στην πολυκατοικία μπήκαμε πρώτοι, ήμουν ενός έτους τότε.

Καπάκι μέσα στην επόμενη χρονιά ήρθε ο Στεφ με τον αδερφό, τη μαμά και το μπαμπά του. Ήταν μωρό. Σωστό μωρό. Κι εγώ μωρό δηλαδή ήμουν, αλλά σε εκείνη τη φάση εκείνος φάνταζε τελείως μωρό, ενώ εγώ ολόκληρο παιδί. Γλώσσα δεν έβαζα μέσα, ενώ εκείνος μούγκα.

Όταν πια εγώ έγινα έξι, εκείνος ήδη φαινόταν μεγαλύτερος. Αστείο πράγμα η ηλικία. Αντιστρέφεται συνέχεια σα ζάρι. Έδωσε ύψος, ήταν ατρόμητος, έτρεχε συνέχεια και κέρδιζε πολλούς στο κυνηγητό, αγόρι κι εγώ κοριτσέλι με φουστανάκια.

Αρχίσαμε να κάνουμε παρέα απο νωρίς, απο την πρώτη μέρα σχεδόν που ήρθαν στην οικοδομή, όποτε οι μαμάδες ήθελαν να πιούν καφέ δηλαδή. Και σύντομα κάπως και κάπου μέσα σε αυτά τα πρώτα χρόνια κιόλας, με άλλαξε. Αυτός και ο Γιώργος.

Άρχισα να λατρεύω τα λέγκο και τα πλέιμομπιλ, τα αυτοκινητάκια, τα καράβια των πειρατών. Να παίζω κρυφτό και τζαμί και να αποφεύγω σαν τον διάολο τα κοριτσάκια με τα ηλίθια σχοινάκια. Να θεωρώ το πέσιμο παράσημο, αν κέρδιζα σημάδι στο γόνατο και δόξα τω θεώ, κέρδισα πολλά. Να μην έχω μυστικά. Να λέω όσα σκέφτομαι και όπως μου έρχονται. Ακόμα και να έχω θράσος σαν αναλαμπή καμιά φορά.

Και αργά, τα καλοκαίρια, μόλις έπαιρνε να νυχτώνει για τα καλά και έπρεπε να επιστρέψουμε στην πολυκατοικία, εκείνος στο δεύτερο, εγώ στον πρώτο, πιανόμασταν χεράκι χεράκι και γυρνούσαμε. Και είχαμε το Γιώργο -δε μπιγκ μπρο- να μας προσέχει και τους δυο. Κι ας μη το παραδέχτηκε εκείνος ποτέ. Φτάνει που το ξέραμε τότε.

______________

Όταν ο Στεφ μου είπε πριν έναν περίπου χρόνο για το καινούριο σπίτι δεν τον πίστεψα. Όχι οτι θεώρησα οτι λέει ψέματα, φυσικά όχι, ποτέ του δεν είπε, ανίκανος τελείως για το ψέμα απο παιδί, αλλά δεν το πίστεψα. Σα να ήταν. Ή σα να μην το άκουσα.

Μετά το καλοκαίρι, όταν πια έγινε σίγουρο, πάλι για κάποιον λόγο δεν το πίστεψα. Έλεγα μέσα μου αποκλείεται. Δεν πρόκειται. 27 χρόνια εδώ, ιδιοκτήτες και οι δυο οικογένειες, δεν παίζει, εδώ θα γεράσουμε. Εδώ κολλημένοι.

Τα Χριστούγεννα πια ήταν δρομολογημένο, στο νέο σπίτι, λίγα τετράγωνα πιο κάτω, μπήκαν εργάτες, μπογιατζήδες, υδραυλικοί, κάθε ειδικότητα -γιου νέιμ ιτ- ήταν παρούσα. Δε μπορούσα να το αγνοήσω πια, κι όμως, εγώ και πάλι δεν το πίστεψα. Για την ακρίβεια, έκανα πως σχεδόν δεν άκουγα. Ακόμα κι όταν έδινα τη γνώμη μου για την πρόοδο των εργασιών, ακόμα και τότε δεν ήμουν ουσιαστικά παρούσα, όχι εντελώς. Με το μυαλό ναι, αλλά μόνο με αυτό.

Και ήρθε η Μεγάλη Εβδομάδα.

Και ήρθε το φορτηγό. Απο νωρίς το πρωί, με γερανό. Και απο τον πάνω όροφο δεν άκουγα πια μουσική. Αλλά τους εργάτες να αγκομαχούν με κάθε κιβώτιο και κάθε έπιπλο. Και τον ήχο, εκείνον τον απαίσιο ήχο απο τα ρουλεμάν του γερανού.

Και ο πάνω όροφος, ο δεύτερος, άδειασε.

Την επομένη η μαμά Ελένη ήρθε να πάρει τα τελευταία, να κλήσει τον υπολογιστή, να φορτωθεί και αυτός για το καινούριο σπίτι. Ανέβηκα να τις δώσω τα πράγματα που φύλαξα για εκείνη την προηγουμένη στον καταψύκτη.

Έλα να δεις μου λέει το δωμάτιο του Στεφ, αστείο είναι άδειο.

Αλλά δεν ήταν αστείο. Δηλαδή ήταν, αλλά αλλιώς. Υπήρχαν τοίχοι που είχα να δω άδειους 27 χρόνια, πατώματα, σανίδια. Και μετά η κρεβατοκάμαρα. Και το σαλόνι, το άλλο δωμάτιο. Και μετά μας πιάσαν τα κλάματα. Άρχισα εγώ, νομίζω. Χωρίς να το καταλάβω. Γελούσα και έκλαιγα.

Και μου είπε φύγε. Αλλά μετά άρχισε και η μαμά Ελένη. Σα να σας ακούω να παίζετε μωρά εδώ μέσα είναι τώρα που δεν έχει έπιπλα. Σα να μπαίνω πρώτη φορά. Αλλά κάθε γωνία και ανάμνηση.

Και το ξέρω πως οι υποσχέσεις να μείνουμε σα μπουνιά ενωμένοι, ακόμα και μακριά πια και όχι μια ανάσα δίπλα, ήταν παιδιάστικες και γελοίες, την επομένη γελούσαμε και κοροιδεύαμε η μια την άλλη για τα καμώματά μας, σα μωρά, έλεος, αλλά όταν έμεινα μετά πάλι μόνη για λίγο στο δωμάτιο, δε γελούσα. Και ως ενήλικη το πάλεψα: δεν έμεινα άλλο μόνη στο δωμάτιο, βγήκα για ποτό. Με τον Στεφ. Πολλά ποτά, πολλά φιλιά, μιλιά για τη μετακόμιση, ώριμα.

Και αργά το βράδυ, ήρθε η σκέψη.

Αφού φεύγω τελικά κι εγώ. Έγινε γρήγορα τελικά το τελικό, αλλά να που φεύγω κι εγώ. Τι χαζή, Θεέ μου. Και ταυτόχρονα Παναγία μου.

Όλα απο παιδιά μαζί, κοίτα να δεις, ακόμη και αυτό. Απο σύμπτωση. Αλλά μαζί.

Και τώρα ήρθε η μέρα. Τελευταίο κιβώτιο. Και θέλω και δε θέλω να το κλείσω. Αλλά θέλω.

Φιλί Αναστασίου Νάλτσα. Φεύγει και το δεύτερο πιο άτακτο.

It’s the end of an era, θα έλεγε η Σαμάνθα.

Εγώ προτιμώ τον Jerry Lee. Well, Goodness, Gracious, great balls of fire. Και νέγρικη σχεδόν τσιρίδα, σπρώχνοντας το κιβώτιο προς την πόρτα με το πόδι ανάποδα. Όπως εκείνος κλωτσούσε το σκαμπό απο το πιάνο.