Την ώρα που η ομάδα με τα πιο όμορφα αγόρια σκίζεται στο γήπεδο της Βιέννης, εγώ σιγοπίνω μια pina colada. Όλα τα παράθυρα και οι μπαλκονόπορτες ανοιχτά. Κάνει ρεύμα να με πάρει και να με σηκώσει. Ο σκύλος κοιμάται στη βεράντα ευτυχισμένος. Χεστήκαμε το πρωί, οπότε δε μου δίνει ούτε αυτός σημασία τώρα, δεν τον κοιτάω καν, θα μονιάσουμε αύριο. Σημασία έχει οτι ο Μεγαλειότατος συνήλθε απο το σοκ της μετακόμισης, έκοψε τις μαλακίες, το πήρε απόφαση, έμπλεξε με τρελή. Ιταλικά τουίστ του ’60 και προσπαθώ να αποφασίσω ποιο φωτιστικό θα κάτσει που. Έναν μήνα μετά και ακόμα τα πάω βόλτα, μια απο εδώ και μια απο εκεί. Διάολε, θα το βρω.

Την προηγούμενη εβδομάδα η Λίνα έσπασε το αόρατο δικό μου πρωτόκολλο που λέει πως τίποτε ζωντανό πλην του σκύλου δεν μπαίνει σπίτι (εξαιρούνται τα ευγενικά δίποδα). Έσκασε μύτη και το πορτ μπαγκάζ ήταν τίγκα στις γλάστρες. Ένας έρωτας, μια ελιά και πέντε καπουτσίνα σε διάφορα χρώματα. Μου πήρε τρεις ώρες να ξεπεράσω το σοκ, δυο μέρες να μάθω τα ονόματά τους και μόλις πέντε για να τα ξεκάνω. Μόνο η ελιά και ένα φούξ καπουτσίνο ξέφυγαν του θανατικού. Αντέχουν ακόμα σα Γαλάτες. Η Αργυρώ μου είπε πως ο έρωτας στα αγγλικά λέγεται impatience. Ειρωνεία. Τον πέταξα αφού περίμενα μόλις και μετά βίας τρεις μέρες απο πάνω του μπας και συνέλθει (με μια κανάτα νερό στο χέρι). Δεν είχα άλλωστε ποτέ υπομονή. Δε χρειαζόταν μια γλάστρα βέβαια για να το μάθω αυτό, αλλά φαίνεται πως το είχα ξεχάσει.

Τη Λίνα ακολούθησαν διαδοχικά ένα (λευκό και τεράστιο, θα έλεγα αργότερα σε όλους, σαν ανακόντα) σαμιαμίδι και ένα σπουργίτι (απλή εκδοχή). Με διαφορά δυο ημερών μπουκάραν απρόσκλητα. Το πρώτο το ξέκανα τρομοκρατημένη. «Ηλίθια, γούρι ήταν», μου είπε η Αργυρώ καπάκι και με γονάτισε. «Περίεργα γούρια έχετε οι Αθηναίοι», τόλμησα να ξεστομίσω, αλλά με αγριοκοίταξαν και το ‘κοψα. Το δεύτερο μπήκε και βγήκε μόνο του με μένα έκπληκτη να το χαζεύω. «Ευτυχώς δεν είχες καμιά σφεντόνα δίπλα σου». Ναι, δεν είχα.

Προληπτικές μέχρι το βρακί, αφηνίασαν, «το σπίτι είναι ευλογημένο, πάει τέλειωσε».

____________________

Πριν το σπάσιμο του πρωτοκόλλου, τις πρώτες μέρες, πίστευα σοβαρά, ότι το πνεύμα κάποιου είχε καταλάβει το σπίτι. Γιατί εκτός του ότι χάσαμε τη μαγκιά μας στο ΕURO (αν και είχα όλα τα γούρια στεντ μπάι), εκτός του οτι οι μπάρες της βέσπας ξεχαρφαλώθηκαν ξαφνικά στα καλά καθούμενα, εκτός του οτι δε μου πετύχαινε ούτε καν το μακαρόνι (που εγώ έχω μάστερ στα ζυμαρικά) (μόνο), καμιά ηλεκτρονική συσκευή που έφερνα σταδιακά, δε δούλευε. Καινούριες και πάραυτα. Μόντεμ, τηλεόραση, φωτιστικά, καφετιέρα, ντιβιντί, τίποτε. Τελικά τις άλλαξα όλες και ησύχασα. Αποφάσισα οτι το πνεύμα φρίκαρε μαζί μου και την κοπάνησε. Αν έμπαινα σε εκκλησίες, τώρα θα ήταν η στιγμή που θα άναβα κερί. Ανάβω αυτά της βεράντας και πείθω εαυτόν, πως αφού ο Θεός είναι παντού, τότε είναι και στη βεράντα μου. Εξάλλου η εκκλησία είναι μακριά, έχει ζέστη, κλπ κλπ κλπ..

___________________

Οι φίλες μου είναι εκτός απο κούκλες και τελείως τρελές. Βάζουν στο νερό τους λάιμ και αρμπαρόριζα, στη σαλάτα χώνουν λουίζα και όχι ξύδι, ξέρουν όλα τα φυτά, τα κρασιά και τα τσίπουρα με τη μυρωδιά, έχουν στην κατάψυξη παγάκια με φρούτα και διακόσια διαφορετικά σορμπέ, οι κουζίνες τους μυρίζουν μαμά, αλλά αλλιώτικη μαμά και πεθαίνω γιατί μου τα μαθαίνουν. Με τις αγκαλιές τους και τα φιλιά τους, καιρό είχα να παίρνω τόσα πολλά χωρίς κανέναν εμφανή λόγο και άρα αληθινά μέχρι την τελευταία φετίτσα λουίζας στη σαλάτα.

Η Αργυρώ κλωτσάει στον ύπνο και ενίοτε ροχαλίζει, και βγάζει πάντα τις πατούσες εκτός σκεπάσματος, ακόμα και το χειμώνα. Όταν μιλάει λέει «καμπόινγκ» και «εεεεμ» στη μέση της πρότασης και θέλεις να τη ζουπήξεις όταν το κάνει. Η Λίνα λέει «σου ρου μπου ρου, μου ρου του ρου» και μόνο εμείς ξέρουμε ακριβώς τι εννοεί και κάθε τέταρτο ταφ της βγαίνει απρόσμενα με αγγλική προφορά, όταν ακολουθείται απο φωνήεν και δε το καταλαβαίνει καν.

Τις κοιτάω να μιλάνε μεταξύ τους και δε τις χορταίνω.

_______________________

Πεθαίνω να γυρίζω σπίτι με τον Κώστα. Που κατεβάζει όλα τα παράθυρα, εν πλω το πατημένο αμάξι, ανεπίσημα νονός της Αργυρώς, ακόμη πιο ανεπίσημα όλων μας, ο μίστερ μπιγκ που η Κάρι -ω, τι κρίμα- ποτέ δε θα είχε. Που τελειώνει το σπίτι στη Τζια και γελάνε και τα αφτιά του, ήρεμος μετά απο καιρό και του πάει πολύ.

Να βγαίνω με τη Βίκυ, που έχει για όλα λύση στο τσακ μπαμ με ένα τηλεφώνημα, ξέρει κάθε μπάρμαν/πορτιέρη/ιδιοκτήτη/σομελιέ/δούλο/γουατέβα, με βάζει να μασάω γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα (στοιχήματα μετά απο μπουκάλια βότκα) και she calls it a night μόνο όταν πια έχει βγει ο ήλιος και καταστρώνει συνέχεια σχέδια που θα είναι η επόμενη βουτιά. Κούκλα και δε το ξέρει καν.

Να πειράζω τα υπέροχα κοντά μαλλιά της Ιόλης, να είναι κάθε εβδομάδα ερωτευμένη και να ψοφάω για τις διηγήσεις της. Κάθε πρόταση να αρχίζει με «ρε μαλάκα, δε σου είπα». Στην πρίζα όπως εγώ παλιά, να με σπρώχνει ευτυχώς πάλι.

____________________

Θέλω να γράψω τόσα και δε ξέρω πως.

(επίσης, μου τα χώνει η σεληνιασμένη Αργυρώ, επειδή εγώ λέει φταίω, που πάμε σε παράταση τώρα, γιατί ο amorino μου ο Τoni δεν έβαλε τίποτε, μιας και ο δικός της amorino, ο Fabio είναι off, κι εγώ ασχολούμαι με το «γαμομπλόγκ» αντί να βλέπω, οπότε παρατάει την παρέα της και επιστρέφει στον γουρλίδικο καναπέ και μου βάζει πάγο, πρέπει να βλέπω ακίνητη με τα ίδια γουρλίδικα τοστ στο χέρι, λέει, αλίμονό μου αλλιώς).

Έλειπα πάνω απο μήνα. Άλλαξαν όλα. Ο Τζίλης και ο Στεφ είναι στη Μύκονο, απευθείας σύνδεση κάθε μέρα, δουλεύουν εκεί, κι άλλα σχέδια, αμέτρητα σχέδια, όσα δεν κάναμε τόσα χρόνια, όλα μαζεμένα, ο Κώστας ετοιμάζεται να κατηφορίσει μόνιμα, σουρεάλ όλα. Μόνο το μπλογκ έμεινε ίδιο και είναι περίεργο. Σα στοιχειωμένο.

Αλλά god/devil damn it, μ’ αρέσει ακόμα κι αυτό.

photo: by cellina von mannstein, berlin.

Advertisements