by joaobambu

Αυτό που μου χρειάζεται είναι ένα τρυφερό βαμπίρ

να’χει τις αλυσίδες του τα συνολάκια του

καθόλου συγγενείς ή πάρε δώσε με θηρίο

-γιατί κι εγώ δεν είμαι εντελώς εξημερωμένος-

Θα τα πηγαίνουμε καλά

και οι δυο πλάσματα της νύχτας

δε θα ‘χουμε κρεβάτι σου φέρετρό μου

όποιος νυστάζει πρώτος θα κοιμάται όπου γουστάρει

για μια φωνή μια στάλα αίμα δε θα μαλώνουμε

θα επιστρέφουν σε μας τους ίδιους

θ’ αφήσει μαζί μας η ζωή το θαύμα της

κι ο θάνατος

που’ναι ο ίδιος θαύμα

στο τέλος θα παραιτηθεί.

σελ. 35

τα ζώα της κυριακής του Γιάννη Τζανετάκη

εκδόσεις το δέντρο

____________________________________

«για μένα έχει μεγάλη σημασία».

και το ανοίγω. τι να δω. εγώ που ποτέ δε διάβαζα ποιήματα, γιατί με πιάναν τα γέλια. ούτε στοίχημα να έβαζε. τόσο καραμπινάτα μέσα.

____________________________________

δε θα μπορούσα να το πω αλλιώς.

ο νόμος των κόμιξ που λέει και ο Α., όλα πιθανά και τα απίθανα. σα να κοιτάω απο τον καθρέφτη της βέσπας ενώ απομακρύνομαι.

και είναι πίσω μου, αν και ακόμα μπρος μου, και όλα απο τόσα γίνονται τόσα, αλλά το μυαλό εκεί.

η δική μου κυριακή είναι σήμερα δευτέρα, θεσσαλονίκη -στρατηγού καλλάρη με καμπαρντίνα- και γκάζι, βροχερό ψυρρή, πεντέλη και εξάρχεια, χειμώνας και άνοιξη και σιωπηλό καλοκαιρινό βράδυ -σχεδόν ξημέρωμα- στην αγία παρασκευή.

και ένα ζώο σπάνιο μέσα απο γρίλιες που «και βλέπω απο τις τρύπες κι είναι μέρα και λέω παιδί μου απο ποια Φινλανδία και σε ποιο άρωμα της τρέλας φεγγοβόλησες» (σελ. 11). ακριβώς τέτοια κίντερ έκπληξη.

_________________________________

Και θυμάμαι τη Λίνα μου να αναρωτιέται γενναία με ακόμη πιο λίγες λέξεις. «Πώς μπορεί κάτι να μένει τόσο σιωπηλό στα όρια του σκισίματός του» στο δικό της μωρό, σελίδα δε θυμάμαι.

Advertisements