Archives for the month of: Νοέμβριος, 2008

desmond_llewelyn_as-q

Θα το πιάσω απο τη μέση. Είναι ασφαλής η μέση.

Ανήκα στους τυχερούς. Αυτούς που μπαλώνουν με λέξεις. Λέξεις που χοροπηδούσαν πάντα σαν χρώματα μέσα στο κεφάλι μου και στριμώχνονταν ποια θα μπει πρώτη -με τρικλοποδιά- στην ιστορία. Προσεκτικά επιλεγμένα ρήματα και ουσιαστικά, λιγότερα επίθετα, καθόλου θαυμαστικά, πάντως με την ικανότητα να αλλάζουν την ιστορία. Η λεπτομέρεια που αργότερα θα προκαλούσε γέλιο, εμφανιζόταν μαγικά. Όπως μαγικά έφευγε και εκείνη που θα σε έκανε να σφίγγεσαι, μέχρι να περάσει. Τα φουστάνια ήταν στο χαρτί ή τα λόγια πάντα πιο κόκκινα, πάντα κάτι υπήρχε στο αντίβαρο, πάντα η ιστορία ήταν στο τέλος – τέλος πιο ενδιαφέρουσα. Πάντα υπέρ μου, ακόμα κι όταν ήταν τελείως, άκομψα κατά.

Έτσι δε μπόρεσα ποτέ πραγματικά να νιώσω κόμπο στο στομάχι, όπως άλλοι. Όταν έκανε να εμφανιστεί, έπιανα ένα χαρτί ή άνοιγα το βρωμόστομά μου και η ιστορία, πάντα στη λεπτομέρεια, άλλαζε. Και μετά ακολουθούσε και η μνήμη. Κάποια στιγμή το έκανα επάγγελμα. Γιατί κανείς δεν ήθελε σκέτες ιστορίες, όλοι έψαχναν τη λεπτομέρεια που σφυρίζει και πάντα υπάρχει έλλειψη σε τέτοιους πωλητές. Δεν ήταν ψέμα καμία φορά. Η προσθήκη είναι πάντα ψεύτικη αλλά δεν κάνει ένα ολόκληρο ψέμα.

Σαν εκείνον τον τρελό που ζούσε μόνος σε ένα διαμέρισμα και για να περάσει η ώρα άρχισε να ονομάζει τα πράγματα γύρω του αλλιώς, λέγοντας το τραπέζι καρέκλα και το φωτιστικό παράθυρο.Στην αρχή ουσιαστικά, μετά επίθετα, στο τέλος άρχισε να παίζει με τα ρήματα, μέχρι που το πίνω έγινε κοιμάμαι και το πεινάω, κάθομαι. Και ήταν τρομερά διασκεδαστικό όλο, ώπου μια μέρα ξύπνησε, βαρέθηκε, θέλησε να βγει έξω, να βολτάρει στον κόσμο έξω απο το μικροαστικό διαμερισματάκι της κληρονομιάς του, και πήγε να αγοράσει φρούτα, όταν τα μύρισε και μύριζαν υπέροχα. Εϊχε σχεδόν ξεχάσει πόσο υπέροχα μπορεί ένα ξινόμηλο να μυρίζει Νοέμβρη μήνα. Αλλά άνοιξε το στόμα του και δεν τον κατάλαβε κανείς, όλοι τον νόμιζαν για τρελό. Ξαναπροσπάθησε, πάλι τίποτε. Και τελικά φώναξαν οι γύρω να έρθουν κάτι κύριοι με λευκά να τον μαζέψουν.

Έτσι κάθε ιστορία.

Μέχρι τώρα. Ξαφνικά απόψε και χτες, δε μπορώ. Ανοίγω στόμα, πιάνω στιλό και βγαίνει η βαρετή αλήθεια, η λεπτομέρεια που αλλάζει την ιστορία λείπει. Ο αναγνώστης απογοητευμένος φεύγει και πάει αλλού.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βία, το καταλαβαίνω τώρα. Στο άκουσμα μόνο.

Όχι το να κάνεις λάθος. Γιατί με μια μικρή προσθήκη, μια λέξη, θα άλλαζε όλο.

Το να είσαι εσύ το λάθος. Όχι λάθος επιλογή, όχι ψέμα, όχι επιπρόσθετη λέξη, λάθος σκέτο, απο το είδος που σε αηδιάζει γιατί είναι συμπαγές σαν πάγος, χωρίς τήξη, πιο άχρηστο κι απο τα σκατά, αόρατο στο αποτέλεσμα, επειδή άβολο.

Και να μη μπορείς να προσθέσεις όχι λέξη, τίποτα. Στη μνήμη για πρώτη φορά αυτούσιο. Σκέτο και άσχημο, πρωτόγνωρο. Να λες δε μπορεί, με ξέρω, αλλά μπορεί. Ανεπαρκείς λέξεις, ανεπαρκείς όπως μια ελλειπής ιστορία, χωρίς τις τραγανές λέξεις ντεκό που μας έμαθαν να βάζουμε, που συνηθίσαμε εμείς να βάζουμε για να σβήνουμε απο το μεμέντο τη στιγμή που δε βολεύει σε κάτι διασκεδαστικό, μέχρι την επόμενη διήγηση και την προσθήκη μιας ακόμη που κάνει κρατς και κερδίζει.

Το να είσαι εσύ το λάθος ενός κάποιου. Εσύ το τραπέζι που είναι παράθυρο ή αυτοκίνητο και το πεινάω που είναι κοιμάμαι και μαζί ο τρελός με τα ξινόμηλα. Και ποια δική σου λεπτομέρεια να αλλάξεις όταν είναι το σύνολο. Τετραγωνισμός του κύκλου.

Και σπάω το κεφάλι να θυμηθώ πότε άκουσα τελευταία φορά άνθρωπος – λάθος να κάνει τελικά κάτι ή να γίνεται κάτι που να μυρίζει και να είναι πέρα για πέρα σωστό. Δε θυμάμαι ούτε ένα.

Και έρχεται ο θυμός. Απίστευτα συμπαγής, χωρίς τήξη θυμός.

Στο ξύλινο μπαρ με μια βότκα. Περιμένοντας να περάσει ένα απο τα δύο Άλφα. Με το ένα χάθηκα λίγο πριν κλείσει το κινητό από μπαταρία, το άλλο συχνάζει εδώ, πρέπει να περάσει. Κέντρο, καθημερινή, έντεκα το βράδυ.

Διπλα μου ένας άντρας γύρω στα πενήντα, καλοντυμένος, προσεγμένος με μαζεμένες κινήσεις πρωτοκόλλου, πίνει Lagavulin χωρίς πάγο, δεν καπνίζει, κοιτάζει στο κενό, ο μπάρμαν που και που του το γεμίζει, δεν ανταλλάζουν κουβέντα, αδιάφορος.

Ξαφνικά η κοπέλα της δίπλα παρέας σηκώνεται, ωραία κοπέλα, προφανώς θέλει να πάει στην τουαλέτα, περνάει απο δίπλα μας ξυστά, μας σκουντάει και τους δυο, γυρίζουμε το κεφάλι και προλαβαίνουμε να δούμε πως σωριάζεται στο πάτωμα.

Πέφτουμε απο πάνω της και οι δυο, σα να γνωριζόμαστε χρόνια, μου λέει στον ενικό τι να κάνω, της σηκώνει το κεφάλι, της δίνω νερό, σιγά σιγά λέει, συνέρχεται, ζαλίζεται, ο νεαρός συνοδός της έρχεται, επιτέλους παίρνει χαμπάρι, την παίρνει μαζί του έξω.

Μπορούμε να συνεχίσουμε τα ποτά μας, λέει εκείνος και ξανακάθεται στο σκαμπό του. Ήρεμα σα να μην έγινε τίποτε απολύτως. Τα Άλφα μου αργούν. Σκέφτομαι περίεργα πράγματα με ταχύτητα κβαντική.

«Ευτυχώς που γίνονται τέτοιες μικρές περιπέτειες και ανταλλάσουμε κουβέντα με τον δίπλα μας», λέει εκείνος και τσουγκρίζει το ποτήρι μου.

«Με λένε Α., είμαι 56 ετών, δε βγαίνω συχνά για ποτό μόνος, μόνο όταν χρειάζεται, γύρισα πριν δώδεκα χρόνια για μια γυναίκα απο το Μεξικό στην Αθήνα, την παντρεύτηκα και δε μετάνιωσα στιγμή παρά μόνο για το ότι έπρεπε αντί να γυρίσω, να την πάρω μαζί και σήμερα είχα μια άσχημη μέρα στη δουλειά, είμαι στον Δήμο. Εσείς;» Πληθυντικός.

Τρίτο Άλφα στο βράδυ μου.

«Με λένε Ν., είμαι 30 τζαστ, δε βγαίνω ποτέ πια μόνη, σήμερα σκατομέρα απο το πρωί, ήθελα απο πιτσιρίκα να πάω στο Μεξικό, χωρίς να μπορώ να σας πω γιατί, φαίνεται κάπου το άκουσα, πριν σχεδόν έναν χρόνο το θυμήθηκα και πάλι εξαιτίας ενός βιβλίου και όλα δουλεύουν ρολόι στη δουλειά, υποθέτω. Είμαι υπηρέτης του life style, σε ιλουστρασιόν εκδόσεις».

Γέλασε και άρχισε να μου λέει για το Μεξικό. Πώς βρέθηκε στο Ακαπούλκο μόνος και απένταρος, κι απο εκεί παντού σε κάθε άκρη του με τα ογδόντα εκατομμύρια των κατοίκων του. Αλλά λάτρεψε το Monterrey. Για πολλή ώρα μιλούσε και η βότκα κυλούσε ευχάριστα, όπως οι νύχτες του εκεί. Τόσο, που σχεδόν ξέχασα τα άλλα δυο Άλφα.

Φοβερές συμπτώσεις, λέω.

Το τυχαίο στα μαθηματικά είναι θεμελιώδης νόμος απο μόνος του.Κάθε ον ή μηχανή βγαίνει στο φως με προδιαγραφές άλβα ή βήτα. Με ένα μάξιμουμ της απόδοσης συγκεκριμένο, ένα φάσμα δεδομένο, αν θέλεις, αλλά και με ένα όριο. Καμιά φορά το βλέπει, καμιά φορά όχι. Δεν υπάρχει ελευθερία βούλησης, μόνο η επικίνδυνη ψευδαίσθηση, όλα του νόμου, μουρμουρίζει.Δεν είναι τυχαία η λιποθυμία της κοπέλας, ούτε οτι αγαπάτε το Μεξικό, ούτε οτι είστε εδώ τώρα, ούτε τίποτε.

Και γεια μας τώρα, στην υγεία του νόμου.

Λίγα λεπτά μετά θα διεπίστωνα οτι μου είχαν κλέψει μέσα στο μπαρ και μπροστά στα μάτια μου την τσάντα. Χρήματα, χαρτιά, μαγνητοφωνάκι, γυαλιά, ipod, ψηφιακή, όλα. Και το δαχτυλίδι της γιαγιάς με τα σμαραγδάκια και τα ρουμπινάκια σε σχήμα λουλουδιού που η γιαγιά έλεγε πώς έμοιαζε με μεξικάνικη ορχιδέα. Η γιαγιά με το κόλλημα στην κηπουρική και τις μεξικάνικες σαπουνόπερες. Το φορούσα το πρωί στο λαιμό, αλλά κόπηκε η κορδέλα που ήταν περασμένο. Για να μη το χάσω, και αυτό στην τσάντα. Σύμπτωση.

Μέχρι τις έξι το πρωί σε αστυνομικά τμήματα με αποκοιμισμένους σχεδόν αξιωματικούς υπηρεσίας, ανέβα κατέβα σκάλες, νεύρα, και σπίτι, κλάματα, και η ωραιότερη ανατολή μετά απο πολύ καιρό. Στο μπαλκόνι, με κούπα δυνατό καφέ. Και μετά άδεια εθνική, με το δανεικό κινητό του άλλου Άλφα στο ταμπλό και στεντ μπάι, να προσέχεις, μην τρέχεις, αλλά τρέχω και είναι η ωραιότερη κατάληξη το σπίτι μου. Και η διαπίστωση οτι ίσως να μην είναι πια.

Και μήνυμα στο καινούριο Άλφα απο το σουβέρ. Το και το.

Και απάντηση, κλήση, δεν υπάρχει τυχαίο είπαμε κοριτσάκι, διάβασε ανάμεσα. Όταν γυρίσεις κερνάω ποτό να σου δείξω τη δική μου πόλη που τώρα είναι σου, όπως δε μπορώ να κάνω με την κόρη μου επειδή είναι ήδη της και δε με θέλει, να σου πω και για το Μεξικό και ποια πλευρά της παραλίας του Ακαπούλκο να διαλέξεις, με έξι δολάρια το εισιτήριο του βρωμερού λεωφορείου της γραμμής και οκτώ ώρες δρόμο κάτω και όχι σε κάθισμα, έχω να σου δώσω και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, δεν είναι αξίας, χειροποίητα, τα είχα κρατήσει ενθύμιο απο μια ιστορία όταν έφυγα τα φορούσε και της τα πήρα στον αποχαιρετισμό ξέρεις, όταν θα πας να τα φοράς, γιατί θα πας.

Πέντε μέρες μετά, στην τεράστια ασημένια τσάντα που βρέθηκε -ήδη το ίδιο βράδυ της κλοπής, ώρες μετά κάπου στην τεράστια πόλη- και την ξαναπήρα, άδεια, μέσα στη φόδρα που είχε σκιστεί αρκετά βρήκα το μικρό ipod shuffle και το δαχτυλίδι της γιαγιάς. Χαρά.

Και έτσι θυμήθηκα το Μεξικό. Όχι οτι μέσα μου το είχα ξεχάσει. Και το Βέγκας και τον Έλβις που θα έχανα. Και άφησα τις καμπάνες για μια άλλη φορά ή ζωή με ένα όχι που δυο μήνες τώρα προσπαθούσα να κάνω οτι δεν νιώθω, πιεστικά, αλλά το είπα και ήταν σωστό και ελευθερώθηκα. Αδέσποτο ξανά. Βράδυ στη Μαβίλη και ένα άλλο Δ. είχε τελικά δίκιο, δεν είμαι εγώ γι΄αυτά. Λάθος στιγμή. Καμία σύμπτωση.