Στο ξύλινο μπαρ με μια βότκα. Περιμένοντας να περάσει ένα απο τα δύο Άλφα. Με το ένα χάθηκα λίγο πριν κλείσει το κινητό από μπαταρία, το άλλο συχνάζει εδώ, πρέπει να περάσει. Κέντρο, καθημερινή, έντεκα το βράδυ.

Διπλα μου ένας άντρας γύρω στα πενήντα, καλοντυμένος, προσεγμένος με μαζεμένες κινήσεις πρωτοκόλλου, πίνει Lagavulin χωρίς πάγο, δεν καπνίζει, κοιτάζει στο κενό, ο μπάρμαν που και που του το γεμίζει, δεν ανταλλάζουν κουβέντα, αδιάφορος.

Ξαφνικά η κοπέλα της δίπλα παρέας σηκώνεται, ωραία κοπέλα, προφανώς θέλει να πάει στην τουαλέτα, περνάει απο δίπλα μας ξυστά, μας σκουντάει και τους δυο, γυρίζουμε το κεφάλι και προλαβαίνουμε να δούμε πως σωριάζεται στο πάτωμα.

Πέφτουμε απο πάνω της και οι δυο, σα να γνωριζόμαστε χρόνια, μου λέει στον ενικό τι να κάνω, της σηκώνει το κεφάλι, της δίνω νερό, σιγά σιγά λέει, συνέρχεται, ζαλίζεται, ο νεαρός συνοδός της έρχεται, επιτέλους παίρνει χαμπάρι, την παίρνει μαζί του έξω.

Μπορούμε να συνεχίσουμε τα ποτά μας, λέει εκείνος και ξανακάθεται στο σκαμπό του. Ήρεμα σα να μην έγινε τίποτε απολύτως. Τα Άλφα μου αργούν. Σκέφτομαι περίεργα πράγματα με ταχύτητα κβαντική.

«Ευτυχώς που γίνονται τέτοιες μικρές περιπέτειες και ανταλλάσουμε κουβέντα με τον δίπλα μας», λέει εκείνος και τσουγκρίζει το ποτήρι μου.

«Με λένε Α., είμαι 56 ετών, δε βγαίνω συχνά για ποτό μόνος, μόνο όταν χρειάζεται, γύρισα πριν δώδεκα χρόνια για μια γυναίκα απο το Μεξικό στην Αθήνα, την παντρεύτηκα και δε μετάνιωσα στιγμή παρά μόνο για το ότι έπρεπε αντί να γυρίσω, να την πάρω μαζί και σήμερα είχα μια άσχημη μέρα στη δουλειά, είμαι στον Δήμο. Εσείς;» Πληθυντικός.

Τρίτο Άλφα στο βράδυ μου.

«Με λένε Ν., είμαι 30 τζαστ, δε βγαίνω ποτέ πια μόνη, σήμερα σκατομέρα απο το πρωί, ήθελα απο πιτσιρίκα να πάω στο Μεξικό, χωρίς να μπορώ να σας πω γιατί, φαίνεται κάπου το άκουσα, πριν σχεδόν έναν χρόνο το θυμήθηκα και πάλι εξαιτίας ενός βιβλίου και όλα δουλεύουν ρολόι στη δουλειά, υποθέτω. Είμαι υπηρέτης του life style, σε ιλουστρασιόν εκδόσεις».

Γέλασε και άρχισε να μου λέει για το Μεξικό. Πώς βρέθηκε στο Ακαπούλκο μόνος και απένταρος, κι απο εκεί παντού σε κάθε άκρη του με τα ογδόντα εκατομμύρια των κατοίκων του. Αλλά λάτρεψε το Monterrey. Για πολλή ώρα μιλούσε και η βότκα κυλούσε ευχάριστα, όπως οι νύχτες του εκεί. Τόσο, που σχεδόν ξέχασα τα άλλα δυο Άλφα.

Φοβερές συμπτώσεις, λέω.

Το τυχαίο στα μαθηματικά είναι θεμελιώδης νόμος απο μόνος του.Κάθε ον ή μηχανή βγαίνει στο φως με προδιαγραφές άλβα ή βήτα. Με ένα μάξιμουμ της απόδοσης συγκεκριμένο, ένα φάσμα δεδομένο, αν θέλεις, αλλά και με ένα όριο. Καμιά φορά το βλέπει, καμιά φορά όχι. Δεν υπάρχει ελευθερία βούλησης, μόνο η επικίνδυνη ψευδαίσθηση, όλα του νόμου, μουρμουρίζει.Δεν είναι τυχαία η λιποθυμία της κοπέλας, ούτε οτι αγαπάτε το Μεξικό, ούτε οτι είστε εδώ τώρα, ούτε τίποτε.

Και γεια μας τώρα, στην υγεία του νόμου.

Λίγα λεπτά μετά θα διεπίστωνα οτι μου είχαν κλέψει μέσα στο μπαρ και μπροστά στα μάτια μου την τσάντα. Χρήματα, χαρτιά, μαγνητοφωνάκι, γυαλιά, ipod, ψηφιακή, όλα. Και το δαχτυλίδι της γιαγιάς με τα σμαραγδάκια και τα ρουμπινάκια σε σχήμα λουλουδιού που η γιαγιά έλεγε πώς έμοιαζε με μεξικάνικη ορχιδέα. Η γιαγιά με το κόλλημα στην κηπουρική και τις μεξικάνικες σαπουνόπερες. Το φορούσα το πρωί στο λαιμό, αλλά κόπηκε η κορδέλα που ήταν περασμένο. Για να μη το χάσω, και αυτό στην τσάντα. Σύμπτωση.

Μέχρι τις έξι το πρωί σε αστυνομικά τμήματα με αποκοιμισμένους σχεδόν αξιωματικούς υπηρεσίας, ανέβα κατέβα σκάλες, νεύρα, και σπίτι, κλάματα, και η ωραιότερη ανατολή μετά απο πολύ καιρό. Στο μπαλκόνι, με κούπα δυνατό καφέ. Και μετά άδεια εθνική, με το δανεικό κινητό του άλλου Άλφα στο ταμπλό και στεντ μπάι, να προσέχεις, μην τρέχεις, αλλά τρέχω και είναι η ωραιότερη κατάληξη το σπίτι μου. Και η διαπίστωση οτι ίσως να μην είναι πια.

Και μήνυμα στο καινούριο Άλφα απο το σουβέρ. Το και το.

Και απάντηση, κλήση, δεν υπάρχει τυχαίο είπαμε κοριτσάκι, διάβασε ανάμεσα. Όταν γυρίσεις κερνάω ποτό να σου δείξω τη δική μου πόλη που τώρα είναι σου, όπως δε μπορώ να κάνω με την κόρη μου επειδή είναι ήδη της και δε με θέλει, να σου πω και για το Μεξικό και ποια πλευρά της παραλίας του Ακαπούλκο να διαλέξεις, με έξι δολάρια το εισιτήριο του βρωμερού λεωφορείου της γραμμής και οκτώ ώρες δρόμο κάτω και όχι σε κάθισμα, έχω να σου δώσω και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, δεν είναι αξίας, χειροποίητα, τα είχα κρατήσει ενθύμιο απο μια ιστορία όταν έφυγα τα φορούσε και της τα πήρα στον αποχαιρετισμό ξέρεις, όταν θα πας να τα φοράς, γιατί θα πας.

Πέντε μέρες μετά, στην τεράστια ασημένια τσάντα που βρέθηκε -ήδη το ίδιο βράδυ της κλοπής, ώρες μετά κάπου στην τεράστια πόλη- και την ξαναπήρα, άδεια, μέσα στη φόδρα που είχε σκιστεί αρκετά βρήκα το μικρό ipod shuffle και το δαχτυλίδι της γιαγιάς. Χαρά.

Και έτσι θυμήθηκα το Μεξικό. Όχι οτι μέσα μου το είχα ξεχάσει. Και το Βέγκας και τον Έλβις που θα έχανα. Και άφησα τις καμπάνες για μια άλλη φορά ή ζωή με ένα όχι που δυο μήνες τώρα προσπαθούσα να κάνω οτι δεν νιώθω, πιεστικά, αλλά το είπα και ήταν σωστό και ελευθερώθηκα. Αδέσποτο ξανά. Βράδυ στη Μαβίλη και ένα άλλο Δ. είχε τελικά δίκιο, δεν είμαι εγώ γι΄αυτά. Λάθος στιγμή. Καμία σύμπτωση.

Advertisements