desmond_llewelyn_as-q

Θα το πιάσω απο τη μέση. Είναι ασφαλής η μέση.

Ανήκα στους τυχερούς. Αυτούς που μπαλώνουν με λέξεις. Λέξεις που χοροπηδούσαν πάντα σαν χρώματα μέσα στο κεφάλι μου και στριμώχνονταν ποια θα μπει πρώτη -με τρικλοποδιά- στην ιστορία. Προσεκτικά επιλεγμένα ρήματα και ουσιαστικά, λιγότερα επίθετα, καθόλου θαυμαστικά, πάντως με την ικανότητα να αλλάζουν την ιστορία. Η λεπτομέρεια που αργότερα θα προκαλούσε γέλιο, εμφανιζόταν μαγικά. Όπως μαγικά έφευγε και εκείνη που θα σε έκανε να σφίγγεσαι, μέχρι να περάσει. Τα φουστάνια ήταν στο χαρτί ή τα λόγια πάντα πιο κόκκινα, πάντα κάτι υπήρχε στο αντίβαρο, πάντα η ιστορία ήταν στο τέλος – τέλος πιο ενδιαφέρουσα. Πάντα υπέρ μου, ακόμα κι όταν ήταν τελείως, άκομψα κατά.

Έτσι δε μπόρεσα ποτέ πραγματικά να νιώσω κόμπο στο στομάχι, όπως άλλοι. Όταν έκανε να εμφανιστεί, έπιανα ένα χαρτί ή άνοιγα το βρωμόστομά μου και η ιστορία, πάντα στη λεπτομέρεια, άλλαζε. Και μετά ακολουθούσε και η μνήμη. Κάποια στιγμή το έκανα επάγγελμα. Γιατί κανείς δεν ήθελε σκέτες ιστορίες, όλοι έψαχναν τη λεπτομέρεια που σφυρίζει και πάντα υπάρχει έλλειψη σε τέτοιους πωλητές. Δεν ήταν ψέμα καμία φορά. Η προσθήκη είναι πάντα ψεύτικη αλλά δεν κάνει ένα ολόκληρο ψέμα.

Σαν εκείνον τον τρελό που ζούσε μόνος σε ένα διαμέρισμα και για να περάσει η ώρα άρχισε να ονομάζει τα πράγματα γύρω του αλλιώς, λέγοντας το τραπέζι καρέκλα και το φωτιστικό παράθυρο.Στην αρχή ουσιαστικά, μετά επίθετα, στο τέλος άρχισε να παίζει με τα ρήματα, μέχρι που το πίνω έγινε κοιμάμαι και το πεινάω, κάθομαι. Και ήταν τρομερά διασκεδαστικό όλο, ώπου μια μέρα ξύπνησε, βαρέθηκε, θέλησε να βγει έξω, να βολτάρει στον κόσμο έξω απο το μικροαστικό διαμερισματάκι της κληρονομιάς του, και πήγε να αγοράσει φρούτα, όταν τα μύρισε και μύριζαν υπέροχα. Εϊχε σχεδόν ξεχάσει πόσο υπέροχα μπορεί ένα ξινόμηλο να μυρίζει Νοέμβρη μήνα. Αλλά άνοιξε το στόμα του και δεν τον κατάλαβε κανείς, όλοι τον νόμιζαν για τρελό. Ξαναπροσπάθησε, πάλι τίποτε. Και τελικά φώναξαν οι γύρω να έρθουν κάτι κύριοι με λευκά να τον μαζέψουν.

Έτσι κάθε ιστορία.

Μέχρι τώρα. Ξαφνικά απόψε και χτες, δε μπορώ. Ανοίγω στόμα, πιάνω στιλό και βγαίνει η βαρετή αλήθεια, η λεπτομέρεια που αλλάζει την ιστορία λείπει. Ο αναγνώστης απογοητευμένος φεύγει και πάει αλλού.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βία, το καταλαβαίνω τώρα. Στο άκουσμα μόνο.

Όχι το να κάνεις λάθος. Γιατί με μια μικρή προσθήκη, μια λέξη, θα άλλαζε όλο.

Το να είσαι εσύ το λάθος. Όχι λάθος επιλογή, όχι ψέμα, όχι επιπρόσθετη λέξη, λάθος σκέτο, απο το είδος που σε αηδιάζει γιατί είναι συμπαγές σαν πάγος, χωρίς τήξη, πιο άχρηστο κι απο τα σκατά, αόρατο στο αποτέλεσμα, επειδή άβολο.

Και να μη μπορείς να προσθέσεις όχι λέξη, τίποτα. Στη μνήμη για πρώτη φορά αυτούσιο. Σκέτο και άσχημο, πρωτόγνωρο. Να λες δε μπορεί, με ξέρω, αλλά μπορεί. Ανεπαρκείς λέξεις, ανεπαρκείς όπως μια ελλειπής ιστορία, χωρίς τις τραγανές λέξεις ντεκό που μας έμαθαν να βάζουμε, που συνηθίσαμε εμείς να βάζουμε για να σβήνουμε απο το μεμέντο τη στιγμή που δε βολεύει σε κάτι διασκεδαστικό, μέχρι την επόμενη διήγηση και την προσθήκη μιας ακόμη που κάνει κρατς και κερδίζει.

Το να είσαι εσύ το λάθος ενός κάποιου. Εσύ το τραπέζι που είναι παράθυρο ή αυτοκίνητο και το πεινάω που είναι κοιμάμαι και μαζί ο τρελός με τα ξινόμηλα. Και ποια δική σου λεπτομέρεια να αλλάξεις όταν είναι το σύνολο. Τετραγωνισμός του κύκλου.

Και σπάω το κεφάλι να θυμηθώ πότε άκουσα τελευταία φορά άνθρωπος – λάθος να κάνει τελικά κάτι ή να γίνεται κάτι που να μυρίζει και να είναι πέρα για πέρα σωστό. Δε θυμάμαι ούτε ένα.

Και έρχεται ο θυμός. Απίστευτα συμπαγής, χωρίς τήξη θυμός.

Advertisements