pict0017

Της μαύρης πέτρας πάντα. Και να μου λείπει.

Και αυτός (ο πορτοκαλής παππούς) και όλα. Όλα όπως κάποτε ήταν.

Εγώ όπως κάποτε ήμουνα.

Γιατί δε γράφεις πια στο μπλογκ, ρώτησε η Λ.. Γιατί έχω εσάς. Δε νιου φάμιλι. Γιατί όλη μέρα γράφω κι όταν δε γράφω μιλάω, μου έλειψε λίγο η σιωπή.  Γιατί βλέπω την άδεια σελίδα και κολλάω. Πώς στο διάλο θα γεμίσει. Κάθε μέρα αυτό το άγχος, πώς στο διάλο θα γεμίσει αυτό και εκείνο, όλα.

Έχεις άλυτα, μου λέει, μέσα σου. Να γράφεις, να βγούνε έξω. Να πάρουν μορφή και να τα δεις γι’ αυτό που είναι και τίποτε παραπάνω.

Λέει.

Και σκέφτομαι ξανά μετά απο πολύ καιρό, ότι ξέρω τι είμαι, όπως ξέρω και τι είναι αυτά.

Ούτε καλή ούτε κακιά, ούτε ειλικρινής ούτε ψεύτρα. Επιπόλαιη και σίφουνας, το είπε και ο Μ. και ο Γ., όταν θέλω τα δίνω όλα και όταν δεν, ούτε σκόνη, αγαπάω και μισώ, ημίτρελη όταν το επιλέγω, δένομαι με πράγματα πιο πολύ απο ότι με ανθρώπους, εκτός αν προσπαθήσουν πια. Καμιά φορά νομίζω πως έχω τίτλους ιδιοκτησίας που είναι άφαντοι.  Καμία σχέση με ρολόι και κάθε με ρόδες.  Κουρασμένη απο τα ίδια και θέλοντας ταυτόχρονα κι άλλο.

Στο σημείο που πάντα ήθελα να είμαι, όμως κάπως αλλιώς, χρόνια πριν.

Όχι πια ερωτευμένη, αν και υπάρχει ένας συγκεκριμένος που μπορεί να με κάνει μέσα σε λεπτά. Αλλά το ελέγχω.

Όλα τα ελέγχω.

Ξέρω ποιο παντελόνι δείχνει τον πισινό μου τέλειο, ποιες γόβες μπορώ να περπατήσω σα να γεννήθηκα με αυτές, ποιο φόρεμα είναι ιδανικό για οτιδήποτε πρέπει, όταν πρέπει, που δε θέλω τα πρέπει, αλλά καμια φορά δε μπορώ να κάνω αλλιώς.

Ξέρω πως αν πιω 4 βότκες θα αφήσω να με αγγίξουν, μέσα ή έξω. Στις 5 δε θα το νιώσω καν, ίδερ γουέι.

Συνήθως είναι 3.

Γιατί μου αρέσει να ξυπνάω μόνη και να έχει ησυχία με τον πρώτο καφέ. Και το φοβάμαι. Ελεγχόμενο και αυτό.

Τρώω όσα βγάζω και τίποτε λιγότερο, απο ένα ιδιόμορφο σύμπλεγμα. Επειδή  έμαθα να εκτιμώ το χρήμα και ακόμη περισσότερο την έλλειψή του.

Φοβάμαι για τη δουλειά μου,  τα κεκτημένα μου, πως μια μέρα θα ξυπνήσω και όλα θα είναι πραγματικά για πάντα ίδια και την άλλη βραδιά ο ίδιος εφιάλτης αλλιώς, ότι όλα θα λείπουν και τρομάζω το ίδιο.

Κατά βάθος είμαι ακόμη εκείνη η πιτσιρίκα που δεν έμαθε να ζητάει, γιατί δεν έπρεπε και όταν της βγήκε, της βγήκε με φόρα και άτσαλα και έκτοτε δε μπορεί να σταματήσει. Αυτή που θέλει να κάνει τατού μια ζυγαριά και να έχει σημασία, μόνο που η ζυγαριά θα είναι μια μικρή καρδιά. Γιατί το να είσαι δίκαιος είναι τελικά ίσο του να εμπιστεύεσαι και να νιώθεις περηφάνεια, άρα να αγαπάς.

Εσένα με τα σκατά σου και τους άλλους με τα δικά τους. Και έναν για πολύ καιρό, γιατί δε μπορείς αλλιώς, ψιλοελεγχόμενο.

Πλένω με μαλακτικό με άρωμα πράσινου μήλου γιατί θυμίζει γιαγιά. Λούζω τα μαλλιά κάθε μέρα γιατί έλεγε πως αν είναι να σε πατήσει αυτοκίνητο, δε θα προλάβεις να τραβηχτείς, θα γίνεις χάλια, αλλά τουλάχιστον θα έχεις λαμπερή και καθαρή κόμμωση. Εκείνη έφυγε, δε χρησιμοποιούμε πια συχνά την λέξη «κόμμωση» ,αλλά υποθέτω πως όπου είναι, έχει υπέροχα μαύρα κοντά μαλλιά.

Έχω έναν σκύλο που λατρεύω γιατί μ αγαπάει γατίσια, με νάζι και ζήλειες και καθόλου παρακάλι. Επίσης έχω όλα τα διαθέσιμα οιδιπόδεια με τον όμορφο μπαμπά και νιώθοντας όλη την εξαιρετική ζηλιοαγάπη της μαμάς. Προσπαθώντας να αποφύγω τα πατήματά τους και κάνοντας τελικά ακριβώς τα ίδια. Με τόση στεντ μπάι αγάπη μέσα που καμιά φορά γίνεται παράνοια και μπαλόνι να σκάσει στα μούτρα του κάθε ταλαίπωρου. Και αυτό συνήθως ελεγχόμενο.

Είμαι ακόμα αυτή που δε μπορεί να κάψει γέφυρες, αλλά το κάνει με επιτυχία, όταν το ύφασμα γίνει σι θρου και αρχίσει να μπάζει. Αλλά τέλειωσε με αυτό, αρκετά αποκαίδια για μια ζωή. Και αποχαιρετισμοί και όλα, τέτοια κούραση.

Πίνω 3 καφέδες το πρωί. Ελληνικούς μέτριους ή εσπρέσσο σκέτους. Γιατί ο γαλλικός θυμίζει σπίτι και δεν θέλω σκέψεις το πρωί.

Με αγορίστικες συνήθειες (κυνηγός που ντεμέκ πρέπει να είναι θύμα, αλλά δε μπορεί να σταματήσει να κυνηγάει, hunter, τι ωραία λέξη είπε ο Κ.), -λάθος σώμα- και ταυτόχρονα με όλα τα γυναικεία κλισέ μαζεμένα, και λατρεμένα, όσο τα λευκά κεριά με τις ευχές και η ψαρόσουπα.

Το αγαπημένο μου νούμερο είναι το 6 και το ανάποδό του, το 9.

Μικρή διάβαζα μεγαλίστικες αδύνατες ιστορίες που με μάγευαν.Τις μπόλιασα μέσα για τα καλά.  Η Λ. λέει ότι είμαι η καλύτερη σαμποτέρ. Γεννημένη καμικάζι, αλλά  καίω μόνο πιθανότητες. Άρα πέτυχα, άι σαπόουζ.

Τώρα διαβάζω παραμύθια πριν κοιμηθώ. Κέλτικα. Που ξέρεις το τέλος απο την δεύτερη σελίδα. Και είναι μελωμένο και ωραίο, κι όταν δεν είναι, τότε τουλάχιστον παίζει κατάρα, οπότε ελεγχόμενο από το είδος των «δε γίνεται αλλιώς» που επίσης με τσάτιζαν και άρα με μάγευαν.

Δέθηκα με 2 άντρες πολύ, με 2 άλλους έκανα πολύ προσπάθεια για να, και το ‘χασα κυριολεκτικά για 1 που όλα. Οι υπόλοιποι της λίστας αόρατοι. Α ναι, έγινα φίλη με άλλους 2. Τελικά. Πιο ψεύτικο κι απο μαργαριτάρι μαύρο στην Ερμού, αλλά αναγκαίο. Νομίζω πως ήμουνα κάτι για 4, αλλά πάλι, ίσως και όχι κάτι φοβερό. Ρούφηξα αγάπη σαν βαμπίρ όταν δεν την ένιωθα και την έδωσα όταν δεν την βρήκα. Αλλά και αυτό κρύβει μια περίεργη ισορροπία.

Δίνω πάντα 5 ευρώ στα φανάρια σε αυτούς που θέλουν να καθαρίσουν το παρμπρίζ απο ντροπή κι αν βρω κέρμα στον δρόμο και είναι γυρισμένο με το κεφάλι προς τα πάνω, το παίρνω για γούρι και χαίρομαι 2 μέρες. Ειδάλλως το γυρίζω να το βρει έτσι κάποιος άλλος με το ίδιο κόλλημα. Και να γίνει τυχερό.

Αγαπάω το πορτοκαλί και το γκρι.Και το γαλάζιο. Το μαύρο το φοράω, είναι μη χρώμα, υποταγή.

Φυσικά δεν ελέγχω επιτυχώς σχεδόν τίποτα. Αλλά έχει πλάκα να προσπαθώ καμιά φορά.

Νιώθω ευγνωμοσύνη και την ανάγκη να πω ευχαριστώ σε 2 πρώην διευθυντές, αλλά δεν θα το κάνω ποτέ, γιατί δεν είναι κουλ, επίσης ήταν και κατά τα άλλα γκράντε μαλάκες, ως άντρες. Οπότε δε θα το νιώσουν. Κάτι που επίσης κάνει εμένα γκράντε μαλάκα που το λέω, αλλά ιτ ιζ οκέι.

Χαστούκισα στη ζωή μου μια φορά έναν άντρα και μια γυναίκα. Ξεχωριστά και διαδοχικά, για διαφορετικούς λόγους. Δεν κέρδισα τίποτε. Αλλά το ευχαριστήθηκα.

Ναι, επίσης δεν ξέρω ακόμη, αν θα προλάβω.  Και ξέρω πως μόνο 1 (εκεί έξω κάπου) ξέρει ακριβώς τι εννοώ με αυτό.

Πέρασα 30 χρόνια να αλλάξω αυτά ακριβώς. Για να καταλήξω ότι έτσι είναι και όχι αλλιώς και τελικά είναι οκέι.

Θα περάσω υποθέτω τα χ+30  επόμενα αναζητώντας ότι μπορεί να άφησα εκτός υπολογισμού ή φοβούμενη για όσα μπορεί να τελειώσουν. Ενδόμυχα, δε θα το παραδεχτώ ποτέ.

Με το θέλω πάντα πιο βαρύ απο το πρέπει, και λιγότερο από το όμως.  Ιτ ιζ οκέι. Όσο υπάρχουν κάποιοι που 30 λεπτά μετά θα είναι ακόμη εκεί. Αν το μόνο που μου έχει μείνει σε έλεγχο είναι ο χρόνος και πως να αργήσω για να πω ότι άξιζε πιο πολύ. So be it.

Advertisements