Nastas3

Εντάξει, δε ξέρω γιατί δεν το έγραψα πιο πριν.

Το γράφω τώρα. Τον Νάστα και τους Xaxakes τους πρωτοείδα στα δεκαπέντε μου. Πολύ πριν βγάλουν δίσκο. Καλοκαίρι, Ιούλιος, όπως τώρα, στη Σίβηρη. Σε ένα μισοάδειο μπιτς μπαρ που λεγόταν Χάρλει, πρώτο πόδι Χαλκιδικής. Ήμουν εκεί για μια εβδομάδα στο σπίτι του Σ.. Μας έκανε μπέιμπι σίτινγκ η μαμά του για να πάνε οι δικοί μου μόνοι τους σε κάποιο νησί, δε θυμάμαι πια που, ερωτευμένοι φριχτά πάντα.

Εκείνο το βράδυ βγήκαμε για πρώτη φορά έξω. Πρώτη φορά. Σε μπαρ. Οφίσιαλι πρώτη φορά, όχι κρυφά.Με λεφτά στην τσέπη. Και καλοσιδερωμένοι, όλοι. Αλλά «στις δώδεκα να είστε πίσω». (Γυρίσαμε αργότερα, το θυμάμαι γιατί είχαν πει στις ειδήσεις για βροχή πεφταστεριών εκείνο το βράδυ και τη βγάλαμε αργότερα στην άμμο ξάπλα να κοιτάμε σαν ηλίθιοι προς τα επάνω για ώρες).

Και φτάσαμε εκεί και έπαιζε μουσική (κάτι μεταξύ φανκ και ποπ, περίεργη) μια πολύχρωμη και θεόμουρλη μπάντα. Περίεργη μουσική για παιδιά. Γιατί παιδιά ήμασταν.

Κάτσαμε σε ένα τραπεζάκι, τσακαλοπαρέα αγόρια – κορίτσια, ίδιας περίπου ηλικίας και ήρθε η σερβιτόρα με σηκωμένο φρύδι. Πήραν όλοι χυμούς και κόκα κόλες. Και ήρθε η σειρά μου. Δεν ξέρω πως το ξεστόμισα, τι θάρρος ήταν εκείνο εκείνη την ώρα (δεδομένου ότι είχαμε μαζί μας και το καρφί της παρέας, την Κ. που μέχρι να γυρίσουμε σπίτι, ήδη τα είχε καρφώσει όλα). Πάντως ζήτησα μια διπλή (!) μπατίντα. Αυτό ήξερα, αυτό είπα. Ίσως επειδή είχε μια πολύ σούπερ διαφήμιση τότε στην τιβί, ίσως λόγω της Αρλέττας που άκουγε συνέχεια η μαμά του Σ., η Ε.. Ποιος ξέρει.

Φυσικά ζαλίστηκα, φυσικά με κοιτούσε με δέος η παρέα. Έτσι νόμιζα.

Όπως και να ‘χει, ο  Νάστας έχει γεύση μπατίντα έκτοτε. Και Ιουλίου.

Advertisements