eiffel-tower-from-below

1988.

Έναν χειμώνα σερί άκουγα στο ραδιόφωνο τη Βανέσα Παραντί να τραγουδάει το «Joe le taxi» και προσπαθούσα να μάθω γαλλικά από μόνη μου βλέποντας συνέχεια ταινίες του Λουί ντε Φινές και μιμούμενη τις γκριμάτσες και τα επιφωνήματά του. Γιατί στα αφτιά μου ήταν τόσο κουλ. Το Παρίσι μου φαινόταν τόσο κουλ, τα καφέ όπως τα έδειχνε καμιά φορά η κρατική σε ρεπορτάζ κι αυτά τόσο κουλ. Η αδερφή μου άκουγε Γκρέις Τζόουνς, τη βλέπαμε στα κλιπ της, να φτύνει από το στόμα πότε έναν σιτροέν βάτραχο και πότε τον πύργο του Άιφελ, μου φαινόταν και αυτό ακόμα τόσο κουλ.

Και ήρθε το καλοκαίρι και όπως πάντα τον Αύγουστο θα γυρίζαμε και ένα διαφορετικό μέρος της Ευρώπης με το τροχόσπιτο. Αυτή τη φορά μαζί με τον κολλητό του μπαμπά, το δικό του τροχόσπιτο, τη σύζυγο και τις τρεις του κόρες. Προς Γαλλία. Μόντε Κάρλο, Νίκαια, Μονπελιέ, Αρλ, Μασσαλία και μετά καρφί πάνω, προς Βορρά, προς Παρίσι.Έκπληξη.

Κόντευα να πεθάνω από τη χαρά μου. Μετρούσα τις μέρες, στην αρχή μέχρι να ξεκινήσουμε και μετά μέχρι να φτάσουμε.

Και τα δυο ίδια Φολκσβάγκεν του ’66,  πορτοκαλί και μπλε, ξεκίνησαν να γράφουν χιλιόμετρα.

Και κάθε μέρα του ταξιδιού ήταν πιο όμορφη από την προηγούμενη. Λάτρεψα την Αρλ και το Μονπελιέ, τα ψαροχώρια εκεί γύρω με τους ανθρώπους που μοιάζαν με μας, το ρατατούιγ, αλλά και την αλγερινή ψαρόσουπα, τα παιδάκια με τα σορτσάκια που παίζαν μαζί μας όταν τα φωνάζαμε «αβέκ μουά» χωρίς να καταλαβαίνουμε λέξη από οτι απαντούσαν και μίσησα τη Νίκαια και το Μόντε Κάρλο που η τοπική αστυνομία δεν άφηνε να διασχίσουμε με τα κάμπερ. Γελάσαμε όλοι με τις σαχλές παραλίες τους και τσεκάραμε τα υπέροχα Ντανιέλ Εστέ μαγιό τους. Και γρήγορα (αν και δυο εβδομάδες και κάτι αργότερα) ήρθε η μέρα που θα μπαίναμε στο Παρίσι μετά το πολύ γκρι του αυτοκινητοδρόμου.

Εγώ κολλημένη στα παράθυρα της κουκέτας να μη χάσω χιλιοστό της γκράντε εισόδου και του γκράντε σπετάκολου.

Έβρεχε ασταμάτητα κουβάδες, όπως στις ταινίες με την Ντενέβ, είχε κρύο για Αύγουστο μήνα κι εγώ έλιωνα. Τέτοια χαρά. Και κανονίστηκε την επομένη, και αφού παρκάραμε σε ειδικό πάρκιν τα τροχόσπιτα, να πάμε με το μετρό να δούμε το κέντρο, την πόλη, τη Μονμάρτη, αλλά και τον πύργο του Άιφελ.

Όταν όμως 24 ώρες αργότερα φτάσαμε και προχωρήσαμε προς την είσοδό του, μας έκλεισε το δρόμο μια αλυσίδα και μια πινακίδα, φυσικά στα Γαλλικά, όπου κανείς μας δεν καταλάβαινε τι έλεγε παρά μόνο ότι οκέι, ο πύργος ήταν κλειστός στο κοινό. Ένας περαστικός λίγο αργότερα θα μας εξηγούσε πώς δεν ήταν η αιτία επειδή ήταν απόγευμα, αλλά επειδή γίνονταν έργα συντήρησης. Που θα κρατούσαν -αλίμονο- τρεις μέρες ακόμα. Εμείς όμως, έπρεπε να φύγουμε για να μείνουμε on schedule την επομένη.

Κλάμα εγώ, ποιος ξέρει πώς το πήρα, παιδί ήμουν. Απίστευτο κλάμα.

Και γυρίζει ο μπαμπάς και μου λέει «Εντάξει, δε μπορούμε να ανεβούμε επάνω στην κορυφή του, αλλά πώς θα σου φαινόταν αν μπορούσες να κοιμηθείς στα πόδια του«;

Δεν κατάλαβα τίποτε. Αλλά ο μπαμπάς και ο κολλητός του είπαν ότι σύντομα θα επέστρεφαν. Και έφυγαν.

Πράγματι, καμιά ώρα αργότερα γύρισαν. Με τα Φολκσβάγκεν. Καβάλησαν το κράσπεδο του πεζοδρομίου σαν να οδηγούσαν τζιπ και τα πάρκαραν σχεδόν ακριβώς στο κέντρο του πύργου, κάτω από τα πόδια του, χασκογελώντας. Και εντελώς μα εντελώς κωλοπαιδαρίσια.

Δεν έχω γελάσει ποτέ περισσότερο νομίζω από όσο εκείνο το βράδυ. Κανείς μας, δηλαδή. Τα παιδιά συγκεντρωμένα στο μπλε κάμπερ, οι μεγάλοι στο πορτοκαλί και να τρώμε με ανοιχτές οροφές και παράθυρα, μακαρονάδα ναπολιτέν και να ακούμε γαλλικά τραγούδια στο ράδιο. Και να μη πιστεύουμε που βρισκόμαστε. Να κοιτάμε ξανά και ξανά κάθε λίγο προς τα επάνω, μέσα από τις ανοιχτές οροφές και να τον βλέπουμε, πελώριο ακριβώς από πάνω μας με τα χοντρά μεταλλικά του πόδια. Και μετά πέρασε η ώρα, μεσάνυχτα, και πέσαμε για ύπνο. Οι μεγάλοι όλοι μεθυσμένοι από τα κρασιά. Κι εγώ με ανοιχτό παράθυρο στην κουκέτα να τον κοιτάω μέχρι να με πάρει ο ύπνος και να ακούω τους δυο τους να γελάνε και να σκουντιούνται μη με ξυπνήσουν. Δεν είχε αναμμένα τα φωτάκια του, ήταν πίσσα σκοτάδι έξω, αλλά μπορούσα να τον διακρίνω.

Το επόμενο πρωί, πολύ πολύ νωρίς, εγερτήριο και κλήση στα παρμπρίζ, ραβασάκι της γαλλικής αστυνομίας και οι μπαμπάδες να το σκίζουν γελώντας. Και επιστροφή.

_______

1990

Και τρώω την πρώτη αποβολή στο γυμνάσιο. «Γιατί αυθαδίασα και πιάστηκα να λέω θηριώδη ψέματα«.

Το άλλο πρωί  θα άκουγε από την διευθύντρια ότι στην ερώτηση της φιλολόγου μας, αν κανείς μας ποτέ επισκέφτηκε τον Πύργο του Άιφελ, εγώ απάντησα «Δεν τον επισκέφτηκα ακριβώς, αλλά κοιμήθηκα στα πόδια του«.

Η μαμά Μαρία δε θα της απαντούσε καν, απλώς  θα της έστελνε λίγο αργότερα με μένα, χαρούμενο αγγελιοφόρο, μέσα σε έναν φάκελο ένα αντίγραφο φωτογραφίας. Δυο φολκσβάγκεν κάμπερ με ανοιχτές οροφές και τέσσερα κορίτσια με πιτζάμες καρό και σπορτέξ (έτσι τα λέγαμε τότε), σκασμένα στο γέλιο. Νύχτα. Με ένα πιάτο μακαρονάδα να δείχνουν προς τα επάνω. Τον Πύργο.

Και μια σημείωση: «η κόρη μου δε χρειάστηκε ποτέ να πει ψέματα«.

_______

Το θυμήθηκα σήμερα. Επειδή μια κοπέλα δίπλα μου στο ταμείο του σούπερ μάρκετ  έπαιζε με το μπρελόκ της, έναν μικρό ασημένιο Πύργο του Άιφελ. Και λίγο μετά, όταν με ρώτησε ένας φίλος αν είμαι καλά και του απάντησα «pas trop mal». Συνειδητοποιώντας ότι αυτή είναι μια από τις ελάχιστες απαντήσεις που μπορώ να δώσω στα Γαλλικά (αλλά και «je suis fou»). Ακόμα.