Archives for category: σμαρτ ας

eiffel-tower-from-below

1988.

Έναν χειμώνα σερί άκουγα στο ραδιόφωνο τη Βανέσα Παραντί να τραγουδάει το «Joe le taxi» και προσπαθούσα να μάθω γαλλικά από μόνη μου βλέποντας συνέχεια ταινίες του Λουί ντε Φινές και μιμούμενη τις γκριμάτσες και τα επιφωνήματά του. Γιατί στα αφτιά μου ήταν τόσο κουλ. Το Παρίσι μου φαινόταν τόσο κουλ, τα καφέ όπως τα έδειχνε καμιά φορά η κρατική σε ρεπορτάζ κι αυτά τόσο κουλ. Η αδερφή μου άκουγε Γκρέις Τζόουνς, τη βλέπαμε στα κλιπ της, να φτύνει από το στόμα πότε έναν σιτροέν βάτραχο και πότε τον πύργο του Άιφελ, μου φαινόταν και αυτό ακόμα τόσο κουλ.

Και ήρθε το καλοκαίρι και όπως πάντα τον Αύγουστο θα γυρίζαμε και ένα διαφορετικό μέρος της Ευρώπης με το τροχόσπιτο. Αυτή τη φορά μαζί με τον κολλητό του μπαμπά, το δικό του τροχόσπιτο, τη σύζυγο και τις τρεις του κόρες. Προς Γαλλία. Μόντε Κάρλο, Νίκαια, Μονπελιέ, Αρλ, Μασσαλία και μετά καρφί πάνω, προς Βορρά, προς Παρίσι.Έκπληξη.

Κόντευα να πεθάνω από τη χαρά μου. Μετρούσα τις μέρες, στην αρχή μέχρι να ξεκινήσουμε και μετά μέχρι να φτάσουμε.

Και τα δυο ίδια Φολκσβάγκεν του ’66,  πορτοκαλί και μπλε, ξεκίνησαν να γράφουν χιλιόμετρα.

Και κάθε μέρα του ταξιδιού ήταν πιο όμορφη από την προηγούμενη. Λάτρεψα την Αρλ και το Μονπελιέ, τα ψαροχώρια εκεί γύρω με τους ανθρώπους που μοιάζαν με μας, το ρατατούιγ, αλλά και την αλγερινή ψαρόσουπα, τα παιδάκια με τα σορτσάκια που παίζαν μαζί μας όταν τα φωνάζαμε «αβέκ μουά» χωρίς να καταλαβαίνουμε λέξη από οτι απαντούσαν και μίσησα τη Νίκαια και το Μόντε Κάρλο που η τοπική αστυνομία δεν άφηνε να διασχίσουμε με τα κάμπερ. Γελάσαμε όλοι με τις σαχλές παραλίες τους και τσεκάραμε τα υπέροχα Ντανιέλ Εστέ μαγιό τους. Και γρήγορα (αν και δυο εβδομάδες και κάτι αργότερα) ήρθε η μέρα που θα μπαίναμε στο Παρίσι μετά το πολύ γκρι του αυτοκινητοδρόμου.

Εγώ κολλημένη στα παράθυρα της κουκέτας να μη χάσω χιλιοστό της γκράντε εισόδου και του γκράντε σπετάκολου.

Έβρεχε ασταμάτητα κουβάδες, όπως στις ταινίες με την Ντενέβ, είχε κρύο για Αύγουστο μήνα κι εγώ έλιωνα. Τέτοια χαρά. Και κανονίστηκε την επομένη, και αφού παρκάραμε σε ειδικό πάρκιν τα τροχόσπιτα, να πάμε με το μετρό να δούμε το κέντρο, την πόλη, τη Μονμάρτη, αλλά και τον πύργο του Άιφελ.

Όταν όμως 24 ώρες αργότερα φτάσαμε και προχωρήσαμε προς την είσοδό του, μας έκλεισε το δρόμο μια αλυσίδα και μια πινακίδα, φυσικά στα Γαλλικά, όπου κανείς μας δεν καταλάβαινε τι έλεγε παρά μόνο ότι οκέι, ο πύργος ήταν κλειστός στο κοινό. Ένας περαστικός λίγο αργότερα θα μας εξηγούσε πώς δεν ήταν η αιτία επειδή ήταν απόγευμα, αλλά επειδή γίνονταν έργα συντήρησης. Που θα κρατούσαν -αλίμονο- τρεις μέρες ακόμα. Εμείς όμως, έπρεπε να φύγουμε για να μείνουμε on schedule την επομένη.

Κλάμα εγώ, ποιος ξέρει πώς το πήρα, παιδί ήμουν. Απίστευτο κλάμα.

Και γυρίζει ο μπαμπάς και μου λέει «Εντάξει, δε μπορούμε να ανεβούμε επάνω στην κορυφή του, αλλά πώς θα σου φαινόταν αν μπορούσες να κοιμηθείς στα πόδια του«;

Δεν κατάλαβα τίποτε. Αλλά ο μπαμπάς και ο κολλητός του είπαν ότι σύντομα θα επέστρεφαν. Και έφυγαν.

Πράγματι, καμιά ώρα αργότερα γύρισαν. Με τα Φολκσβάγκεν. Καβάλησαν το κράσπεδο του πεζοδρομίου σαν να οδηγούσαν τζιπ και τα πάρκαραν σχεδόν ακριβώς στο κέντρο του πύργου, κάτω από τα πόδια του, χασκογελώντας. Και εντελώς μα εντελώς κωλοπαιδαρίσια.

Δεν έχω γελάσει ποτέ περισσότερο νομίζω από όσο εκείνο το βράδυ. Κανείς μας, δηλαδή. Τα παιδιά συγκεντρωμένα στο μπλε κάμπερ, οι μεγάλοι στο πορτοκαλί και να τρώμε με ανοιχτές οροφές και παράθυρα, μακαρονάδα ναπολιτέν και να ακούμε γαλλικά τραγούδια στο ράδιο. Και να μη πιστεύουμε που βρισκόμαστε. Να κοιτάμε ξανά και ξανά κάθε λίγο προς τα επάνω, μέσα από τις ανοιχτές οροφές και να τον βλέπουμε, πελώριο ακριβώς από πάνω μας με τα χοντρά μεταλλικά του πόδια. Και μετά πέρασε η ώρα, μεσάνυχτα, και πέσαμε για ύπνο. Οι μεγάλοι όλοι μεθυσμένοι από τα κρασιά. Κι εγώ με ανοιχτό παράθυρο στην κουκέτα να τον κοιτάω μέχρι να με πάρει ο ύπνος και να ακούω τους δυο τους να γελάνε και να σκουντιούνται μη με ξυπνήσουν. Δεν είχε αναμμένα τα φωτάκια του, ήταν πίσσα σκοτάδι έξω, αλλά μπορούσα να τον διακρίνω.

Το επόμενο πρωί, πολύ πολύ νωρίς, εγερτήριο και κλήση στα παρμπρίζ, ραβασάκι της γαλλικής αστυνομίας και οι μπαμπάδες να το σκίζουν γελώντας. Και επιστροφή.

_______

1990

Και τρώω την πρώτη αποβολή στο γυμνάσιο. «Γιατί αυθαδίασα και πιάστηκα να λέω θηριώδη ψέματα«.

Το άλλο πρωί  θα άκουγε από την διευθύντρια ότι στην ερώτηση της φιλολόγου μας, αν κανείς μας ποτέ επισκέφτηκε τον Πύργο του Άιφελ, εγώ απάντησα «Δεν τον επισκέφτηκα ακριβώς, αλλά κοιμήθηκα στα πόδια του«.

Η μαμά Μαρία δε θα της απαντούσε καν, απλώς  θα της έστελνε λίγο αργότερα με μένα, χαρούμενο αγγελιοφόρο, μέσα σε έναν φάκελο ένα αντίγραφο φωτογραφίας. Δυο φολκσβάγκεν κάμπερ με ανοιχτές οροφές και τέσσερα κορίτσια με πιτζάμες καρό και σπορτέξ (έτσι τα λέγαμε τότε), σκασμένα στο γέλιο. Νύχτα. Με ένα πιάτο μακαρονάδα να δείχνουν προς τα επάνω. Τον Πύργο.

Και μια σημείωση: «η κόρη μου δε χρειάστηκε ποτέ να πει ψέματα«.

_______

Το θυμήθηκα σήμερα. Επειδή μια κοπέλα δίπλα μου στο ταμείο του σούπερ μάρκετ  έπαιζε με το μπρελόκ της, έναν μικρό ασημένιο Πύργο του Άιφελ. Και λίγο μετά, όταν με ρώτησε ένας φίλος αν είμαι καλά και του απάντησα «pas trop mal». Συνειδητοποιώντας ότι αυτή είναι μια από τις ελάχιστες απαντήσεις που μπορώ να δώσω στα Γαλλικά (αλλά και «je suis fou»). Ακόμα.

Advertisements

Την ώρα που η ομάδα με τα πιο όμορφα αγόρια σκίζεται στο γήπεδο της Βιέννης, εγώ σιγοπίνω μια pina colada. Όλα τα παράθυρα και οι μπαλκονόπορτες ανοιχτά. Κάνει ρεύμα να με πάρει και να με σηκώσει. Ο σκύλος κοιμάται στη βεράντα ευτυχισμένος. Χεστήκαμε το πρωί, οπότε δε μου δίνει ούτε αυτός σημασία τώρα, δεν τον κοιτάω καν, θα μονιάσουμε αύριο. Σημασία έχει οτι ο Μεγαλειότατος συνήλθε απο το σοκ της μετακόμισης, έκοψε τις μαλακίες, το πήρε απόφαση, έμπλεξε με τρελή. Ιταλικά τουίστ του ’60 και προσπαθώ να αποφασίσω ποιο φωτιστικό θα κάτσει που. Έναν μήνα μετά και ακόμα τα πάω βόλτα, μια απο εδώ και μια απο εκεί. Διάολε, θα το βρω.

Την προηγούμενη εβδομάδα η Λίνα έσπασε το αόρατο δικό μου πρωτόκολλο που λέει πως τίποτε ζωντανό πλην του σκύλου δεν μπαίνει σπίτι (εξαιρούνται τα ευγενικά δίποδα). Έσκασε μύτη και το πορτ μπαγκάζ ήταν τίγκα στις γλάστρες. Ένας έρωτας, μια ελιά και πέντε καπουτσίνα σε διάφορα χρώματα. Μου πήρε τρεις ώρες να ξεπεράσω το σοκ, δυο μέρες να μάθω τα ονόματά τους και μόλις πέντε για να τα ξεκάνω. Μόνο η ελιά και ένα φούξ καπουτσίνο ξέφυγαν του θανατικού. Αντέχουν ακόμα σα Γαλάτες. Η Αργυρώ μου είπε πως ο έρωτας στα αγγλικά λέγεται impatience. Ειρωνεία. Τον πέταξα αφού περίμενα μόλις και μετά βίας τρεις μέρες απο πάνω του μπας και συνέλθει (με μια κανάτα νερό στο χέρι). Δεν είχα άλλωστε ποτέ υπομονή. Δε χρειαζόταν μια γλάστρα βέβαια για να το μάθω αυτό, αλλά φαίνεται πως το είχα ξεχάσει.

Τη Λίνα ακολούθησαν διαδοχικά ένα (λευκό και τεράστιο, θα έλεγα αργότερα σε όλους, σαν ανακόντα) σαμιαμίδι και ένα σπουργίτι (απλή εκδοχή). Με διαφορά δυο ημερών μπουκάραν απρόσκλητα. Το πρώτο το ξέκανα τρομοκρατημένη. «Ηλίθια, γούρι ήταν», μου είπε η Αργυρώ καπάκι και με γονάτισε. «Περίεργα γούρια έχετε οι Αθηναίοι», τόλμησα να ξεστομίσω, αλλά με αγριοκοίταξαν και το ‘κοψα. Το δεύτερο μπήκε και βγήκε μόνο του με μένα έκπληκτη να το χαζεύω. «Ευτυχώς δεν είχες καμιά σφεντόνα δίπλα σου». Ναι, δεν είχα.

Προληπτικές μέχρι το βρακί, αφηνίασαν, «το σπίτι είναι ευλογημένο, πάει τέλειωσε».

____________________

Πριν το σπάσιμο του πρωτοκόλλου, τις πρώτες μέρες, πίστευα σοβαρά, ότι το πνεύμα κάποιου είχε καταλάβει το σπίτι. Γιατί εκτός του ότι χάσαμε τη μαγκιά μας στο ΕURO (αν και είχα όλα τα γούρια στεντ μπάι), εκτός του οτι οι μπάρες της βέσπας ξεχαρφαλώθηκαν ξαφνικά στα καλά καθούμενα, εκτός του οτι δε μου πετύχαινε ούτε καν το μακαρόνι (που εγώ έχω μάστερ στα ζυμαρικά) (μόνο), καμιά ηλεκτρονική συσκευή που έφερνα σταδιακά, δε δούλευε. Καινούριες και πάραυτα. Μόντεμ, τηλεόραση, φωτιστικά, καφετιέρα, ντιβιντί, τίποτε. Τελικά τις άλλαξα όλες και ησύχασα. Αποφάσισα οτι το πνεύμα φρίκαρε μαζί μου και την κοπάνησε. Αν έμπαινα σε εκκλησίες, τώρα θα ήταν η στιγμή που θα άναβα κερί. Ανάβω αυτά της βεράντας και πείθω εαυτόν, πως αφού ο Θεός είναι παντού, τότε είναι και στη βεράντα μου. Εξάλλου η εκκλησία είναι μακριά, έχει ζέστη, κλπ κλπ κλπ..

___________________

Οι φίλες μου είναι εκτός απο κούκλες και τελείως τρελές. Βάζουν στο νερό τους λάιμ και αρμπαρόριζα, στη σαλάτα χώνουν λουίζα και όχι ξύδι, ξέρουν όλα τα φυτά, τα κρασιά και τα τσίπουρα με τη μυρωδιά, έχουν στην κατάψυξη παγάκια με φρούτα και διακόσια διαφορετικά σορμπέ, οι κουζίνες τους μυρίζουν μαμά, αλλά αλλιώτικη μαμά και πεθαίνω γιατί μου τα μαθαίνουν. Με τις αγκαλιές τους και τα φιλιά τους, καιρό είχα να παίρνω τόσα πολλά χωρίς κανέναν εμφανή λόγο και άρα αληθινά μέχρι την τελευταία φετίτσα λουίζας στη σαλάτα.

Η Αργυρώ κλωτσάει στον ύπνο και ενίοτε ροχαλίζει, και βγάζει πάντα τις πατούσες εκτός σκεπάσματος, ακόμα και το χειμώνα. Όταν μιλάει λέει «καμπόινγκ» και «εεεεμ» στη μέση της πρότασης και θέλεις να τη ζουπήξεις όταν το κάνει. Η Λίνα λέει «σου ρου μπου ρου, μου ρου του ρου» και μόνο εμείς ξέρουμε ακριβώς τι εννοεί και κάθε τέταρτο ταφ της βγαίνει απρόσμενα με αγγλική προφορά, όταν ακολουθείται απο φωνήεν και δε το καταλαβαίνει καν.

Τις κοιτάω να μιλάνε μεταξύ τους και δε τις χορταίνω.

_______________________

Πεθαίνω να γυρίζω σπίτι με τον Κώστα. Που κατεβάζει όλα τα παράθυρα, εν πλω το πατημένο αμάξι, ανεπίσημα νονός της Αργυρώς, ακόμη πιο ανεπίσημα όλων μας, ο μίστερ μπιγκ που η Κάρι -ω, τι κρίμα- ποτέ δε θα είχε. Που τελειώνει το σπίτι στη Τζια και γελάνε και τα αφτιά του, ήρεμος μετά απο καιρό και του πάει πολύ.

Να βγαίνω με τη Βίκυ, που έχει για όλα λύση στο τσακ μπαμ με ένα τηλεφώνημα, ξέρει κάθε μπάρμαν/πορτιέρη/ιδιοκτήτη/σομελιέ/δούλο/γουατέβα, με βάζει να μασάω γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα (στοιχήματα μετά απο μπουκάλια βότκα) και she calls it a night μόνο όταν πια έχει βγει ο ήλιος και καταστρώνει συνέχεια σχέδια που θα είναι η επόμενη βουτιά. Κούκλα και δε το ξέρει καν.

Να πειράζω τα υπέροχα κοντά μαλλιά της Ιόλης, να είναι κάθε εβδομάδα ερωτευμένη και να ψοφάω για τις διηγήσεις της. Κάθε πρόταση να αρχίζει με «ρε μαλάκα, δε σου είπα». Στην πρίζα όπως εγώ παλιά, να με σπρώχνει ευτυχώς πάλι.

____________________

Θέλω να γράψω τόσα και δε ξέρω πως.

(επίσης, μου τα χώνει η σεληνιασμένη Αργυρώ, επειδή εγώ λέει φταίω, που πάμε σε παράταση τώρα, γιατί ο amorino μου ο Τoni δεν έβαλε τίποτε, μιας και ο δικός της amorino, ο Fabio είναι off, κι εγώ ασχολούμαι με το «γαμομπλόγκ» αντί να βλέπω, οπότε παρατάει την παρέα της και επιστρέφει στον γουρλίδικο καναπέ και μου βάζει πάγο, πρέπει να βλέπω ακίνητη με τα ίδια γουρλίδικα τοστ στο χέρι, λέει, αλίμονό μου αλλιώς).

Έλειπα πάνω απο μήνα. Άλλαξαν όλα. Ο Τζίλης και ο Στεφ είναι στη Μύκονο, απευθείας σύνδεση κάθε μέρα, δουλεύουν εκεί, κι άλλα σχέδια, αμέτρητα σχέδια, όσα δεν κάναμε τόσα χρόνια, όλα μαζεμένα, ο Κώστας ετοιμάζεται να κατηφορίσει μόνιμα, σουρεάλ όλα. Μόνο το μπλογκ έμεινε ίδιο και είναι περίεργο. Σα στοιχειωμένο.

Αλλά god/devil damn it, μ’ αρέσει ακόμα κι αυτό.

photo: by cellina von mannstein, berlin.

italian-labyrinth-from-flickr.jpg

Io: Ho un desiderio. Sono pazzo?

Mini Io: Non ci sono miracoli. Sei stupido.

death-proof-poitiers-legs.jpg

Hold Tight by Dave Dee, Dozy, Beaky, Mick & Tich

Για τον Σ.. Μαζί και η Sydney Tamiia Poitier [Jungle Julia]. Και τα εξαιρετικά πόδια της.

polaroid-petal-fall-by-rockmenow48.jpg

Πρώτα ήρθε το sms.

«Είσαι κει να περάσω για πίπα και ΠΙΣΣ τώρα σε καμιά ώρα μαξ;»

Κι ενώ πασχίζω να να το αποκωδικοποιήσω επί τρία λεπτά (μα τι στο διάολο είναι το ΠΙΣΣ), σκάει το τηλεφώνημα. Ουπς, σόρρυ, λάθος, πήγαινε αλλού.

Και η πίπα και το ΠΙΣΣ.

Μετά κλείνω τη μουσική για να κάνω την απομαγνητοφώνηση.

[Πάντα ήξερα ότι ο τοίχος που είναι η βιβλιοθήκη είναι λεπτός σαν χαρτόνι, αλλά ποτέ στο παρελθόν δε με είχε συγκινήσει ιδιαίτερα αυτό, μιας και το μόνο που άκουγα ήταν η τιβί του δίπλα ηλικωμένου ζεύγους. Το διαμέρισμα ωστόσο πουλήθηκε λίγους μήνες πριν. ]

Τα πρώτα βογγητά ήταν μακρόσυρτα, βραχνά. Μέχρι να σταματήσω το μαγνητοφωνάκι, έχουν ήδη γίνει  κοφτά, έντονα, λαχανιασμένα. Βάζω καφέ, ανάβω τσιγάρο. Κρατάω χρόνο. Δώδεκα λεπτά.

Πριν προλάβω να σηκωθώ απο την καρέκλα για το χειροκρότημα, ο SuperG apo Kalamaria στο MSN. Buzz. SuperG wants to start a webcam live session with you. Κοπελιά, έχεις κάμερα; Δεν είναι σούπερ. Είναι μπιγκ. Φορ μι; Χύνω τον καφέ στο πληκτολόγιο, φακ.

Δις ιζ ιτ. Ζω στην πιο ερωτική πόλη όλων. Γιέα μπέημπ.

kitt-sos1.jpg

The return of the Knight Rider.

Κι άλλο αυγό, κι άλλη έκπληξη. Ανεβάζω πυρετό. Και στο ντελίριο μέσα διαβάζω αυτό στη Yahoo. Την ultimate επιστροφή.
Η Pontiac Trans Am αντικαθίσταται πλέον απο μια μαύρη Ford Mustang Shelby GT500KR. Τα κόκκινα φωτάκια δε γουργουρίζουν πια. Η φωνή του William Daniels αντικαθίσταται απο αυτή του Will Arnett των Arrested Development.

Αλλά ο Michael Knight είναι ίδιος. Είκοσι χρόνια μετά και είναι σχεδόν ίδιος. Πλέον παίζοντας όμως τον μπαμπά του καινούριου Knight Rider, Justin Bruening. But still a come back.

Δε μένει λοιπόν, παρά να ξαναζωντανέψει κάποιος και τον Niels Holgersson. Σε νέες περιπέτειες. Αυτή τη φορά πάνω σε μία κότα. Ή περιστέρι. Ή καρδερίνα.

kitt2008.jpg

Και θυμάμαι το διαφημιστικό της Express Service. Με τον ολόμαυρο καλογυαλισμένο ΚΙΤΤ και λιώνω. (μετά το:»ε, να μην πιω κι εγώ έναν καφέ;» της Αλίκης). Που για το πρόμο τον έφεραν σε ειδικό κοντέινερ στη Θεσσαλονίκη για να τον δει ο κόσμος απο κοντά. Εγώ να χτυπιέμαι, μπαμπά εκεί να με πας, να τον δω, να τον πιάσω, να του μιλήσω.

Τι να κάνει ο δόλιος, με πήγε. Στριμώχτηκα μέσα στον κόσμο, έσπρωξα και μ’ έσπρωξαν πολύ εκείνο το απόγευμα. Αλλά τα κατάφερα και χώθηκα δίπλα του. Και μετά μέσα του.Και έκλαιγα απο τη χαρά μου.
Μάταια του μιλούσα. Του έλεγα ήρθα και σ’ αγαπώ και είσαι δικός μου, αλλά δεν το ξέρεις ακόμα. Να σε πάρω να φύγουμε απο εδώ;

Αλλά απάντηση δεν έπαιρνα.

Γελούσε ο υπάλληλος.

Εκείνο το βράδυ ο μπαμπάς μου ζήτησε συγνώμη. Που στο χάλασα, μου είπε.

Αλλά εγώ: μπαμπά, σουτ, μυστικό, δεν ήταν ο πραγματικός. Αυτός δεν γουργούριζε με κόκκινο. Ούτε μιλούσε, ούτε καν με καταλάβαινε. Και ήταν πλαστικός. Αχ ρε μπαμπά, διαφήμιση ήταν, όχι ο πραγματικός. Να βγάλουν λεφτάκια. Σιγά μη μπορούσαν να πληρώσουν τον πραγματικό να έρθει. Πφφ, χαζούλη μπαμπά.

teatime.jpg

20 πράγματα

[που πρέπει να έχεις κάνει οπωσδήποτε μέχρι τα 30]

[και σε κάνουν περήφανο τώρα πίνοντας τον πρώτο σου καφέ]

[το κομμάτι διαβάζεται καλύτερα με Batucada του Towa Tei feat. Bebel Gilberto, αφιερωμένο στον Σ. όλο]

1. Να έχεις κάψει κουζινικό σκεύος στην προσπάθειά σου να μαγειρέψεις κάτι. Ολοσχερώς. Αν έβαλες φωτιά και στην ίδια την κουζίνα ακόμη καλύτερα.

2. Να έχεις σκάσει ένα κάρο λεφτά σε εγγραφή γυμναστηρίου (με σκοπό απώτερο να κόψεις το τσιγάρο), να σου παίρνουν μέσω τραπέζης το μηνιαίο χαράτσι (όσα δίνεις το μήνα για τσιγάρα), αλλά εσύ να μην έχεις πατήσει παρά μόνο την πρώτη φορά. Για την εγγραφή. Αλλά να μη ξεγράφεσαι, γιατί «θα πάω αύριο, αλλά ας κάνω ένα τσιγάρο τώρα να το σκεφτώ».

3. Να έχεις απαντήσει με 12345 διαφορετικούς και άκρως εξωτικούς τρόπους στην ερώτηση «και; με τι είπαμε ότι ασχολείσαι τώρα, αν επιτρέπεται;», μόνο και μόνο για να δεις τη φάτσα του απέναντι.

4. Να ντρέπεσαι να περάσεις έστω και απο την απέναντι μεριά του δρόμου, μπροστά απο το μαγαζί το οποίο σε έζησε το προηγούμενο βράδυ απο φόβο μη σε πάρει κανένας απο τη χτεσινή βάρδια χαμπάρι (και ή σου ζητήσει αυτόγραφο, ή σου βγάλει την πέτσα).

5. Να φας κάτι χαλασμένο. Επειδή δεν το κατάλαβες έγκαιρα (περίεργη γεύση είχε το παστίτσιο σήμερα).

6. Να μετράς τα σεντ (τις δραχμές παλαιότερα) ένα προς ένα για να πας να πάρεις τα απαραίτητα για δυο μέρες (τσιγάρα, ψωμί, πακέτο μακαρόνια).

7. Σε μια κρίση ταυτότητας/προσωπικότητας/es muss sein/μαλακίας, να έχεις πάει να βάψεις τα μαλλιά σου πράσινα/μωβ/μπλε/κατράμι μαύρα. Εκείνη τη στιγμή να νομίζεις ότι είσαι η προσωποποίηση του κουλ. Και μετά απο λίγες ώρες κιόλας να προσπαθείς να τα επαναφέρεις. Επί έναν μήνα. Μάταια.

8. Να έχεις πάει Άμστερνταμ (απο το οποίο δε θυμάσαι τί-πο-τα μετά), Βερολίνο (όπου και την έβγαζες με φαλάφελ και κεμπάπ σε Τούρκους για να βγεις το βράδυ Τρεζόρ), Βιέννη (όπου σιχάθηκες τα μουσεία, μετά το ένατο που επισκέφτηκες σερί), Ρώμη (όπου έπιασες τον εαυτό σου να δακρύζει μπροστά απο βιτρίνες), Βαρκελώνη (όπου ερωτεύτηκες σφόδρα και αλμοδοβαρικά, αλλά φυσικά δεν ευδοκίμησε) και Λονδίνο (απο όπου ή δεν ήθελες να φύγεις ή το μίσησες, τίποτε ενδιάμεσο).

9. Να έχεις πεθάνει τουλάχιστον μία φορά τη μαμά/γιαγιά/θεία ή τον μπαμπά/παππού/θείο λόγω εξεταστικής/αργοπορίας/μαλακίας/απιστίας. Και φυσικά να ξεχνιέσαι και να την/τον ζωντανεύεις μετά, στη ροή μιας άσχετης συζήτησης, βλέποντας το συνομιλητή σου να αποκτά μάτια τάλιρα και πρασινωπό κομπλέξιον.

10. Να τελειώσεις μια σχέση μέσω τηλεφώνου/ποστ ιτ/μέηλ/μηνύματος/εμ ες εν, επειδή φοβάσαι ότι σε τετ α τετ συνάντηση θα γίνεις κακός ή θα λιγοψυχήσεις. Και τελικά να προκαλείς ακριβώς αυτό.

11. Να ξεκινάς μια σχέση μέσω τηλεφώνου/ποστ ιτ/μέηλ/μηνύματος/εμ ες εν επειδή κωλώνεις. Και τελικά στην πορεία να καταλαβαίνεις ότι στην αναβροχιά γίνονται οι πιο θηριώδεις μαλακίες.

12. Να έχεις κόψει την καλημέρα σε φίλη/φίλο με την οποία/οποίο νόμιζες ότι θα γεράσεις μαζί. Και δεν κατάλαβες ποτέ πραγματικά γιατί. Και πως. Αλλά μέσα σου να ξέρεις ότι δε γινόταν τελικά αλλιώς.

13. Να έχεις πει «είμαι ερωτευμένος» και «σ’αγαπώ» άπειρες φορές επειδή μάλλον ήθελες να είσαι κι όχι επειδή όντως ήσουν. Και όταν τελικά το ένιωσες σε όλο του το μέγεθος, να πάλευες, πρώτον, να πείσεις τους γύρω σου ότι αυτή τη φορά ήταν όλα διαφορετικά και δεύτερον, να βρεις καινούρια λέξη-φράση. Επειδή μέσα σου η άλλη είχε ξεφτίσει και χάσει ήδη κάθε σημασία.

14. Να έφτασες σε σεξ ντέιτ κι ο άλλος να σου βγήκε τελικά βέρι κίνκυ απο το πουθενά. Τόσο, που να γύρισες μπλε μαρέν σπίτι. Και να μην τον ξαναείδες, αλλά εκείνη η μία φορά να σου έμεινε. Κουσούρι. Όπως η μελανιά.

15. Να τράκαρες μία έστω φορά. Να σε έγραψαν έστω μία φορά. Να σε χτύπησαν έστω μία φορά. Και φυσικά σε καμία απο τις άνωθεν περιπτώσεις να μη βρήκες το δίκιο σου μετά.

16. Να έφαγες σε δύο μέρες 1000 ευρώ και να μη μπορείς να θυμηθείς που, πως και γιατί. Μόνο ότι ήταν υπέροχα. Και άλλες φορές, εσύ πάλι, να έβγαζες ένα μήνα με 100 ευρώ. Να θυμάσαι απο το άγχος που πήγε κάθε σεντ. Και να ήταν εξίσου υπέροχα.

17. Να παράτησες σχολή/δουλειά/παρέα/οικογένεια/πατρίδα/θρησκεία για γκομενοιστορία. Και ακόμη και τώρα και ενώ φυσικά δε σε πήγε η ιστορία πουθενά, να μη μετανιώνεις.

18. Να έκανες έστω μία φορά snowboard/kitesurf/sk8board/bungee jumping/αναρρίχηση/πτώση με αλεξίπτωτο. Και μετά να το έλεγες σε όλο τον κόσμο. Ίσως επειδή μέσα σου ήδη ήξερες, ότι κατά πάσα πιθανότητα δε θα υπάρξει δεύτερη φορά. Πλην της περιπτώσεως 17. Ή αν σου δώσουν την αξία του Ντάιαμοντ Χόουπ σε λεφτά.

19. Σε ισχνούς καιρούς να δούλεψες έστω για λίγο ως φλαιεράς/Γκρίνπις μπλαμπλάκιας/δωρητής σπέρματος/δωρητής αίματος/πειραματόζωο σε πανεπιστημιακή κλινική/αναγνώστης βιβλίων σε ηλικωμένους. Και φυσικά να μη το είπες ποτέ που-θε-νά.

20. Να άλλαξες κόμμα/αγαπημένο γκρουπ/μουσική/στέκι/παρέα/συνήθειες/στιλ/μέσο/χρώμα μαλλιών ή ματιών, αλλά ακόμα και δέρματος/πισί/φωτογραφική/ποτό/κομμωτή/χώρα/πόλη/σχολή/δουλειά, για να κάνεις μια καινούρια αρχή, μια μεγάλη αλλαγή, αλλά να συνειδητοποίησες αμέσως μετά, ότι ποτέ μα ποτέ μα ποτέ δεν άλλαξες εσύ πραγματικά. Και να ένιωσες ακριβώς εκείνη τη στιγμή κάτι σαν έρωτα για την πάρτη σου.

elvis-out.jpg

Με Klaus Nomi, Total Eclipse ασορτί. Και να με πιάνει απο τη μέση για πιρουέτα στο ρεφρέν.
Και μετά μπουγέλο με παγάκια και βότκες, και με το πιστόλι νερού πίσω απο το μπαρ.

Και όποιος πάει να διακόψει, παρακαλώ φύγετε απο το μαγαζί.

Και δεν αλλάζω τελικά. Ούτε εγώ ούτε ο Σ, ούτε ο Κ., ούτε ο Π., ούτε ο Γ., ούτε κανείς απο όσους εγώ επιλέγω να είναι γύρω μου.

Και άντε σάλτα και γαμήσου εσύ, ο όποιος εσύ που θα μου επιβάλει να σκέφτομαι και να γράφω και να είμαι και να συμπεριφέρομαι και να μιλάω αλλιώς.

Που θα μου αλλάξεις τους κώδικές μου. Αυτά που μέσα μου έχω για ιερό και όσιο.

Που χωρίς αυτά δεν.

Πυρκαγιές και πλημμύρες και καταποντισμοί και χιόνια και καταιγίδες και τσουνάμι. Και ειδικές ανταποκρίσεις και έκτακτα δελτία. Και τι είπε ο τάδε για τον δείνα. Και τι απάντησε ο δείνα για τον τάδε. Και τι συμπέρανε το σπίρτο η άλλη που ντεμέκ τους συντόνιζε.

Αρκεί να μην αλλάξεις μέσα σου. Ακούς;

Να δεις, να αναγνωρίσεις τι είσαι για να μη σε πούνε και μαλάκα αύριο – μεθαύριο, αλλά αλλαγές μετά την απομάκρυνσή σας απο το ταμείο δε γίνονται πραγματικά. Φίλε, αυτό κράτα. Ότι κι αν συμβεί.

Αυτά με τα οποία ζούσες παιδί. Αυτά μέσα σου.

Ως έχειν, να τα αφήσεις. 21 ακριβώς. Μην αφαιρέσεις ούτε μιλιγκράμ.

Έφτασα στο κτίριο της Διεύθυνσης Τροχαίας κατά τις δώδεκα το μεσημέρι.

Με σκοπό να μπω στην ψύχρα και να βρω τον γενικό διευθυντή, τον Ζαχαρόπουλο.

Περίμενα τρία τέταρτα έξω απο το γραφείο του, γιατί είχε πολλή δουλειά. Αλλά ήταν οκέι, ετοίμαζα μέσα μου όλα όσα θα του έλεγα μόλις τον έβλεπα.

Πρώτα αυτό, μετά εκείνο, να μη ξεχάσω την τάδε λεπτομέρεια.

Και μετά ήρθε η σειρά μου και μπήκα.

Και με άκουσε. Φυσικά προσπάθησε να μετριάσει την τσατίλα μου, μετά να μετριάσει το γεγονός, είδε ότι δεν ηρεμούσα, ότι δεν μετριαζόταν, δεν έπαιζε καμιά δικαιολογία. Τα δέχτηκε όλα.

«Κοπελιά, η κατάσταση έχει ως εξής: τον ψάχνω, τον φέρνω εδώ και μιλάμε και οι τρεις μαζί. Επειδή προφανώς εσύ δε θα θέλεις ούτε ζωγραφιστό να τον δεις, τότε θα χρειαστεί να τον δω εγώ μόνος μου. Θα τον ρωτήσω τι έγινε ακριβώς, να μου πει τη δική του εκδοχή».

Θα τα αρνηθεί όλα, του λέω.

«Φυσικά, αλλά πρέπει να ακούσω και την δική του πλευρά», μου απαντάει. «Μάρτυρες υπήρχαν;»

Δύο, οι φρουροί του Προξενείου, γνωστοί, αλλά δε πρόκειται να παραδεχτούν τίποτα. Ήδη το ίδιο βράδυ είπαν πως δεν άκουσαν.

Κούνησε το κεφάλι του. Δεν ήξερε πως να μου πει την αλήθεια. Τότε αντιλήφθηκα τι πήγα να κάνω. Να τα βάλω με αόρατο.

«Θα του μιλήσω, θα τον μαλώσω, αλλά δεν είμαι μπαμπάς του, δε μπορώ να τον αλλάξω, κανέναν δε μπορώ να αλλάξω».

Μα, είστε διευθυντής του!

«Πάραυτα».

Πάντως, εγώ πλήρωσα το πρόστιμο σήμερα κιόλας νωρίς το πρωί, δεν πρόκειται για τα λεφτά. Δε δινω μία γι’ αυτό. Στην τελική, για την παράβαση είχε δίκιο. Να το ξέρετε αυτό. Δε ζητάω καν ένσταση.

«Το κατάλαβα, κορίτσι μου». Ζεματισμένος.

Ευχαριστώ, να είστε καλά.

«Λυπάμαι».

Έφυγα γελώντας. Όσο δε γέλασα εδώ και μήνες.

Αν βρισκόμουν σε ελληνική ταινία της δεκαετίας του ’60, ο κύριος διευθυντής θα έπρεπε να πεταχτεί επάνω σα να καθόταν σε σούστες και ως άλλος Παπαγιαννόπουλος να φωνάζει προς πάσα κατεύθυνση μέχρι να δοθεί στα μάτια του τρίτου -τα δικά μου δηλαδή- άμεσα (χωρίς μεν και δεν) επίπληξη στον Λ.Κ.. Έστω και για το θεαθήναι. Μπα. Νοτ ιν δις μούβι.

Στην πόρτα έπιασα κουβέντα με τρεις αστυνομικούς. Νεαρά παιδιά μέχρι 28-29. Τα είπα όλα. Στράβωσαν με τον τύπο.

«Ντροπή του». Επιτέλους μια σωστή πρώτη αντίδραση απο ανθρώπους του συναφιού του.

Επιστροφή σπίτι. Στο φανάρι του Λευκού Πύργου, μπλόκο Ζητάδες, σταματούν μηχανές. Οικειοθελώς σταματώ κι εγώ. Απορούν. Βγάζω κράνος και πλησιάζω. Ο ένας με αναγνωρίζει απο πριν, όσο περίμενα έξω απο το γραφείο του Ζαχαρόπουλου.

» Ή τραβήξτε του μια μήνυση -χρονοβόρο και θα σας σπάσουν τα νεύρα όμως- ή αφήστε το. Πιστέψτε με όμως, η επίπληξη με την τροπή που πήραν τα πράγματα θα του γίνει έτσι κι αλλιώς. Ο Ζαχαρόπουλος είναι κουλ. Θα μιλήσει πιστεύω στον Κολτσίδα της Διεύθυνσης Αμέσου Δράσεως στην οποία υπάγεται ο τύπος».

Ήταν της Αμέσου Δράσεως και όχι της Τροχαίας; Με πιάνουν τα γέλια.

[χτυπάει κινητό, είναι ο κύριος Ζαχαρόπουλος, το επιβεβαιώνει, ζητεί συγνώμη που δεν το πρόσεξε νωρίτερα, εύχεται τα καλύτερα, δίνει οδηγίες με ποιον να μιλήσω, τι να κάνω πλέον, πολύ ευγενικός, το μπαλάκι πετάγεται με φόρα λοιπόν αλλού, χα! κοίτα να δεις].

«Όχι. Επίσης, δε μπορούσε να σας κάνει άμεση αφαίρεση διπλώματος επί τόπου. Στην απειλή έμεινε. Βέβαιος ότι με την αναφορά στον ανώτερό του, θα πραγματοποιηθεί άμεσα στις επόμενες μέρες. Πράγμα το οποίο ίσως και γίνει, αν και δεν το νομίζω», συνεχίζει ο Ζητάς.

«Δεσποινίς, ήταν ατυχής στιγμή ίσως, δεν ξέρω. Δεν τον γνωρίζω. Πάντως δεν είμαστε όλοι έτσι, πιστέψτε με. Πέσατε σε περιπτωσάρα. Λυπάμαι. Καλή σας ημέρα, να προσέχετε. Αν μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι, πείτε μου».

Σε τίποτα απολύτως.

Και ξαφνικά ένιωσα σα να πήρα το αίμα πίσω. Έτσι απλά. Όλα όσα η ευγένεια μπορεί. Κουλ.

Σ’ ευχαριστώ, του είπα. Πολύ.

Έχουμε ελπίδες. Υπάρχουν. Καθόλου άσχημη πρώτη μέρα μετά. Τελικά.

[Αρκεί να καταλάβουν όλοι τους, κι όσοι ακόμη για κάποιον λόγο δε το έχουν βάλει κάτω απο το πετσί τους ακόμα, ότι δεν ΕΙΝΑΙ εξουσία, απλά την αποκτούν, δανεική είναι, όταν οι συνθήκες καθιστούν την παρουσία τους στο χώρο απαραίτητη (λόγω ανάγκης, παράβασης, κλπ). Όχι εξουσία όμως στο να επιβληθούν πάνω σου και να σε μειώσουν, αλλά εξουσία επιβολής της κατάστασης, όπως ακριβώς αυτή ήταν, πριν τις συνθήκες, που κατέστησαν την παρουσία τους στον αυτό χώρο απαραίτητη.

Από την άλλη βέβαια, ποιος σε αυτή τη χώρα ΔΕΝ πιστεύει ότι ΕΙΝΑΙ εξουσία, μόλις αποκτήσει λίγη απο δαύτη στα χέρια του;

Η σήψη έφτασε μέχρι το κόκκαλο, το θράσος, η αλαζονεία, η αγένεια, η επιβολή, όλα,  όλες μου τις μάρκες τις ποντάρω πλέον στο νέο πετσί που πάει [πρέπει] να βγει δειλά δειλά απο πάνω.]

Tρεις και μισή μετά τα μεσάνυχτα.

Απο «Μάμα» πηγαίνω με βέσπα στο «Έλβις». Στρίβω παράνομα στην Καρόλου Ντηλ για να κατέβω παραλία. 6 μέτρα δηλαδή, με χαμηλά φώτα και τέρμα αριστερά, για να παρκάρω εκεί.

Όπως πάντα. Όπως εδώ και δέκα χρόνια κάθε μέρα.

Στη γωνία, το Γερμανικό Προξενείο. Ο φρουρός γνωστή μούρη, τον βλέπω κάθε μέρα. Αστυνομικός, ειδικός φρουρός. Χαιρετάω με νεύμα. Ανταποδίδει. Με κράνος, φίλε. Και δίπλωμα. Και σέα και μέα. Και με γράφει. Όχι ο ίδιος, ο φίλος του. Ένας αστυνομικός με ξυρισμένο κεφάλι, φαλακρός εντελώς, νεαρός, το πολύ 29 με 30 ετών, ύψος περίπου 1,85, όχι ιδιαίτερα λεπτός, αρκετά μάλλον γυμνασμένος, με πολύ άγριο βλέμμα και ακόμη πιο άγριες διαθέσεις.

Το όνομα αυτού Λ.Κ.*

Ο οποίος τυχαία ήταν εκεί καθισμένος και έπινε φραπέ, προφανώς κάνοντας παρέα στον πρώτο που είχε βάρδια. Δεν επρόκειτο για μπλόκο. Επαναλαμβάνω για την ιστορία, ότι δεν επρόκειτο για μπλόκο. Απλώς δυο συνάδελφοι έπιναν καφέ παρέα, καθισμένοι δίπλα δίπλα. Το περιπολικό ήταν κανονικά παρκαρισμένο και με σβηστά φώτα και μηχανή.

Και με είπε «π…άνα», επειδή λέει, όταν μου σφύριξε, δε σταμάτησα.

Η πρώτη του λέξη. Αντί για «καλησπέρα».Εκμεταλλευόμενος, το γεγονός, ότι ο δεύτερος, ο φρουρός, μετά άνετα θα δήλωνε, ότι ντεμέκ δεν τον άκουσε. Όπως και έγινε.

«Δεν είμαι σκύλος, κύριε», του λέω. «Δεν συνηθίζω να απαντάω σε σφυρίγματα. Αλλάζω χρώματα, κάνω πως δεν άκουσα το «π…άνα». Λέω μέσα μου, δε σε παίρνει. Δε λέει. Άστο.

200 ευρώ και αφαίρεση αδείας, φίλε.

[Απο δίπλα μας πέρασαν, όσο έγραφε την κλήση ο αστυνομικός Λ.Κ., διαδοχικά μια μηχανή Varadero -της οποίας ο αναβάτης δε φορούσε καν κράνος- και μια Africa Twin -και οι δυο με απώτερο σκοπό να παρκάρουν εκεί, όπως κι εγώ λίγο νωρίτερα-, φυσικά όχι μόνο δεν έγραψε κανέναν τους, αλλά δε τους φώναξε με το γνωστό του σφύριγμα καν].

Δίκαιο, θα μου πεις. Μπήκα ανάποδα. Έξι μέτρα, όμως ανάποδα. Το δέχομαι. Το αναγνωρίζω. Δίκαιον.

Αλλά με είπε «π…άνα», ρε φίλε, επειδή δε σταμάτησα στο σφύριγμα (με τα χείλια, όχι με σφυρίχτρα), παρά μόνο δύο μέτρα μετά. Έπρεπε να κοκκαλώσω, όπως τότε παιδιά που παίζαμε αγαλματάκια. Να κοκκαλώσω ανάποδα στο δρόμο. Να παραμείνω κίνδυνος για λίγα λεπτά, μέχρι να μου πει εκείνος, πότε θα φύγω. Αντίθετος, περίεργος ζαμπουνισμός.

Ωραίο παιδί, πόσο κρίμα, αλήθεια.
Και φώναζε, νόμιζα ότι δε θα σταματήσει ποτέ τις φωνές, φώναζε. Ότι καλά να πάθω. Πάντα στον ενικό σα να με γνώριζε χρόνια. Ούτε ο ίδιος μου ο πατέρας δε μου έχει μιλήσει έτσι ποτέ. Ειρωνικός. Και κάθε φορά που ρωτούσα κάτι, για την κλήση, η απάντησή του να με αγριοκοιτάζει μόνο.

«Ας πρόσεχες», λέει δίνοντάς μου την κλήση με το γνωστό υφάκι, στο τέλος.

Δεν άντεξα, φίλε. Λέω μέσα μου, ας με γράψει για εξύβριση, χαλάλι.

«Είσαι όμορφος στην πραγματικότητα. Αλλά είσαι τόσο αναιδέστατος. Και τόσο ανόητο το όλο αυτό. Τόσο άσχημος τελικά…κρίμα».Μπατσάκι στο μάγουλό του. «Τόσο κρίμα».

Να ζήσει η Ελληνική Αστυνομία, λοιπόν, να τη χαιρόμαστε.

Αυτή που αφήνει μαλάκες να χτυπάνε μηχανές και καπάκι να φεύγουν, αφήνοντας τους αναβάτες τους στο έδαφος μες στα αίματα. Ακόμα κι αν έχεις συγκρατήσει την πινακίδα τους. Αυτή που αφήνει διαρρήκτες να την κάνουν πρώτα, γιατί δε τολμάει να επέμβει έγκαιρα. Ακόμα κι αν εσύ τους έχεις δει κατά πρόσωπο. Αυτή που αφήνει τον Ψωμιάδη να κυκλοφορεί δώδεκα χρόνια τώρα χωρίς κράνος και δεν τον έχει γράψει μία φορά έστω, έτσι για την ιστορία. Γιατί λέει δε γίνεται αλλιώς. Αυτή που προ τριών εβδομάδων έλαβε ειδικά μαθήματα καλής συμπεριφοράς προς γυναίκες οδηγούς, κατόπιν ειδικής παρέμβασης (και πολύ σωστής) του κυρίου Πολύδωρα, όπως τόσο όμορφα μας έδειξε η τιβί. Αυτή που έμπρακτα δείχνει ότι τα εμπέδωσε τόσο καλά. Αυτή ακριβώς.

Να μου ζήσουν.

Party Zone.

υ.γ.  Αυτά τα γράφει άνθρωπος που πάντα είχε άριστες σχέσεις με τα εν λόγω στρουμφάκια της αυτής φυλής. Πάντα. Ίσως επειδή η μισή οικογένεια σχεδόν, ανήκει στο είδος τους. Ίσως επειδή δεν αντιμετώπισα ουδέποτε πρόβλημα μαζί τους. Ίσως πάλι επειδή έμαθα τα χούγια τους απο μικρή. Εντάξει, δεν είναι όλοι ίδιοι.

Αλλά αν δεν πετύχει η συνταγή, τότε είναι το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί. Η χαρά των αποτυχημένων G.I. Joe. Με αγάπη τα λέω αυτά. Για τη μία στο τρις που κάποιος απο δαύτους διαβάζει αυτές τις γράμμες. Συνέλθετε. Τον κόσμο προστατεύετε και υπηρετείτε. Αυτή είναι όλη κι όλη η δουλειά σας. Έργο σπουδαίο. Απο τον ίδιο του τον εαυτό καμιά φορά πρέπει τον κοσμάκη να τον προστατέψετε, όπως εμένα σήμερα ξημερώματα. Μη ξεχνάτε όμως ότι για εκείνον και μόνο το κάνετε. Και η δύναμή σας, απο εκείνον σας δόθηκε κάποτε. Όχι απο τον Ουρανό.

Και από πότε, τέλος πάντων, είναι η ευγένεια αδυναμία και η εξύβριση δύναμη; Εγώ αν ανταπαντούσα στην εξύβριση θα πλήρωνα το μερτικό μου αυτόματα. Εκείνος; Θα το βρει καρμικά στην επόμενη ζωή;

Μαζέψτε τη γλώσσα σας λοιπόν. Έχει βγει τρία μέτρα έξω και αυτομαστιγώνεται, χωρίς κανέναν απολύτως εμφανή λόγο.

*Φυσικά το όνομα του εν λόγω ευγενέστατου αστυνομικού μπορεί να δοθεί σε όποιον αρμόδιο το ζητήσει.Αν μη τι άλλο μήπως και τελικά του γίνει έστω επίπληξη. Για μια φορά έστω, να αποδοθεί προς πάσα κατεύθυνση δικαιοσύνη, είναι άραγε σχήμα οξύμωρον απο μόνο του?