desmond_llewelyn_as-q

Θα το πιάσω απο τη μέση. Είναι ασφαλής η μέση.

Ανήκα στους τυχερούς. Αυτούς που μπαλώνουν με λέξεις. Λέξεις που χοροπηδούσαν πάντα σαν χρώματα μέσα στο κεφάλι μου και στριμώχνονταν ποια θα μπει πρώτη -με τρικλοποδιά- στην ιστορία. Προσεκτικά επιλεγμένα ρήματα και ουσιαστικά, λιγότερα επίθετα, καθόλου θαυμαστικά, πάντως με την ικανότητα να αλλάζουν την ιστορία. Η λεπτομέρεια που αργότερα θα προκαλούσε γέλιο, εμφανιζόταν μαγικά. Όπως μαγικά έφευγε και εκείνη που θα σε έκανε να σφίγγεσαι, μέχρι να περάσει. Τα φουστάνια ήταν στο χαρτί ή τα λόγια πάντα πιο κόκκινα, πάντα κάτι υπήρχε στο αντίβαρο, πάντα η ιστορία ήταν στο τέλος – τέλος πιο ενδιαφέρουσα. Πάντα υπέρ μου, ακόμα κι όταν ήταν τελείως, άκομψα κατά.

Έτσι δε μπόρεσα ποτέ πραγματικά να νιώσω κόμπο στο στομάχι, όπως άλλοι. Όταν έκανε να εμφανιστεί, έπιανα ένα χαρτί ή άνοιγα το βρωμόστομά μου και η ιστορία, πάντα στη λεπτομέρεια, άλλαζε. Και μετά ακολουθούσε και η μνήμη. Κάποια στιγμή το έκανα επάγγελμα. Γιατί κανείς δεν ήθελε σκέτες ιστορίες, όλοι έψαχναν τη λεπτομέρεια που σφυρίζει και πάντα υπάρχει έλλειψη σε τέτοιους πωλητές. Δεν ήταν ψέμα καμία φορά. Η προσθήκη είναι πάντα ψεύτικη αλλά δεν κάνει ένα ολόκληρο ψέμα.

Σαν εκείνον τον τρελό που ζούσε μόνος σε ένα διαμέρισμα και για να περάσει η ώρα άρχισε να ονομάζει τα πράγματα γύρω του αλλιώς, λέγοντας το τραπέζι καρέκλα και το φωτιστικό παράθυρο.Στην αρχή ουσιαστικά, μετά επίθετα, στο τέλος άρχισε να παίζει με τα ρήματα, μέχρι που το πίνω έγινε κοιμάμαι και το πεινάω, κάθομαι. Και ήταν τρομερά διασκεδαστικό όλο, ώπου μια μέρα ξύπνησε, βαρέθηκε, θέλησε να βγει έξω, να βολτάρει στον κόσμο έξω απο το μικροαστικό διαμερισματάκι της κληρονομιάς του, και πήγε να αγοράσει φρούτα, όταν τα μύρισε και μύριζαν υπέροχα. Εϊχε σχεδόν ξεχάσει πόσο υπέροχα μπορεί ένα ξινόμηλο να μυρίζει Νοέμβρη μήνα. Αλλά άνοιξε το στόμα του και δεν τον κατάλαβε κανείς, όλοι τον νόμιζαν για τρελό. Ξαναπροσπάθησε, πάλι τίποτε. Και τελικά φώναξαν οι γύρω να έρθουν κάτι κύριοι με λευκά να τον μαζέψουν.

Έτσι κάθε ιστορία.

Μέχρι τώρα. Ξαφνικά απόψε και χτες, δε μπορώ. Ανοίγω στόμα, πιάνω στιλό και βγαίνει η βαρετή αλήθεια, η λεπτομέρεια που αλλάζει την ιστορία λείπει. Ο αναγνώστης απογοητευμένος φεύγει και πάει αλλού.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βία, το καταλαβαίνω τώρα. Στο άκουσμα μόνο.

Όχι το να κάνεις λάθος. Γιατί με μια μικρή προσθήκη, μια λέξη, θα άλλαζε όλο.

Το να είσαι εσύ το λάθος. Όχι λάθος επιλογή, όχι ψέμα, όχι επιπρόσθετη λέξη, λάθος σκέτο, απο το είδος που σε αηδιάζει γιατί είναι συμπαγές σαν πάγος, χωρίς τήξη, πιο άχρηστο κι απο τα σκατά, αόρατο στο αποτέλεσμα, επειδή άβολο.

Και να μη μπορείς να προσθέσεις όχι λέξη, τίποτα. Στη μνήμη για πρώτη φορά αυτούσιο. Σκέτο και άσχημο, πρωτόγνωρο. Να λες δε μπορεί, με ξέρω, αλλά μπορεί. Ανεπαρκείς λέξεις, ανεπαρκείς όπως μια ελλειπής ιστορία, χωρίς τις τραγανές λέξεις ντεκό που μας έμαθαν να βάζουμε, που συνηθίσαμε εμείς να βάζουμε για να σβήνουμε απο το μεμέντο τη στιγμή που δε βολεύει σε κάτι διασκεδαστικό, μέχρι την επόμενη διήγηση και την προσθήκη μιας ακόμη που κάνει κρατς και κερδίζει.

Το να είσαι εσύ το λάθος ενός κάποιου. Εσύ το τραπέζι που είναι παράθυρο ή αυτοκίνητο και το πεινάω που είναι κοιμάμαι και μαζί ο τρελός με τα ξινόμηλα. Και ποια δική σου λεπτομέρεια να αλλάξεις όταν είναι το σύνολο. Τετραγωνισμός του κύκλου.

Και σπάω το κεφάλι να θυμηθώ πότε άκουσα τελευταία φορά άνθρωπος – λάθος να κάνει τελικά κάτι ή να γίνεται κάτι που να μυρίζει και να είναι πέρα για πέρα σωστό. Δε θυμάμαι ούτε ένα.

Και έρχεται ο θυμός. Απίστευτα συμπαγής, χωρίς τήξη θυμός.

Advertisements

Στο ξύλινο μπαρ με μια βότκα. Περιμένοντας να περάσει ένα απο τα δύο Άλφα. Με το ένα χάθηκα λίγο πριν κλείσει το κινητό από μπαταρία, το άλλο συχνάζει εδώ, πρέπει να περάσει. Κέντρο, καθημερινή, έντεκα το βράδυ.

Διπλα μου ένας άντρας γύρω στα πενήντα, καλοντυμένος, προσεγμένος με μαζεμένες κινήσεις πρωτοκόλλου, πίνει Lagavulin χωρίς πάγο, δεν καπνίζει, κοιτάζει στο κενό, ο μπάρμαν που και που του το γεμίζει, δεν ανταλλάζουν κουβέντα, αδιάφορος.

Ξαφνικά η κοπέλα της δίπλα παρέας σηκώνεται, ωραία κοπέλα, προφανώς θέλει να πάει στην τουαλέτα, περνάει απο δίπλα μας ξυστά, μας σκουντάει και τους δυο, γυρίζουμε το κεφάλι και προλαβαίνουμε να δούμε πως σωριάζεται στο πάτωμα.

Πέφτουμε απο πάνω της και οι δυο, σα να γνωριζόμαστε χρόνια, μου λέει στον ενικό τι να κάνω, της σηκώνει το κεφάλι, της δίνω νερό, σιγά σιγά λέει, συνέρχεται, ζαλίζεται, ο νεαρός συνοδός της έρχεται, επιτέλους παίρνει χαμπάρι, την παίρνει μαζί του έξω.

Μπορούμε να συνεχίσουμε τα ποτά μας, λέει εκείνος και ξανακάθεται στο σκαμπό του. Ήρεμα σα να μην έγινε τίποτε απολύτως. Τα Άλφα μου αργούν. Σκέφτομαι περίεργα πράγματα με ταχύτητα κβαντική.

«Ευτυχώς που γίνονται τέτοιες μικρές περιπέτειες και ανταλλάσουμε κουβέντα με τον δίπλα μας», λέει εκείνος και τσουγκρίζει το ποτήρι μου.

«Με λένε Α., είμαι 56 ετών, δε βγαίνω συχνά για ποτό μόνος, μόνο όταν χρειάζεται, γύρισα πριν δώδεκα χρόνια για μια γυναίκα απο το Μεξικό στην Αθήνα, την παντρεύτηκα και δε μετάνιωσα στιγμή παρά μόνο για το ότι έπρεπε αντί να γυρίσω, να την πάρω μαζί και σήμερα είχα μια άσχημη μέρα στη δουλειά, είμαι στον Δήμο. Εσείς;» Πληθυντικός.

Τρίτο Άλφα στο βράδυ μου.

«Με λένε Ν., είμαι 30 τζαστ, δε βγαίνω ποτέ πια μόνη, σήμερα σκατομέρα απο το πρωί, ήθελα απο πιτσιρίκα να πάω στο Μεξικό, χωρίς να μπορώ να σας πω γιατί, φαίνεται κάπου το άκουσα, πριν σχεδόν έναν χρόνο το θυμήθηκα και πάλι εξαιτίας ενός βιβλίου και όλα δουλεύουν ρολόι στη δουλειά, υποθέτω. Είμαι υπηρέτης του life style, σε ιλουστρασιόν εκδόσεις».

Γέλασε και άρχισε να μου λέει για το Μεξικό. Πώς βρέθηκε στο Ακαπούλκο μόνος και απένταρος, κι απο εκεί παντού σε κάθε άκρη του με τα ογδόντα εκατομμύρια των κατοίκων του. Αλλά λάτρεψε το Monterrey. Για πολλή ώρα μιλούσε και η βότκα κυλούσε ευχάριστα, όπως οι νύχτες του εκεί. Τόσο, που σχεδόν ξέχασα τα άλλα δυο Άλφα.

Φοβερές συμπτώσεις, λέω.

Το τυχαίο στα μαθηματικά είναι θεμελιώδης νόμος απο μόνος του.Κάθε ον ή μηχανή βγαίνει στο φως με προδιαγραφές άλβα ή βήτα. Με ένα μάξιμουμ της απόδοσης συγκεκριμένο, ένα φάσμα δεδομένο, αν θέλεις, αλλά και με ένα όριο. Καμιά φορά το βλέπει, καμιά φορά όχι. Δεν υπάρχει ελευθερία βούλησης, μόνο η επικίνδυνη ψευδαίσθηση, όλα του νόμου, μουρμουρίζει.Δεν είναι τυχαία η λιποθυμία της κοπέλας, ούτε οτι αγαπάτε το Μεξικό, ούτε οτι είστε εδώ τώρα, ούτε τίποτε.

Και γεια μας τώρα, στην υγεία του νόμου.

Λίγα λεπτά μετά θα διεπίστωνα οτι μου είχαν κλέψει μέσα στο μπαρ και μπροστά στα μάτια μου την τσάντα. Χρήματα, χαρτιά, μαγνητοφωνάκι, γυαλιά, ipod, ψηφιακή, όλα. Και το δαχτυλίδι της γιαγιάς με τα σμαραγδάκια και τα ρουμπινάκια σε σχήμα λουλουδιού που η γιαγιά έλεγε πώς έμοιαζε με μεξικάνικη ορχιδέα. Η γιαγιά με το κόλλημα στην κηπουρική και τις μεξικάνικες σαπουνόπερες. Το φορούσα το πρωί στο λαιμό, αλλά κόπηκε η κορδέλα που ήταν περασμένο. Για να μη το χάσω, και αυτό στην τσάντα. Σύμπτωση.

Μέχρι τις έξι το πρωί σε αστυνομικά τμήματα με αποκοιμισμένους σχεδόν αξιωματικούς υπηρεσίας, ανέβα κατέβα σκάλες, νεύρα, και σπίτι, κλάματα, και η ωραιότερη ανατολή μετά απο πολύ καιρό. Στο μπαλκόνι, με κούπα δυνατό καφέ. Και μετά άδεια εθνική, με το δανεικό κινητό του άλλου Άλφα στο ταμπλό και στεντ μπάι, να προσέχεις, μην τρέχεις, αλλά τρέχω και είναι η ωραιότερη κατάληξη το σπίτι μου. Και η διαπίστωση οτι ίσως να μην είναι πια.

Και μήνυμα στο καινούριο Άλφα απο το σουβέρ. Το και το.

Και απάντηση, κλήση, δεν υπάρχει τυχαίο είπαμε κοριτσάκι, διάβασε ανάμεσα. Όταν γυρίσεις κερνάω ποτό να σου δείξω τη δική μου πόλη που τώρα είναι σου, όπως δε μπορώ να κάνω με την κόρη μου επειδή είναι ήδη της και δε με θέλει, να σου πω και για το Μεξικό και ποια πλευρά της παραλίας του Ακαπούλκο να διαλέξεις, με έξι δολάρια το εισιτήριο του βρωμερού λεωφορείου της γραμμής και οκτώ ώρες δρόμο κάτω και όχι σε κάθισμα, έχω να σου δώσω και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, δεν είναι αξίας, χειροποίητα, τα είχα κρατήσει ενθύμιο απο μια ιστορία όταν έφυγα τα φορούσε και της τα πήρα στον αποχαιρετισμό ξέρεις, όταν θα πας να τα φοράς, γιατί θα πας.

Πέντε μέρες μετά, στην τεράστια ασημένια τσάντα που βρέθηκε -ήδη το ίδιο βράδυ της κλοπής, ώρες μετά κάπου στην τεράστια πόλη- και την ξαναπήρα, άδεια, μέσα στη φόδρα που είχε σκιστεί αρκετά βρήκα το μικρό ipod shuffle και το δαχτυλίδι της γιαγιάς. Χαρά.

Και έτσι θυμήθηκα το Μεξικό. Όχι οτι μέσα μου το είχα ξεχάσει. Και το Βέγκας και τον Έλβις που θα έχανα. Και άφησα τις καμπάνες για μια άλλη φορά ή ζωή με ένα όχι που δυο μήνες τώρα προσπαθούσα να κάνω οτι δεν νιώθω, πιεστικά, αλλά το είπα και ήταν σωστό και ελευθερώθηκα. Αδέσποτο ξανά. Βράδυ στη Μαβίλη και ένα άλλο Δ. είχε τελικά δίκιο, δεν είμαι εγώ γι΄αυτά. Λάθος στιγμή. Καμία σύμπτωση.

Δεν υπάρχει, είπε ο βελούδινος κύριος Τζούμας σήμερα το πρωί, λίγο πριν τις δώδεκα, σε καμία γλώσσα, τόσο περιγραφικά όσο στην αγγλική. Να το λες / ακούς και να ζωγραφίζεται σε εικόνα μέσα στο κεφάλι σου.

I fell in love.

Έπεσα μέσα. Μέσα στον άλλον, μέσα στο μέσα του, στο μέσα μου, καμιά φορά στο μας, καμιά φορά σε άδεια πισίνα μέσα (και γέμισα μώλωπες). Πάντως, έπεσα. Δεν μπήκα, δεν βρέθηκα, δεν ήρθα, δεν καλέστηκα. Έπεσα. Εμείς καταφέραμε το σ΄ αγαπάω και όχι σ΄ αγαπώ του μικρασιάτη ποιητή του Νόμπελ. Το άω, όπως στο πονάω.

Εγώ όμως, συνέχισε και μ΄έλιωσε, προτιμώ το I am in the mood for love και βάζει ασορτί θεό Bryan Ferry που είχα από καιρό ξεχάσει.

Θυμάμαι τώρα τον Larry Gus, όταν ετοιμάζαμε το τεύχος για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου -τέτοιες μέρες πριν ακριβώς έναν χρόνο- που μου είχε στείλει τη φωτογραφία από την ταινία του Kar Wai, οι δυο στο πίσω κάθισμα του αμαξιού, σημειώνοντας στο μέηλ, ¨χρόνια με στοίχειωνε αυτή η φωτογραφία, αυτό το κομμάτι, αυτή η ταινία, αυτή η φράση, μπορούσα να κλαίω ασταμάτητα¨.

Στο πάρκινγκ δυο κορίτσια -ούτε εικοσιπέντε- μέσα στο δίπλα γιαπωνέζικο αμάξι. Με τσιγάρα στα χέρια και γυαλιά ηλίου. Ανοιχτό το ράδιο. Υπνωτισμένες και εκείνες και εγώ μένουμε μέσα να τελειώσει το τελευταίο πεντάλεπτο. Να δούμε τι άλλο θα πει. Αλλά τι να πει.

Έχεις πέσει εσύ; ρώτησε η μια την άλλη τη στιγμή που έβγαινα. Και κούνησε το κεφάλι της σε όχι εκείνη. Αλλά είμαι σε τέτοια διάθεση, πρόσθεσε γελώντας χωρίς γέλιο, really.

Κι εγώ να έχω όρεξη. Να βρω εκείνο το έξυπνο αγόρι της χρωστούμενης παραγράφου που δε γράφτηκε ποτέ και δεν πρόκειται, να είναι αργά νύχτα στο βρώμικο, ανατριχιαστικό κέντρο που έχω ερωτευτεί. Ξένη μέσα σε ξένους, αδέσποτο πάλι, να του ζητήσω να μου δείξει την πόλη του, που δεν είναι ακόμα και ίσως ποτέ δε γίνει, μου. Πόσο πάει για το τουρ; Να τα δώσω. Χωρίς άω και ω.

Χωρίς καν χρόνο, κανείς αργοπορημένος και κανείς να μην εμφανιστεί νωρίς. Όλα just about.

Γιατί I´m in the mood.

[από το άλμπουμ του as time goes by]

Η Λίνα

by aris marcopoulos for tetra (the kid and the panton chair)

by aris marcopoulos for vitra

again, by aris marcopoulos for tetra

again, by aris marcopoulos for vitra

σήμερα το πρωί.

Δεν θέλω να σοβαρευτώ. Ούτε εγώ ούτε εσείς. Θέλω να είμαι μια 80χρονη γριά που θα φοράει σαλβάρια, θα περπατάει ξυπόλητη, και θα σκαρφαλώνει στα παράθυρα των αυτοκινήτων των φίλων της που θα είναι εξίσου βλαμμένοι μ’ αυτήν…

by joaobambu

Αυτό που μου χρειάζεται είναι ένα τρυφερό βαμπίρ

να’χει τις αλυσίδες του τα συνολάκια του

καθόλου συγγενείς ή πάρε δώσε με θηρίο

-γιατί κι εγώ δεν είμαι εντελώς εξημερωμένος-

Θα τα πηγαίνουμε καλά

και οι δυο πλάσματα της νύχτας

δε θα ‘χουμε κρεβάτι σου φέρετρό μου

όποιος νυστάζει πρώτος θα κοιμάται όπου γουστάρει

για μια φωνή μια στάλα αίμα δε θα μαλώνουμε

θα επιστρέφουν σε μας τους ίδιους

θ’ αφήσει μαζί μας η ζωή το θαύμα της

κι ο θάνατος

που’ναι ο ίδιος θαύμα

στο τέλος θα παραιτηθεί.

σελ. 35

τα ζώα της κυριακής του Γιάννη Τζανετάκη

εκδόσεις το δέντρο

____________________________________

«για μένα έχει μεγάλη σημασία».

και το ανοίγω. τι να δω. εγώ που ποτέ δε διάβαζα ποιήματα, γιατί με πιάναν τα γέλια. ούτε στοίχημα να έβαζε. τόσο καραμπινάτα μέσα.

____________________________________

δε θα μπορούσα να το πω αλλιώς.

ο νόμος των κόμιξ που λέει και ο Α., όλα πιθανά και τα απίθανα. σα να κοιτάω απο τον καθρέφτη της βέσπας ενώ απομακρύνομαι.

και είναι πίσω μου, αν και ακόμα μπρος μου, και όλα απο τόσα γίνονται τόσα, αλλά το μυαλό εκεί.

η δική μου κυριακή είναι σήμερα δευτέρα, θεσσαλονίκη -στρατηγού καλλάρη με καμπαρντίνα- και γκάζι, βροχερό ψυρρή, πεντέλη και εξάρχεια, χειμώνας και άνοιξη και σιωπηλό καλοκαιρινό βράδυ -σχεδόν ξημέρωμα- στην αγία παρασκευή.

και ένα ζώο σπάνιο μέσα απο γρίλιες που «και βλέπω απο τις τρύπες κι είναι μέρα και λέω παιδί μου απο ποια Φινλανδία και σε ποιο άρωμα της τρέλας φεγγοβόλησες» (σελ. 11). ακριβώς τέτοια κίντερ έκπληξη.

_________________________________

Και θυμάμαι τη Λίνα μου να αναρωτιέται γενναία με ακόμη πιο λίγες λέξεις. «Πώς μπορεί κάτι να μένει τόσο σιωπηλό στα όρια του σκισίματός του» στο δικό της μωρό, σελίδα δε θυμάμαι.

Την ώρα που η ομάδα με τα πιο όμορφα αγόρια σκίζεται στο γήπεδο της Βιέννης, εγώ σιγοπίνω μια pina colada. Όλα τα παράθυρα και οι μπαλκονόπορτες ανοιχτά. Κάνει ρεύμα να με πάρει και να με σηκώσει. Ο σκύλος κοιμάται στη βεράντα ευτυχισμένος. Χεστήκαμε το πρωί, οπότε δε μου δίνει ούτε αυτός σημασία τώρα, δεν τον κοιτάω καν, θα μονιάσουμε αύριο. Σημασία έχει οτι ο Μεγαλειότατος συνήλθε απο το σοκ της μετακόμισης, έκοψε τις μαλακίες, το πήρε απόφαση, έμπλεξε με τρελή. Ιταλικά τουίστ του ’60 και προσπαθώ να αποφασίσω ποιο φωτιστικό θα κάτσει που. Έναν μήνα μετά και ακόμα τα πάω βόλτα, μια απο εδώ και μια απο εκεί. Διάολε, θα το βρω.

Την προηγούμενη εβδομάδα η Λίνα έσπασε το αόρατο δικό μου πρωτόκολλο που λέει πως τίποτε ζωντανό πλην του σκύλου δεν μπαίνει σπίτι (εξαιρούνται τα ευγενικά δίποδα). Έσκασε μύτη και το πορτ μπαγκάζ ήταν τίγκα στις γλάστρες. Ένας έρωτας, μια ελιά και πέντε καπουτσίνα σε διάφορα χρώματα. Μου πήρε τρεις ώρες να ξεπεράσω το σοκ, δυο μέρες να μάθω τα ονόματά τους και μόλις πέντε για να τα ξεκάνω. Μόνο η ελιά και ένα φούξ καπουτσίνο ξέφυγαν του θανατικού. Αντέχουν ακόμα σα Γαλάτες. Η Αργυρώ μου είπε πως ο έρωτας στα αγγλικά λέγεται impatience. Ειρωνεία. Τον πέταξα αφού περίμενα μόλις και μετά βίας τρεις μέρες απο πάνω του μπας και συνέλθει (με μια κανάτα νερό στο χέρι). Δεν είχα άλλωστε ποτέ υπομονή. Δε χρειαζόταν μια γλάστρα βέβαια για να το μάθω αυτό, αλλά φαίνεται πως το είχα ξεχάσει.

Τη Λίνα ακολούθησαν διαδοχικά ένα (λευκό και τεράστιο, θα έλεγα αργότερα σε όλους, σαν ανακόντα) σαμιαμίδι και ένα σπουργίτι (απλή εκδοχή). Με διαφορά δυο ημερών μπουκάραν απρόσκλητα. Το πρώτο το ξέκανα τρομοκρατημένη. «Ηλίθια, γούρι ήταν», μου είπε η Αργυρώ καπάκι και με γονάτισε. «Περίεργα γούρια έχετε οι Αθηναίοι», τόλμησα να ξεστομίσω, αλλά με αγριοκοίταξαν και το ‘κοψα. Το δεύτερο μπήκε και βγήκε μόνο του με μένα έκπληκτη να το χαζεύω. «Ευτυχώς δεν είχες καμιά σφεντόνα δίπλα σου». Ναι, δεν είχα.

Προληπτικές μέχρι το βρακί, αφηνίασαν, «το σπίτι είναι ευλογημένο, πάει τέλειωσε».

____________________

Πριν το σπάσιμο του πρωτοκόλλου, τις πρώτες μέρες, πίστευα σοβαρά, ότι το πνεύμα κάποιου είχε καταλάβει το σπίτι. Γιατί εκτός του ότι χάσαμε τη μαγκιά μας στο ΕURO (αν και είχα όλα τα γούρια στεντ μπάι), εκτός του οτι οι μπάρες της βέσπας ξεχαρφαλώθηκαν ξαφνικά στα καλά καθούμενα, εκτός του οτι δε μου πετύχαινε ούτε καν το μακαρόνι (που εγώ έχω μάστερ στα ζυμαρικά) (μόνο), καμιά ηλεκτρονική συσκευή που έφερνα σταδιακά, δε δούλευε. Καινούριες και πάραυτα. Μόντεμ, τηλεόραση, φωτιστικά, καφετιέρα, ντιβιντί, τίποτε. Τελικά τις άλλαξα όλες και ησύχασα. Αποφάσισα οτι το πνεύμα φρίκαρε μαζί μου και την κοπάνησε. Αν έμπαινα σε εκκλησίες, τώρα θα ήταν η στιγμή που θα άναβα κερί. Ανάβω αυτά της βεράντας και πείθω εαυτόν, πως αφού ο Θεός είναι παντού, τότε είναι και στη βεράντα μου. Εξάλλου η εκκλησία είναι μακριά, έχει ζέστη, κλπ κλπ κλπ..

___________________

Οι φίλες μου είναι εκτός απο κούκλες και τελείως τρελές. Βάζουν στο νερό τους λάιμ και αρμπαρόριζα, στη σαλάτα χώνουν λουίζα και όχι ξύδι, ξέρουν όλα τα φυτά, τα κρασιά και τα τσίπουρα με τη μυρωδιά, έχουν στην κατάψυξη παγάκια με φρούτα και διακόσια διαφορετικά σορμπέ, οι κουζίνες τους μυρίζουν μαμά, αλλά αλλιώτικη μαμά και πεθαίνω γιατί μου τα μαθαίνουν. Με τις αγκαλιές τους και τα φιλιά τους, καιρό είχα να παίρνω τόσα πολλά χωρίς κανέναν εμφανή λόγο και άρα αληθινά μέχρι την τελευταία φετίτσα λουίζας στη σαλάτα.

Η Αργυρώ κλωτσάει στον ύπνο και ενίοτε ροχαλίζει, και βγάζει πάντα τις πατούσες εκτός σκεπάσματος, ακόμα και το χειμώνα. Όταν μιλάει λέει «καμπόινγκ» και «εεεεμ» στη μέση της πρότασης και θέλεις να τη ζουπήξεις όταν το κάνει. Η Λίνα λέει «σου ρου μπου ρου, μου ρου του ρου» και μόνο εμείς ξέρουμε ακριβώς τι εννοεί και κάθε τέταρτο ταφ της βγαίνει απρόσμενα με αγγλική προφορά, όταν ακολουθείται απο φωνήεν και δε το καταλαβαίνει καν.

Τις κοιτάω να μιλάνε μεταξύ τους και δε τις χορταίνω.

_______________________

Πεθαίνω να γυρίζω σπίτι με τον Κώστα. Που κατεβάζει όλα τα παράθυρα, εν πλω το πατημένο αμάξι, ανεπίσημα νονός της Αργυρώς, ακόμη πιο ανεπίσημα όλων μας, ο μίστερ μπιγκ που η Κάρι -ω, τι κρίμα- ποτέ δε θα είχε. Που τελειώνει το σπίτι στη Τζια και γελάνε και τα αφτιά του, ήρεμος μετά απο καιρό και του πάει πολύ.

Να βγαίνω με τη Βίκυ, που έχει για όλα λύση στο τσακ μπαμ με ένα τηλεφώνημα, ξέρει κάθε μπάρμαν/πορτιέρη/ιδιοκτήτη/σομελιέ/δούλο/γουατέβα, με βάζει να μασάω γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα (στοιχήματα μετά απο μπουκάλια βότκα) και she calls it a night μόνο όταν πια έχει βγει ο ήλιος και καταστρώνει συνέχεια σχέδια που θα είναι η επόμενη βουτιά. Κούκλα και δε το ξέρει καν.

Να πειράζω τα υπέροχα κοντά μαλλιά της Ιόλης, να είναι κάθε εβδομάδα ερωτευμένη και να ψοφάω για τις διηγήσεις της. Κάθε πρόταση να αρχίζει με «ρε μαλάκα, δε σου είπα». Στην πρίζα όπως εγώ παλιά, να με σπρώχνει ευτυχώς πάλι.

____________________

Θέλω να γράψω τόσα και δε ξέρω πως.

(επίσης, μου τα χώνει η σεληνιασμένη Αργυρώ, επειδή εγώ λέει φταίω, που πάμε σε παράταση τώρα, γιατί ο amorino μου ο Τoni δεν έβαλε τίποτε, μιας και ο δικός της amorino, ο Fabio είναι off, κι εγώ ασχολούμαι με το «γαμομπλόγκ» αντί να βλέπω, οπότε παρατάει την παρέα της και επιστρέφει στον γουρλίδικο καναπέ και μου βάζει πάγο, πρέπει να βλέπω ακίνητη με τα ίδια γουρλίδικα τοστ στο χέρι, λέει, αλίμονό μου αλλιώς).

Έλειπα πάνω απο μήνα. Άλλαξαν όλα. Ο Τζίλης και ο Στεφ είναι στη Μύκονο, απευθείας σύνδεση κάθε μέρα, δουλεύουν εκεί, κι άλλα σχέδια, αμέτρητα σχέδια, όσα δεν κάναμε τόσα χρόνια, όλα μαζεμένα, ο Κώστας ετοιμάζεται να κατηφορίσει μόνιμα, σουρεάλ όλα. Μόνο το μπλογκ έμεινε ίδιο και είναι περίεργο. Σα στοιχειωμένο.

Αλλά god/devil damn it, μ’ αρέσει ακόμα κι αυτό.

photo: by cellina von mannstein, berlin.

05/08: π’s May issue is finally here.

As always on a monitor in front of you.

Main story: MOMENTS:
Every little moment worth remembering, every little moment that constitutes that strange thing we call life.

Introducing:
Alexis Stamatis’s latest book «Villa Cobre» and the mysterious grafic designer behind some of the most beloved flyers and posters, Sebastian Nikolaou.

Face 2 Face:
Venia Bechraki, a weird, very Burton like, yet extremely interesting photographer
+
Constantin Tzoumas, the voice we can’t seem to get enough of.

Contributors: Elias Fragoulis, Arxonti Korka, Argyro Koutsou, Alexandros Salames, Melita Mantzaridou, Matina Mavromati and Alexis Stamatis.

Διάβασέ με.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Δημήτρη Ρηγόπουλο που υπογράφει. Απο όλα τα παιδιά. Δεν ξέρω αν συνηθίζεται να απαντάς σε τέτοια δημοσιεύματα, το νιώθω όμως να το πω το ευχαριστώ. Κάπου, έστω εδώ, αφού δεν τον γνωρίζω προσωπικά τον εν λόγω δημοσιογράφο (αν και τον διαβάζω).

Με πέτυχε σε μια μέρα, εγώ μέσα σε κιβώτια, όχι με κιβώτια, μέσα σε κιβώτια, μες στις σκόνες και τα ξεσκονόπανα, μέσα στη γκρίνια, μια μέρα όπου τίποτε δεν καθόταν όπως έπρεπε. Η Αργυρώ το είπε πολύ ωραία: σα να σου παίρνει ο αέρας το καπέλο, κι εσύ σοκάρεσαι. Το ρεύμα κόπηκε, η βέσπα άργησε να φορτωθεί, το GPS δε δούλεψε και χάθηκα μέσα σε δρόμους για δυο ώρες σαν τον Κλουζό χωρίς όμως καμπαρντίνα, το ΙΚΕΑ δεν ξεφόρτωσε και κοιμήθηκα με υπνόσακο ανάμεσα σε κεριά πάνω στα σανίδια σα σε κάμπινγκ, όταν τελικά κατάφερα να κοιμηθώ με τον σκύλο δίπλα μου να έχει πλαντάξει στο κλάμα αναπάντεχα και να μη ηρεμεί με τίποτα.

Πρώτο βράδυ στο νέο σπίτι και όλα έδειχναν οτι δε με θέλει. Το κωλόσπιτο. Κι ας είναι όμορφο. κωλόσπιτο.

Και σκάει μύτη το κείμενο του Ρηγόπουλου, και δε μπορώ να σταματήσω να γελάω πάλι. Όπως είπε η Αργυρώ (ξανά) αργά τη νύχτα, «και μετά χωρίς καπέλο, βλέπεις τον ήλιο κι όλα στη θέση τους. αγαπώ ότι είσαι εδώ, φιλώ γλυκά, καλώς ήρθες στην πρώτη σου νύχτα εδώ». Και η Λίνα, «δεν είσαι μόνη, καληνύχτα πρώτη νύχτα, δίπλα σου όποτε το ζητήσεις». Και το Ολγάκι και ο Γκας Γκας.

Να ‘μαστε καλά, συνεχίζουμε. Έχω πέντε κεφάλια και δέκα χέρια. Σαν τη θεά Κάλι.

I chew my nails and I twiddle my thumbs

I’m real nervous, but it sure is fun

_____________

Στην πολυκατοικία μπήκαμε πρώτοι, ήμουν ενός έτους τότε.

Καπάκι μέσα στην επόμενη χρονιά ήρθε ο Στεφ με τον αδερφό, τη μαμά και το μπαμπά του. Ήταν μωρό. Σωστό μωρό. Κι εγώ μωρό δηλαδή ήμουν, αλλά σε εκείνη τη φάση εκείνος φάνταζε τελείως μωρό, ενώ εγώ ολόκληρο παιδί. Γλώσσα δεν έβαζα μέσα, ενώ εκείνος μούγκα.

Όταν πια εγώ έγινα έξι, εκείνος ήδη φαινόταν μεγαλύτερος. Αστείο πράγμα η ηλικία. Αντιστρέφεται συνέχεια σα ζάρι. Έδωσε ύψος, ήταν ατρόμητος, έτρεχε συνέχεια και κέρδιζε πολλούς στο κυνηγητό, αγόρι κι εγώ κοριτσέλι με φουστανάκια.

Αρχίσαμε να κάνουμε παρέα απο νωρίς, απο την πρώτη μέρα σχεδόν που ήρθαν στην οικοδομή, όποτε οι μαμάδες ήθελαν να πιούν καφέ δηλαδή. Και σύντομα κάπως και κάπου μέσα σε αυτά τα πρώτα χρόνια κιόλας, με άλλαξε. Αυτός και ο Γιώργος.

Άρχισα να λατρεύω τα λέγκο και τα πλέιμομπιλ, τα αυτοκινητάκια, τα καράβια των πειρατών. Να παίζω κρυφτό και τζαμί και να αποφεύγω σαν τον διάολο τα κοριτσάκια με τα ηλίθια σχοινάκια. Να θεωρώ το πέσιμο παράσημο, αν κέρδιζα σημάδι στο γόνατο και δόξα τω θεώ, κέρδισα πολλά. Να μην έχω μυστικά. Να λέω όσα σκέφτομαι και όπως μου έρχονται. Ακόμα και να έχω θράσος σαν αναλαμπή καμιά φορά.

Και αργά, τα καλοκαίρια, μόλις έπαιρνε να νυχτώνει για τα καλά και έπρεπε να επιστρέψουμε στην πολυκατοικία, εκείνος στο δεύτερο, εγώ στον πρώτο, πιανόμασταν χεράκι χεράκι και γυρνούσαμε. Και είχαμε το Γιώργο -δε μπιγκ μπρο- να μας προσέχει και τους δυο. Κι ας μη το παραδέχτηκε εκείνος ποτέ. Φτάνει που το ξέραμε τότε.

______________

Όταν ο Στεφ μου είπε πριν έναν περίπου χρόνο για το καινούριο σπίτι δεν τον πίστεψα. Όχι οτι θεώρησα οτι λέει ψέματα, φυσικά όχι, ποτέ του δεν είπε, ανίκανος τελείως για το ψέμα απο παιδί, αλλά δεν το πίστεψα. Σα να ήταν. Ή σα να μην το άκουσα.

Μετά το καλοκαίρι, όταν πια έγινε σίγουρο, πάλι για κάποιον λόγο δεν το πίστεψα. Έλεγα μέσα μου αποκλείεται. Δεν πρόκειται. 27 χρόνια εδώ, ιδιοκτήτες και οι δυο οικογένειες, δεν παίζει, εδώ θα γεράσουμε. Εδώ κολλημένοι.

Τα Χριστούγεννα πια ήταν δρομολογημένο, στο νέο σπίτι, λίγα τετράγωνα πιο κάτω, μπήκαν εργάτες, μπογιατζήδες, υδραυλικοί, κάθε ειδικότητα -γιου νέιμ ιτ- ήταν παρούσα. Δε μπορούσα να το αγνοήσω πια, κι όμως, εγώ και πάλι δεν το πίστεψα. Για την ακρίβεια, έκανα πως σχεδόν δεν άκουγα. Ακόμα κι όταν έδινα τη γνώμη μου για την πρόοδο των εργασιών, ακόμα και τότε δεν ήμουν ουσιαστικά παρούσα, όχι εντελώς. Με το μυαλό ναι, αλλά μόνο με αυτό.

Και ήρθε η Μεγάλη Εβδομάδα.

Και ήρθε το φορτηγό. Απο νωρίς το πρωί, με γερανό. Και απο τον πάνω όροφο δεν άκουγα πια μουσική. Αλλά τους εργάτες να αγκομαχούν με κάθε κιβώτιο και κάθε έπιπλο. Και τον ήχο, εκείνον τον απαίσιο ήχο απο τα ρουλεμάν του γερανού.

Και ο πάνω όροφος, ο δεύτερος, άδειασε.

Την επομένη η μαμά Ελένη ήρθε να πάρει τα τελευταία, να κλήσει τον υπολογιστή, να φορτωθεί και αυτός για το καινούριο σπίτι. Ανέβηκα να τις δώσω τα πράγματα που φύλαξα για εκείνη την προηγουμένη στον καταψύκτη.

Έλα να δεις μου λέει το δωμάτιο του Στεφ, αστείο είναι άδειο.

Αλλά δεν ήταν αστείο. Δηλαδή ήταν, αλλά αλλιώς. Υπήρχαν τοίχοι που είχα να δω άδειους 27 χρόνια, πατώματα, σανίδια. Και μετά η κρεβατοκάμαρα. Και το σαλόνι, το άλλο δωμάτιο. Και μετά μας πιάσαν τα κλάματα. Άρχισα εγώ, νομίζω. Χωρίς να το καταλάβω. Γελούσα και έκλαιγα.

Και μου είπε φύγε. Αλλά μετά άρχισε και η μαμά Ελένη. Σα να σας ακούω να παίζετε μωρά εδώ μέσα είναι τώρα που δεν έχει έπιπλα. Σα να μπαίνω πρώτη φορά. Αλλά κάθε γωνία και ανάμνηση.

Και το ξέρω πως οι υποσχέσεις να μείνουμε σα μπουνιά ενωμένοι, ακόμα και μακριά πια και όχι μια ανάσα δίπλα, ήταν παιδιάστικες και γελοίες, την επομένη γελούσαμε και κοροιδεύαμε η μια την άλλη για τα καμώματά μας, σα μωρά, έλεος, αλλά όταν έμεινα μετά πάλι μόνη για λίγο στο δωμάτιο, δε γελούσα. Και ως ενήλικη το πάλεψα: δεν έμεινα άλλο μόνη στο δωμάτιο, βγήκα για ποτό. Με τον Στεφ. Πολλά ποτά, πολλά φιλιά, μιλιά για τη μετακόμιση, ώριμα.

Και αργά το βράδυ, ήρθε η σκέψη.

Αφού φεύγω τελικά κι εγώ. Έγινε γρήγορα τελικά το τελικό, αλλά να που φεύγω κι εγώ. Τι χαζή, Θεέ μου. Και ταυτόχρονα Παναγία μου.

Όλα απο παιδιά μαζί, κοίτα να δεις, ακόμη και αυτό. Απο σύμπτωση. Αλλά μαζί.

Και τώρα ήρθε η μέρα. Τελευταίο κιβώτιο. Και θέλω και δε θέλω να το κλείσω. Αλλά θέλω.

Φιλί Αναστασίου Νάλτσα. Φεύγει και το δεύτερο πιο άτακτο.

It’s the end of an era, θα έλεγε η Σαμάνθα.

Εγώ προτιμώ τον Jerry Lee. Well, Goodness, Gracious, great balls of fire. Και νέγρικη σχεδόν τσιρίδα, σπρώχνοντας το κιβώτιο προς την πόρτα με το πόδι ανάποδα. Όπως εκείνος κλωτσούσε το σκαμπό απο το πιάνο.

Ο interior trend scout Κώστας Βογιατζής (among others for Maison & Decoration) πήγε Μιλάνο, γύρισε (χωρίς πόδια πια) και αυτά είναι τα best of της φετινής Salone Satellite, επιλογής του.

Enjoy.

www.yatzer.com | designistoshare

υ.γ. οτι αυτό το μπλογκ τον αγαπάει πολύ, φαίνεται;